Επιλογή eyelands: Η υπομονή και η παράνοια

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού.

Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: ‘’Αποσκευές’’. Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι:

Η υπομονή και η παράνοια
της Τασούλας Χαμπή

επιλογή αφίσα

Ο ήλιος ανεβοκατέβαινε και το φεγγάρι πηγαινοερχόταν. Οι μέρες και οι νύχτες εναλλάσσονταν, τίποτα δεν τις σταματούσε, ούτε ο πόνος που ξεχείλιζε από τις καρδιές των ανθρώπων. Πάλευαν να ζήσουν να έχουν τα απλά και τα απαραίτητα. Μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους ένα κομμάτι ψωμί στο τραπέζι τους. Μα κι’ αυτά λούσο και πλούτος ήταν για εκείνους που κρεβατώνονταν στην άκρη του δρόμου σε στενά  πλακόστρωτα δρομάκια, βρώμικοι με κουρελιασμένα ρούχα, πεινασμένοι να απλώνουν τα λερωμένα χέρια τους και να παρακαλάνε για ελεημοσύνη σε αυτούς που ζούσαν με αφθονία αγαθών, τους κουστουμάτους περαστικούς με τα καινούργια ακριβά καπέλα και τις κοπέλες με  τα φουντωτά φορέματα που κρύβουν από κάτω τους κορσέδες.

Σφιχτός, στενός, αποπνικτικός σαν την «υψηλή» κοινωνία. Όσο πιο σφιχτοδεμένος τόσο πιο κομψή και η κυρά που τον φορούσε, που πίστευαν στην οικογένεια Νταρλίνγκ ότι σήμαινε προξενιά από την ανώτερη κοινωνική τάξη, λες και η αγάπη μετρά με μεζούρα την μέση.

Με  λαχτάρα το περίμεναν μπας και σωθούν από τη οικονομική κατηφόρα. Είχαν μάλιστα καταστρώσει ολόκληρο σχέδιο. Με το καλημέρα περνούσαν στην κόρη το στενό κορσέ και την έβγαζαν στη μετά συνοδείας βόλτα, δήθεν για να πάρει αέρα και ας πνιγόταν  από την ασφυκτική καταπίεση του χρεοκοπημένου πατέρα και της φαντασμένης μητέρας που θέλανε να την πακετάρουνε στον Φελίπε, το γιατρό της πόλης, απόγονο και κληρονόμο «χρυσής» οικογενείας ιταλικής καταγωγής. Είκοσι δύο καρατίων.

Έτρεχαν σαν τις φοράδες που καλπάζουν η μάνα και κόρη να τον προλάβουν, σαν αρπακτικά που κυνηγούν το θήραμα τους κι  όταν πλησίαζαν το σπιτικό του, σταματούσαν απότομα, έβαζαν φρένο στα γρήγορα ποδάρια, έφτιαχναν βιαστικά τα φορέματα τους, ίσιωναν τα μεγάλα καπέλα τους,  εισέπνεαν  βαθιά και ανέβαιναν στο σανίδι να υποδυθούν το ρόλο τους.

