Επιλογή Eyelands: Δυο φορτσέρια μια ζωή

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού.

Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: ‘’Αποσκευές’’. Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι:

Δυο φορτσέρια  μια ζωή
της Μαρίας Χασιώτη

επιλογή αφίσαΠαραμεγάλωσε η Καλλιόπη· τριαντάρησε, κι ανύπαντρη· κι ενώ η μοίρα είχε ανοίξει για τις αδερφάδες της κι έκαμαν σπιτικά και φαμελιές σε άλλα χωριά, αυτή απόμεινε να ζει με τη μάνα, τη θειά της την μούτα – αδερφή του πατέρα της – και τον αδερφό της, πού ’χε παντρευτεί πρώτος και αράδιαζε αβέρτα θηλυκά. Παραμεγάλωσε η Καλλιόπη και παραγιόμισε το σπίτι γυναικομάνι. Έπρεπε να παντρευτεί κι αυτό έπρεπε να γένει «ντελεβέ»· ως πόσο θά ’μενε με την νύφη και θα ταχτάριζε ανηψιές. Καρτέραγε προξενιό με άντρα καλό, νοικοκύρη και λεβέντη, αφού κι αυτή τεφαρίκι ήτανε· όμορφη σαν τα κρύα τα νερά, και καλή, και νοικοκυρά, και σπιτίσια, μαζεμένη, κι από τα χέρια της βγαίνανε έργα, σαν και νάβγαιναν «απ’ του φιδιού το στόμα»· τόσο λεπτεπίλεπτα κι ωραία.

Μαθές, από κοπελλούδι καθόντανε στον αργαλειό και είχε μάθει να γυφαίνει. Άνοιξαν οι πλατούλες της να κατεβαίνει στην ακροθαλασσιά και να πλένει τα μαλλιά, να τα ξαίνει, να τα παγαίνει στο λαναρά, να τα γνέθει, και κοντά να τα βάφει με μπογιές που έφκιανε από βελανίδια και κρεμμυδόφυλλα. Απέ, έμπαινε στον αργαλειό και χανότανε… Έπαιρνε γνέματα κόκκινα κι άσπρα, ροζ και οινοπνευματί, μπλε και κεραμιδί, και τα σταύρωνε, και τα κομπόδιαζε, και δώσε πέρναγε τη σαΐτα στο στημόνι, και γκάμπα – γκούπα με τα χτένια, κι έβγαινε το υφάδι κεντημένο με λογής – λογής σχέδια και χράδια. Κι έτσι, από λιανοκόπελλα η Καλλιόπη ζωγράφιζε με τον αργαλειό της ταπέτα, κηλίμια, χιράμια, σαέσματα, νερομαντανίες, βελέντζες, φλοκάτες και καραμελλωτές. Έφκιανε στρώσεις καθημερινές και στρώσεις για τις γιορτάδες· κι όσο γύφαινε τόσο νείρονταν· έφκιανε κηλίμι με την ανθισμένη αμυγδαλιά, κι όπως το ιστόραγενείρονταν τη γιορτή του αντρός της που θα τόστρωνε, και θα το πατούσαν τα κουνιάδια κι οι κουνιάδες της, και θα μπουσούλαγαν τα τεκνάκια της, και θα τρατάριζε πιοτό και κουραμπιέδες και θα χυνόταν η ζάχαρη απάνω στα ανθάκια της μυγδαλιάς, κι αυτή θα γέλαε· κι η Καλλιόπη, δώσε και ξεπλατίζονταν και γέλαε μοναχή της στο κατώϊ, στον αργαλειό…