Αυτός κλείνοντας τη πόρτα του αρχοντικού, τις έβλεπε, να περπατάνε χαλαρά κοιτώντας τάχα αδιάφορα και συζητώντας. Έπαιρνε και αυτός πάντα τον ίδιο δρόμο, την ίδια ώρα, αδημονούσε για τις «τυχαίες» συναντήσεις τους. Ήταν η νότα χαράς και αλλαγής στην αριστοκρατική μα βαρετή και μοναχική ζωή του. Βρισκόταν με κόσμο συχνά, μορφωμένους διανοούμενους, ανθρώπους των γραμμάτων μα ένιωθε μόνος. Η Κάρλα τον έκανε να νιώθει ένα ανεξήγητο και πρωτόγνωρο φτερουγίσματα μέσα του. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο του κολλούσε στο μυαλό σαν ανεξίτηλο μελάνι το λιγομίλητο κορίτσι. Εξέταζε τους ασθενείς και την σκεπτόταν να περπατά στο κήπο του μελλοντικού σπιτιού τους και όταν ξάπλωνε τα βράδια μύριζε το άρωμα της και ονειρευόταν το κορμί της, γυμνό, να τον αναστατώνει όμορφα, ηδονικά.  Το πρωί σηκωνόταν δυο ώρες νωρίτερα  περιμένοντας την κατάλληλη ώρα να τραβήξει τη πόρτα πίσω του. Τον είχε εξημερώσει. Είχε καταφέρει μέσα σε λίγους μήνες αυτό που δεν κατάφερε καμιά άλλη. Να ημερέψει τη θυμωμένη καταιγίδα που είχε μέσα του, μπόρεσε με ένα βλέμμα της  να πατήσει στα άβατα της ψυχής του. Ο  Φελίπε ήξερε για την οικονομική κατρακύλα της οικογένειάς της, που ήταν και ο λόγος της μετανάστευσης τους στο τωρινό τόπο διαμονής τους, είχε καταλάβει από καιρό τώρα ότι τον προόριζαν για γαμπρό για να τους σώσει να τους λυτρώσει σαν δεύτερος Ιησούς. Η τιμή της άξιζε, ήταν πρόθυμος να έκανε τον ανήξερο για να την κατακτήσει και να αφήσει τα δακτυλικά του αποτυπώματα σε όλο το κορμί της σαν υπογραφή ιδιοκτησίας.

Από την άλλη η Κάρλα μόνο όταν έμενε μόνη αναγνώριζε τον εαυτό της. Έπεφτε με τα μούτρα στο κρεβάτι, έβαζε το μαξιλάρι στο πρόσωπό της το κρατούσε με τις παλάμες της και το  πίεζε. Μετέφερε τη θλίψη και την οργή της σε αυτό. Κάθε βράδυ στην προσευχή της ευχόταν να μην ξημέρωνε άλλο πρωί για κείνη. Έκλεγε όσο πιο σιωπηλά μπορούσε. Το κάθε δάκρυ της συμβόλιζε μια ευθύνη που της ανάθεσαν, μια αμαρτωλή επιθυμία της, την επανάσταση του αφανέρωτου δυναμισμού της, μα και την υποδούλωσης της στην ελευθερία των επιλογών και της ανεξαρτησίας της. Βουτηγμένη μέσα στην έσχατη απελπισία της, σκέφτηκε να κόψει το νήμα της ζωής της και σαν αερικό να απαγκιστρωθεί από τα δέσμια της. Ποτέ δεν το έκανε. Παρέμεινε κλεισμένη αυτή η σκέψη στο κελάρι του μυαλού της.  Ένα βράδυ σε μια αποσκευή στρίμωξε κάποια λυτά φορέματα, χωρίς κορσέδες, και περίμενε τα μεσάνυχτα για να το σκάσει.  Καθώς η ώρα πλησίαζε, την εγκατέλειψε το θάρρος, την κυρίευσε ο φόβος η ανασφάλεια και η ανησυχία του άγνωστου τόπου και παραδόθηκε τελικά στην ζωή που άλλοι τόσο ανυπόμονα έχτισαν για αυτήν.

Παντρεύτηκαν με ταχύτητα τρένου που κυλά στις ράγες. Την βραδιά που ο Φελίπε γεύτηκε την Κάρλα την ερωτεύτηκε ακόμα πιο πολύ. Αντίρρηση δεν της έφερε ποτέ. Δική της ράφτρα να τις φτιάχνει ενδυμασίες αποκλειστικά για κείνη, κοσμήματα για κάθε τους έξοδο, ταξίδια όπου και όποτε το επιθυμούσε, παραδουλεύτρα για τα οικιακά, έτσι ώστε να παραμένουν ξεκούραστα τα ποδαράκια και τα χεράκια της ντελικάτης γυναίκας του.  Εξόφλησε και με το παραπάνω το χρέος που είχαν οι γονείς της στους τοκογλύφους και έδωσε τα τριπλάσια για να αποσιωπηθεί το γεγονός να μην φτάσει στα αυτιά του «μικρόκοσμου» τους.