Κάθε που τελείωνε από ’να φύλλο, το σύναζε στο γίκο της· κι ο γίκος όλο και φούσκωνε και ψήλωνε, κι αυτή καμάρωνε την προίκα που έφκιανε με τα χέρια της. Άμα απόσταινε από τον αργαλειό, έπιανε το βελόνι. Πέρναγε κλωνά πράσινη στην τρύπα μιανού βελονιού, κόκκινη στ’ αλλουνού, κίτρινη στ’ άλλο, κι έτσι μπελόνιαζε μπόλικα βελόνια, κι έπαιρνε όποιο τήςχρειάζονταν και κένταεψιλοβελονιά τ’ ανθάκια πού ’χεξεσχεδιάσει απάνω σε άσπρους χασέδες, κομμένους για σεντόνια και μαξιλάρια. Εκεί ιστόραγε λουλούδια και πουλιά, μαργαρίτες και κρίνα, με πράσινα κοτσανάκια, άλλα με πολύχρωμα κεφαλάκια, κι όπως τρύπαε τον χασέ με το βελόνι με την πράσινη κλωστή, έφευγε κι ο νους της και νείρονταν χλοερά λιβάδια, και γέλια και χαρές, κι ούλα όσα τήςστέρησε η ζωή, κι ένα παλληκάρι ωραίο και γερό που θα ακούμπαγε το κεφάλι του και θα σκεπάζονταν με τα ολάνθιστα και μοσχομυρισμένα έργα των χεριών της… Κένταγε και τραπεζομάντηλα λινά, και σεμέν, και καρέ, και με το βελονάκι έπλεκε νταντέλλες και μπιμπίλες και ροδάκια, για να στολίσει το σπίτι που θα άνοιγε, όταν θά ’νοιγε η μοίρα της. Όλα ετούτα η Καλλιόπη τα σύναζε στα φορτσέρια της. Κόντευε κιόλας να γιομίσει ως πάνω και το δεύτερο φορτσέρι. Άμα προλάβαινε θα γιόμιζε κι άλλα δυόφορτσέρια με κεντίδια, να τα κάνει τέσσερα ή κι έξι κι οχτώ… αλλά όχι! όχι! έπρεπε να παντρευτεί· δε θα κένταε μια ζωή γιομίζοντας φορτσέρια…

Κι ούλα ετούτα η Καλλιόπη τάφκιανε με μεράκι, γιατί όσο γύφαινε ή κένταε, ένοιωθε κιόλας ότι ήταν παντρεμένη με τον καλλονιό, κι όπως γινότανε το σχέδιο στον καμβά, στο πανί και στο υφάδι, έτσι γινότανε και στον νου της το πρόσωπο και το κορμί του αντρός και των παιδιών της. Γι’ αυτό, η Καλλιόπη έπεφτε μονή – διπλή να τελειώσει τις δουλειές με τον καπνό, τα ξύλα, τα μουλάρια, το ψωμί, τον φούρνο, τα συγύρια, γιατί χανότανε να ξεμοναχιάζεται στο κατώϊ, για να νείρεται στέφανα και γεννητσαρούδια κι αγάπη και φιλιά και γέλια και χαρά, και για να γλυτώνει κι από την σατράπισσα τη μάνα της, την ξεδιάντροπη!

Αχ! νά ’ζηγε ο πατέρας της! Δεν τον γνώρισε· ήτανε μαξούμι όταν πέθανε. Τού ’χανε κλέψει τ’ άλογα και κίνησε ο έρμος να πα να τα γυρέψει. Ήταν ο χειμώνας πριν τον πόλεμο του ’40, κι αυτός πήρε τη στράτα κατά τον ορεινό Βάλτο χαλεύοντας τα ζωντανά του. Μαθές τονεκουτσούρωσε ο άτιμος ο κλέφτης· δίχως τ’ άλογα δεν μπόρειε να κάνει μήτε χωράφι μήτε να πάει για ξύλα, για νερό, μάϊδε να πάει στον Καρβασσαράγια τις δουλειές… κι είχε φαμελιά, τρεις κοπέλες κι ένα παιδί, και γυναίκα, και την αδερφή του τη μούτα· α! όχι, όχι· την έρμη τη μούτα δεν την έβανε στο λογαριασμό· θα νά ’πεφτε φωτιά να τόνε κάψει· η μούτα έπαιρνε μισθό από έναν αδερφό τους που σκοτώθηκε φαντάρος, και με τα λεφτά της τούςξελάσπωνε κάμποσες φορές. Όμως, αν δεν έβρισκε τα πράματα, πάαινε χαμένος! Κι έτσι βαρυγκομισμένος και φαρμακωμένος έφτασε ως την Τετάρνα, γιατί εκεί τού ’πανε τα πήγανε τ’ άλογα. Κύριος οίδε πού ακούμπαγε για να κοιμηθεί, ποιος τού ’δινε μια χαψά για να φάει, με ποιον άλλαζε μια κουβέντα. Πάντως, μήτε τ’ άλογα τά ’βρε, κι αυτός άρπαξε πλεμονία, κι όταν γύρισε στο χωριό, μετά από λίγο πέθανε.

«Αχ! ποτέ αρφανός δε χαίρεται, φτωχός δεν καμαρώνει!» συλλογιόταν η Καλλιόπη και πικρά βαριαναστέναζε. «Να μη λυώσει ο άτιμος πό ’κλεψε τ’ άλογα. Άλυωτος να μείνει! Μάς πήριουλ’νούς στο λαιμό τ’». Ανέλαβε η χήρα το κυβέρνειο της φαμελιάς και τό ’βγαλε τα μάτια. Απόκοψε από το σόϊτ’ αντρού της και λιάνιζε στο ξύλο τα μαυρόπαιδα, αν κάνανε ενάντια σ’ αυτό που διάταζε. Ότι είχε έρθει στο χωριό κι ένας χήρος διαολόπαππαςμε την αδερφή του, κι αρχίνησε τα σούρτα – φέρτα με τον παππά, όσο που βούϊξε ο τόπος. Είχε χαμομεγαλώσει και το σερκό και τύχαινε ν’ απαντάει τη μάνα του βγαίνει απ’ το σπίτι του παππά· πάαινετότενες στα μαγαζιά για πιοτί, κι απέ γύρναγε στο σπίτι κι έπιανε τη μάνα και την τέλευε απ’ το ξύλο. Κι εκείνη με το τίποτα, έτσι για «άγραφο χαρτί» άρπαζε τις κοπέλες και τις λιγοθύμαγε βαρώντας· όσο που οι μεγαλύτερες παντρεύτηκαν κι φύγανε να γλυτώσουνε.

Με το έτσι και τ’ αλλιώς, παραμεγάλωσε η Καλλιόπη δίχως ν’ ανοίγει η μοίρα της, και κόντευε να γιομώσει και το δεύτερο φορτσέρι· μέχρι που μια μέρα

‒ «Ωωωω! Καλλιόπ’» τής έκρινε ο αδερφός της, «το και το» και τής έκαμε κουβέντα για το προξενιό που τούς στείλανεαπ’ τον Καρβασσαρά, για γαμπρό καλό, με “έχοντα”, με σπίτι και χωράφια, νοικοκύρη με σειρές, πού ’χε πατημένα τα σαράντα – ό,τι έπρεπε γι’ αυτή που τριαντάρησε – «μαναχά, να…» και κόμπιασε.

‒ «Τι είνι;» ρώτησε η Καλλιόπη.

‒ «Να, απ’ το να το ποδάρ’ σαν και να κ’τσαίνει»

‒ «Δεν τούνε θέλω! Να του γυρίσεις πίσου το προξενιό. Δεν τούνε παίρνω! Κάλλιο να κάτσουανύπαντρ’ παρά να πάρουκ’τσόνε», φώναξε η Καλλιόπη και κλώτσαε η καρδιά της να τιναχτεί όξω από τα στήθια της. Δάκρυα καυτά αυλακώσανε τ’ άσπρα μάγουλά της και μπροστά της είδε τ’ άνθια που κένταε στα σεντόνια, και την αμυγδαλιά στο κηλίμι, και τα πρασινοκόκκινα τα τουβλωτά ταπέτα, κι απάνω να περπατείπατσαλά αυτός που τη γυρεύει για γυναίκα. Όχι, όχι! από τόσο για «κοψίδι» ματώσανε τα δαχτυλάκια της και μαζί με τα σχέδια στα κεντίδια σχεδίαζε και τονάντρα της· ως και τα παιδιά που θα γένναε είχε σχεδιάσει μαζί με τ’ άνθια και τα κλωνάρια. Τέτοιο σχέδιο άντρα όμως δεν τό ’χε βάλει πουθενά. Όχι! δε θα τον έπαιρνε.