Όλα έδειχναν πως ο δρόμος μέχρι το θάνατο τους δεν θα είχε επικίνδυνες στροφές. Κανείς όμως δεν υπολόγισε την Κάρλα που έκαιγε μέσα της ενεργό πυρακτωμένο ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.

Όταν ο Φελίπε καλέστηκε από ένα μεγαλέμπορο του εξωτερικού για να τον εξετάσει η Κάρλα έμεινε μόνη. Τότε φάνηκε το αληθινό χαμόγελο στα λεπτά της χείλη, τα γαλανά της  μάτια λαμπύριζαν σαν άστρα, ήταν ελεύθερη να ζήσει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα, έστω και το περιορισμένο αυτό διάστημα μέχρι να επέστρεφε ο σύζυγος της, θα θωράκιζε αέρα απελευθερώσεως στα σωθικά της με ελπίδα και προσμονή το επόμενο του ταξίδι.

Έδωσε εντολή τις μέρες αυτές να μείνουν στο σπίτι στην εξοχή, εκεί που είχαν πάει για λίγο, μετά το γάμο τους. Εκεί που ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς της να χτυπάνε σαν καμπάνα εκκλησιάς, εκεί που ήταν ο επιστάτης. Ο μελαχρινός ηλιοκαμένος πρασινομάτης άντρας που την έκανε να επιθυμεί έντονα το άγγιγμα του και που το πάθος ποδοπατούσε τη λογική. Πρώτα μίλησαν οι κόρες των ματιών τους που διαστέλλονταν από τον ενθουσιασμό και τον ερεθισμό που προκαλούσε η παρουσία του ενός στον άλλο.  Περνούσαν τη μέρα τους συζητώντας για τις ζωές τους και το βράδυ ενώνονταν κάτω από τα άστρα στην μικρή ανθοστόλιστη αυλή του έρωτά τους.

Ο χρόνος αγάπες δεν κοιτά και τριάντα μέρες μετά είπαν προσωρινό αντίο για να υποδεχτεί το Φελίπε στην πόλη. Είχε αλλάξει και την προσευχή της τώρα πια και ευχόταν να βάλει ο Θεός το χέρι του να ξανά ταξιδέψει ο σύζυγος σε κάποιο συνέδριο σε ένα άλλο μακρινό ασθενή που χρειαζόταν τη βοήθεια του πασίγνωστου και επιτυχημένου γιατρού.

Όσο αυτό αργοπορούσε η Κλάρα αγρίευε και ένιωθε ότι της μαγάριζε το κορμί. Ποιος; Αυτός που την έσωσε  από τη μίζερη ζωή της, που την αγάπησε άνευ όρων που της πρόσφερε πριν καν ζητήσει, που βαριά κουβέντα πότε δεν της είπε. Μα δεν τον αγάπησε ποτέ,  σε άλλο κρεβάτι επιθυμούσε να ξαπλώνει και άλλον να βλέπει το πρωί όταν ξύπνα.

Στον επόμενο μήνα η Κλάρα εγκυμονούσε. Πρόβλημα δεν προέκυψε μιας και ο Φελίπε είχε πάει να την δει στα μισά της διαμονής της στο εξοχικό και καλύφτηκε η ‘’αμαρτία’’ με το μανδύα της χαράς του. Εκείνη επέστρεψε στις σκοτεινές τις σκέψης,  στις τάσεις φυγής όσο ποτέ άλλοτε.