Δεν το γύρισε το προξενιό ο αδερφός της, παρά τήραε με ορμήνειες να την φρονιμέψει και να δεχτεί τον άνθρωπο που ήτανε καλός και να γένει ο γάμος, και να μη χαλεύεινειάτα κι ομορφιές, γιατί αυτά περαστικά είναι και να τηράξει να ξαποστάσει και να περάσει καλά με καλόν άνθρωπο.

‒ «Και τι π’ράζ’ σαν είνι κι λίγου κ’τσός; Κι άμα δεν κούτσαινε αλλά σιτίλωνε στο ξύλο ή ήτανε πιωματζής; Θα σ’ άρεγετότενες;»

‒ «Δε θα μ’ άρεγε, αλλά δε θέλουκ’τσόνε» χτυπιόντανε η Καλλιόπη, όσο π’ αγρίεψε ο αδερφός της, και

‒ «Θα τούνιπάρ’ς κι θα σκάσεις. Ποιος νείρεσαινα σιχαλέψ’; Τριαντάρ’σες κι είσικουπέλλατ’ςπ’τανοπαππαδιάς». Μαχαιριές οι κουβέντες τ’ αδερφού πετσόκοψαν την καρδιά της. Τι κι αν η μάνα της ακούστηκε με τον παππά; Αυτή ήτανε καλή, παντάκαλη· και τίμια και προκομμένη ήτανε κι όλα τα καλά είχε πάνω της. Και το θέλεις κι αλλιώς; Απ’ το ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ’ τ’ αγκάθι βγαίνει ρόδο, συλλογιότανε η Καλλιόπη κι από τη συλλοήέπεσε άρρωστη στο στρώμα. Δεν ματαμπήκε στον αργαλειό, μήτε ματαμπελόνιασε παρδαλές κλωνές για να ξομπλιάσει λουλουδάκια.

Μονάχα η μούτα την ένοιωθε, κι αγρίευε, και γούρλωνε τα μάτια της σα μπουρλίδες και τα πέταγε όξω, κι έβγανε φωνές δυνατές και βάραε τα στήθια της. «Θειακούλαμοοο, θειακούλαμοοο!» ρέκαζε η Καλλιόπη και έσφιγγε τη μούτα στην αγκαλιά της, γιατί καταλάβαινε πως μοναχά αυτή τής έλεγε να μην τον πάρει άμα δεν τον βάλει στην καρδιά της, και πως δεν έχει κάνανε ανάγκη, γιατί το κομπόδεμα που έχει από τη σύνταξη του σκοτωμένου φαντάρου, φτάνει κι είναι και περίσσιο. Ένα μήνα έμεινε άϋπνη η Καλλιόπη, να κλαίει ούλη νύχτα και να γίνεται μουσκίδια το μαξιλάρι, και πάνω στο μήνα κίνησαν οι ετοιμασίες για το γάμο.