Επέμενε να πάνε στο άλλο τους σπίτι στο βουνό, βρίσκοντας διάφορες προφάσεις το καθάρισμα, η αλλαγή, η ησυχία και τελικά όταν σκαρφίστηκε πως ο αέρας της πόλης της έκλεβε την αναπνοή και κινδύνευε το μωρό κατάφερε να τον πείσει και να συναινέσει να εγκατασταθεί προσωρινά η Κάρλα στο εξοχικό και να την επισκέπτεται όποτε μπορούσε. Μέχρι τότε θα το έσκαγε πιασμένη  χέρι – χέρι με τον έρωτα της.

Όταν έφτασαν  βρήκαν το σπίτι καμένο και το καρβουνιασμένο κορμί του επιστάτη να τους περιμένει στην υποδοχή. Ήταν η στιγμή που o παραλογισμός έγινε μόνιμος συγκάτοικος της. Η λογική από τότε δεν ξαναεπισκέφτηκε την κοπέλα με την αρχοντική πορσελάνινη επιδερμίδα.

Τις νύχτες ξυπνούσε ουρλιάζοντας ιδρωμένη, και τις μέρες καθόταν ακίνητη στη βελούδινη πολυθρόνα απέναντι στο παράθυρο  χωρίς να μιλά, με τα μάτια της ορθάνοιχτα, τον περίμενε να περάσει από κει να την χαιρετήσει και να τις γνέψει να βγει έξω μαζί του, όπως και χθες και προχθές, είχε σκοπό να τα καταφέρει να ξεγελάσει την κυρία με το αυστηρό βλέμμα τα σφιχτοπιασμένα μαλλιά και την άσπρη στολή που ήταν ερωμένη του συζύγου της, που με τις ενέσεις την νάρκωναν για να μην τους φέρνει αντιστάσεις και να μπορούν να ερωτοτροπούν ανενόχλητοι στην κρεβατοκάμαρα. Ύστερα ήταν η παραδουλεύτρα που της έβαζε δηλητήριο στο φαγητό και την πίεζε να το γευτεί ξεκινώντας με παρακάλια και καλοπιάσματα και έπειτα κρατώντας της το στόμα ανοιχτό με τους υπόλοιπους συνεργούς στο οργανωμένο σχιζοφρενικό της σενάριο. Ζούσε μια απόλυτα εγκεφαλική τραγωδία.

Η πραγματικότητα ήταν πως ο Φελίπε πρόσλαβε μια νοσοκόμα για να προσέχει την γυναικά του μέχρι να γεννηθεί το παιδί και να πάρει φαρμακευτική αγωγή. Η βοηθός εξακολουθούσε να δουλεύει για αυτούς με κίνδυνο τη ζωή της μιας και η Κάρλα την ξυλοφόρτωσε μια δυο φορές.

Οι μήνες πέρασαν και το παιδί γεννήθηκε η Κάρλα νοσηλευτικέ σε ψυχιατρική κλινική. Το νεογέννητο ανάλαβε η παραδουλεύτρα και μαζί με το Φελίπε βρήκαν μια φτώχειά μάνα που δέχτηκε να το θηλάζει  μετά πληρωμής και στέγης για αυτήν και τα τέσσερα παιδιά της.

Έξι μήνες πέρασαν και επέστρεψε στο σπίτι λίγο ραγισμένη μα ήρεμη. Η μπόρα είχε περάσει και ο Φελίπε αντίκριζε ξανά τη γυναικά που είχε γνωρίσει στο στενό δρομάκι, με την ευαίσθητη ψυχή. Όλα επέστρεψαν στο φυσιολογικό, έτσι έδειχναν τα πράγματα. Ο γιατρός εργαζόταν εφτά μέρες τη βδομάδα ξεκινώντας από τις έξι και μισή μέχρι και τις εννέα το βράδυ. Η Κάρλα έμενε πολλές ώρες με το βρέφος και ανάλαβε και τις δουλειές του σπιτιού. Η υπηρεσία έφυγε ένα πρωί χωρίς να πει τίποτα μετά τον τελευταίο τους καυγά.

Ανήμερα τις επετείου τους ο υπομονετικός σύζυγος επέστρεψε στο σπίτι όπως κάθε βράδυ. Η Κάρλα είχε περιποιηθεί τον εαυτό της κάτι που δεν το συνήθιζε τον τελευταίο καιρό. Είχε ετοιμάσει το τραπέζι με τα κεριά και  μοσχομύριζε αχνιστό φαγητό στην εστία. Αυτός ανυποψίαστος έβγαλε το μαύρο σακάκι του έπλυνε τα χέρια και το πρόσωπο του στη λεκάνη. Κάθισαν και οι δύο ταυτόχρονα ο ένας απέναντι στον άλλο. Το βλέμμα της ήταν αλλιώτικο, λες και έκρυβε μια αγριάδα, σαν κάτι να θελε να του πει. Του πετούσε σπίθες με τα μάτια και αυτός το εκλάμβανε σαν προμήνυμα για την καυτή τους νύχτα.

Όλα ήταν διαφορετικά εκείνο το βράδυ ακόμα και η γεύση του φαγητού. Το κρέας ήταν διαφορετικό, παράξενο  λες και το γευόταν για πρώτη φορά. Μίας και οι μαγειρικές ικανότητες της, δεν ήταν ποτέ επιτυχημένες , το έριξε στο ακαλλιέργητο ταλέντο της.

Επικρατούσε μια ανατριχιαστική ησυχία. Όταν τέλειωσαν το φαγητό τους ο άντρας μπήκε στο μέσα δωμάτιο. Η φωνή του ακούστηκε τρεμάμενη, άγρια, απότομη. «Το παιδί, που είναι το παιδί»;  Επέστρεψε στην τραπεζαρία την βρήκε να κάθετε ακόμα ατάραχη στο τραπέζι και να τρώει την δεύτερη της μερίδα. Έσκυψε στο πρόσωπο της και με ενωμένα δόντια τη ρώτησε «Κάρλα που είναι το παιδί»;

-Πεινάς ακόμη; Έχω ετοιμάσει και μια κρεατόπιτα! Να σε σερβίρω;

Τη στιγμή που σηκώθηκε την τράβηξε από το μπράτσο και την έφερε απότομα και σκληρά κοντά του. « Ρώτησα που είναι το παιδί μου»;

-Εδώ μέσα του απάντησε αγγίζοντας τη κοιλιά του.

Την τράβηξε από τα μαλλιά, ήθελε να της ξεριζώσει εκείνη τη στιγμή το κεφάλι. Έψαξε με τα μάτια του το κοφτερό μαχαίρι, το είδε ματωμένο εκεί κοντά στη ζέστη πίτα. Δεν μπορούσε να το αγγίξει το αίμα που είχε πάνω ήταν δικό του, κομμάτι του εαυτού του. Έτσι όπως την κρατούσε σφιχτά, άρχισε να της κοπανά το κεφάλι, στο ξύλινο τραπέζι με όλη του την δύναμη μια δυο και τρεις είχε σπάσει ή μύτη της και κάποια από τα μπροστινά της δόντια. Δεν θα είχε άλλη ευκαιρία πλησίαζε το τέλος της. «Επιτέλους» σκέφτηκε γελώντας δυνατά.  Η αναίσθητη αντίδραση της τον εξόργισε. Τώρα την χτυπούσε στο τοίχο. Όταν την άφησε αυτή σωριάστηκε στο πάτωμα. Ανάπνεε ακόμα. Πήρε τη λαβίδα που είχε στο τζάκι και την χτυπούσε με οργή. Το αίμα πεταγόταν παντού.  Σταμάτησε μόνο όταν τα παπούτσια του έβγαζαν περίεργους θορύβους από τη κόκκινη λίμνη στο χαλί.