Ήρθε η προπαραμονή, κι όπως είναι το συνήθειο στα τόπια τους, ήρθε ο κουνιάδος της νύφης για να πάρει το γίκο με τα χοντρόρουχα και τα φορτσέρια με την προίκα. Από το πρωΐ, στη μέση της σάλας ήταν ριγμένος καταή ο γίκος και πέρναγε όλο το χωριό να πετάξει ρύζι, να ευχηθεί και να τραταριστεί ριβανί, χαλβά ή κουραμπιέ και ούζο. Ούλα τα χρώματα του κόσμου χυμένα στη σάλα, τριαντάφυλλα ιστορημένα απάνω σε κουβέρτες, πολύχρωμα χράδια σαν καραμέλλες, κάμανε τους χωριανούς να κουβεντιάζουν για καιρό την αξάδα και την προκοπή της νύφης. Μόνο που η νύφη ένοιωθε πως όλα ετούτα γίνονταν για έναν ξένο γάμο, μιας αλληνής· κι ενώ η μάνα κι ο αδερφός είχανε χαρά που ήρθε η ώρα να πάρει ο κουνιάδος της Καλλιόπης την προίκα και ο αδερφός του την Καλλιόπη, εκείνη σαν ξένη στεκόταν παράμερα, παρέα με τη μούτα.

‒ «Κατεβάτεπιδιά, να πάρου τα φορτσέρια!»

‒ «Δεν κατεβαίνουμι, άμα δε μας δώκεις λιφτά!»αντιλογήθηκαν τα παιδιά της αδερφής της που κάθονταν πάνω στα φορτσέρια, τρεις φορές με τον κουνιάδο, κι απέαπήδησαν κάτω λευτερώνοντας τα μπαούλα· οι χωριανοί που ήταν καλεσμένοι, καρτέραγαν τώρα να δώκουν τα παιδάκια και τα κλειδιά των φορτσεριών, για να σηκώσει την προίκα ο κουνιάδος, μέχρι που άκουσαν να βροντάει η αρμαθιά και γυρίζοντας τα κεφάλια τους: «Θα πληρώσεις, για να πάρ’ς τα κλειδιά» είδαν τη μάνα της νύφης να λέει. Ντράπηκαν ούλοι· κατέβασαν κάτω τα κεφάλια· «Ντροπή τ’ς. Σαν κι να ’νι λιανοπαίδ’· για να πάρ’ λιφτά, ντροπιάζ’ τ’ κουπέλλατ’ςπ’γίνιτινύφ’. Τίποτις δε σέβεται· λότελα» έλεγαν από μέσα τους. Η Καλλιόπη γαυρίασε· «π’τανοπαππαδιά! Μι πήρις στου λιμό σ’» θέλησε να ρικομανίσει, αλλά κατάπιε τη λύσσα και τους αφρούς, την οργή, τον πόνο και τη συχασιά της· όχι! όχι! δεν είχαν όλα τούτα να κάμουν μ’ αυτή· μια ξένη καλεσμένη ήταν αυτή και παρέστεκε αδ’ εκεί.

Και κόντευε ο γάμος, κι οι νιόπαντρες πήγαν να την ορμηνέψουν για τι φέρσιμο νά ’χει μετά, που θα πάει στην κάμαρη με τον άντρα της· δε δέχτηκε ν’ ακούσει· και τέλεψε το μυστήριο, και τσούγκρισαν τα ποτήρια το κρασί κι οι άλλοι έτρωγαν τα ψητά, και σχόλασε ο γάμος κι η Καλλιόπη βρέθηκε στο στολισμένο κρεββάτι που τό ’χανε ράνει με ρύζι από νωρίτερα οι ανύπαντρες. Ντύθηκε την άσπρη κεντημένη νυχτικιά της, φκιασμένη με τα χέρια της για τη νύχτα τούτη. Στη σάλα του καινούργιου σπιτιού της, ο άντρας της άφηκε αναμμένο το φως και μπαίνοντας στη σκοτεινή κάμαρη άφηκε μισάνοιχτη την πόρτα. «Βγάλ’ τ’ νυχτικιά σ’» τον άκουσε να λέει και μες στο θάμπος, σαν και νά ’δε το παρασανταλιασμένο του κορμί, καθώς ξεζαρκωνότανε. Έμεινε ξερή σαν πετρωμένη· ένοιωσε να τήςτραβάει την λεπτοκεντητή νυχτικιά με βιάση και να την βγάνει από το κεφάλι, έτσι που λύθηκε ο κότσος της και τα καστανόξανθα κυματιστά μαλλιά της ανακατωμένα έπεσαν στο ωραίο πρόσωπο· κάτι σκληρό με δύναμη έβαλε μέσα της και μ’ αυτό πήρε με μανία να την σβαρνάεικάτω – πάνω στο στρώμα· κι όπως έγειρε το κεφάλι της στο μαξιλάρι για να μη γλέπει, είδε στη φωτισμένη σάλα τα φορτσέρια της ν’ ανεβοκατεβαίνουν, όπως ανεβοκατέβαζε και η μανία αυτουνού το κορμί της. Τα φορτσέρια, φορτωμένα με χρώματα, ονείρατα· τα φορτσέρια οπού ’χε φορτώσει τη ζωή της… Τότε θυμήθηκε τη γρια-Γάκαινα, που σα διάβαινε μπροστά απ’ το κατώφλι της και την έγλεπε να κεντάει, έλεγε: «Αααα! Τύχη νά ’χουν τα προικιά, κοπελλούλα μ’, κι ας είν’ κι από κροκίδια…».