Στεκόταν ακίνητος, νικητής και ηττημένος σε μια μάχη άνιση. Την είχε αποτελειώσει μα δεν ένιωθε καλύτερα. Αιμορραγούσε η καρδιά του προδοσία. Κάτω από το κρεβάτι βρισκόταν η καφετιά δερμάτινη βαλίτσα.  Ήταν βέβαιος πως θα έφευγε αμέσως μετά το πακετάρισμα, μα δεν ήξερε πώς να στριμώξει τόσες πληγές μέσα σε μια αποσκευή.  Μίσος, ψέμα, έχθρα, έρωτας, ελπίδα, υπομονή μονόδρομη αγάπη, δεν χωρούσαν. Επέστρεφε στο τόπο του εγκλήματος, πήρε το φαγητό αγκαλιά το σκέπασε με την παιδική κουβερτούλα και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Κάποια χρόνια αργότερα τον βρήκαν ψαράδες σε ένα έρημο νησί αδυνατισμένο, γερασμένο μα ακόμα  πολύ πονεμένο.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ονομάζομαι Τάσα Χαμπή Θεοφίλου. Γεννήθηκα στις 28 Οκτωβρίου του 1982 στη Λάρνακα της Κύπρου όπου και κατοικώ. Σπούδασα νηπιαγωγός  σε πανεπιστήμιο της χώρας μου. Αγαπώ τα παιδιά, τους ανθρώπους, τη ζωή και τη λογοτεχνία. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν «Ο δάσκαλος με το βιολί και το αστέρι» της Θέτης Χορτιάτη. Μέσα μου πιστεύω ότι από τότε ήθελα να γίνω εκπαιδευτικός για να μοιάσω σε εκείνον τον δάσκαλο. Παρόλα αυτά, η αγάπη μου για την συγγραφή, από όσο μου είπαν, φάνηκε σε πολύ μικρή ηλικία όταν οι δάσκαλοι στο δημοτικό με παίνευαν για τον τρόπο με τον οποίο έγραφα στις εκθέσεις. Η πρώτη μου απόπειρα ήταν μια εργασία που είχα να κάνω σαν φοιτήτρια όπου έπρεπε να γράψουμε ένα δικό μας παραμύθι και να το εικονογραφήσουμε. Τότε ήταν που η συγγραφή κύλησε στις φλέβες μου. Διάβαζα, έγραφα και το αντίστροφο. Με τη φαντασία μου ταξίδεψα στη ζούγκλα όπου εκεί μια ομάδα ζώων αφήνει τα δικά της μηνύματα στα παιδιά της Ελλάδας και  της Κύπρου. Εύχομαι σύντομα να τα αγκαλιάσει κάποιος εκδοτικός οίκος μαζί με άλλα δύο χριστουγεννιάτικα παραμύθια και μια σειρά από διηγήματα φαντασίας όπως αυτό που θα διαβάσετε στο eyelands portal.


ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά στις 15 και 30 κάθε μήνα:

 ΜΑΡΤΙΟΣ

Η Ιθάκη μου  – Τάσος Μπογιάρης

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Νavy blue αποσκευή –Άννα Κωνσταντίνου

Οι πλεξούδες της Αφροδίτης – Ευγενία Ασλανίδου

ΜΑΙΟΣ

Αμετανόητος – Στέλλα Δέδε

Ο κόσμος τούτος ανήκει στα πουλιά – Παναγιώτα Φωτεινοπούλου

ΙΟΥΝΙΟΣ

Σκιά στο σκοτάδι – Ολυμπία Σφυρή

Αυτά που με κάνουν να είμαι ο εαυτός μου – Αγγελική Μανίτη

ΙΟΥΛΙΟΣ

Φωτογραφίες από εκδρομές – Απόστολος Τουρτούρης

Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πάτουχα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

Advertisements