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Η Μαρία Χασιώτη τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές της στο Μεσολόγγι. Σπούδασε στο Φιλολογικό τμήμα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα στην Ορθόδοξη Θεολογία από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Είναι τελειόφοιτος του τμήματος «Συγγραφή» του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, και φοιτήτρια επί πτυχίω της Νομικής Σχολής Αθηνών. Είναι μέλος της Επιστημονικής Ένωσης Προώθησης Έρευνας και Καινοτομίας, καθώς και της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος. Συμμετείχε με άρθρα – εισηγήσεις σε Πανελλήνια και Διεθνή Συνέδρια και έλαβε διάκριση για την εισήγησή της: «Από τους Αρχαίους Έλληνες Σκεπτικούς στην Κβαντική Μηχανική μέσω της Αρχής της Αβεβαιότητας» από το Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών. Διάκριση έλαβε και το διήγημά της: «Γάτα εφτάψυχη είμαι εγώ;» στον 2ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό ποίησης και πεζογραφίας που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, καθώς και τα διηγήματά της: «Το ύφαλο τέρας» και «Οι γάτες της Νερούπολης», τα οποία συμπεριελήφθησαν σε ανθολογίες διηγημάτων από τις εκδόσεις «Κύμα». Ήταν συντονίστρια των φιλολογικών μαθημάτων στην Επιτροπή του 43ου Βαθμολογικού Κέντρου, κατά τα ακαδημαϊκά έτη 2013-2014, 2014-2015 και 2015-2016. Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής Κριτών και έκρινε μέρος των εργασιών που υποβλήθηκαν στο 3ο Διεθνές Συνέδριο για την Προώθηση της Εκπαιδευτικής Καινοτομίας (Ε.Ε.Π.Ε.Κ.) σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, και διεξήχθη στη Λάρισα από 13 έως 15 Οκτωβρίου 2017. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση επί είκοσι οκτώ (28) συναπτά έτη.

 

 

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά στις 15 και 30 κάθε μήνα:

 ΜΑΡΤΙΟΣ

Η υπομονή και η παράνοια -Τασούλα Χαμπή

Η Ιθάκη μου  – Τάσος Μπογιάρης

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Νavy blue αποσκευή –Άννα Κωνσταντίνου

Οι πλεξούδες της Αφροδίτης – Ευγενία Ασλανίδου

ΜΑΙΟΣ

Αμετανόητος – Στέλλα Δέδε

Ο κόσμος τούτος ανήκει στα πουλιά – Παναγιώτα Φωτεινοπούλου

ΙΟΥΝΙΟΣ

Σκιά στο σκοτάδι – Ολυμπία Σφυρή

Αυτά που με κάνουν να είμαι ο εαυτός μου – Αγγελική Μανίτη

ΙΟΥΛΙΟΣ

Φωτογραφίες από εκδρομές – Απόστολος Τουρτούρης

Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πάτουχα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

Advertisements