Τα παπούτσια – ένα διήγημα του Νίκου Μεντζίνη / προδημοσίευση

Το eyelands προδημοσιεύει ένα διήγημα του συγγραφέα Νίκου Μεντζίνη, από τη συλλογή «Πες μου μια λέξη από Έψιλον» που κυκλοφορεί την Παρασκευή 22 Μαρτίου από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες και παρουσιάζεται στο Πολύκεντρο Νεολαίας στο Ηράκλειο στις 7 το βράδυ.

Τα παπούτσια

«Ίδμεν ψεύδεα πολλά
Λέγειν ετύμοισιν ομοία,
Ίδμεν δ` ευτ` εθέλωμεν
Αληθέα μυθήσασθαι»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πες μου μια λέξη

Το νου, την ψυχή, τη ζωή του ολάκερη τη στοίχειωνε εκείνη τη χρονιά ένα ζευγάρι παπούτσια. Παπούτσια γερά, με δυο δάχτυλα σχεδόν σόλα, με κορδόνια τεράστια, που ανάμεσά τους μπλεκόταν και κόντευαν να τον πνίξουν, και με ένα σιρίτι τόσο δα, κόκκινο που ξεκινούσε από το τέλος της «γλώσσας» και οδηγούσε τα πυρωμένα μάτια του ως τη μύτη του παπουτσιού. Τα είχε δει ένα πρωινό σαββατιάτικο, του «Λαζάρου», στην προθήκη ενός καταστήματος, στην στάση των λεωφορείων, εκεί  που περίμεναν με τη μάνα του. Τον μάγεψαν. Η σύγκριση με τα απολειφάδια που φορούσε ολοχρονίς στα πόδια του, άνιση. Κόλλησε τη μύτη του στη βιτρίνα και προσπάθησε να τραβήξει διακριτικά την προσοχή της μάνας του, στο αντικείμενο του πόθου του. Εκείνη, χρόνια ολόκληρα εκπαιδευμένη στις στερήσεις και στη φτώχεια, στην ανάγκη να κουτσοβολεύει τις ανάγκες της οικογένειας, ξεπέρασε το σκόπελο και τραβώντας τον από το χέρι, σκούπισε τα μάτια και τον οδήγησε στο λεωφορείο. «Λοιπόν είσαι άντρας πια. Θα με βοηθήσεις με το σπίτι. Θα βάψεις με τον ασβέστη την αυλή, θα καθαρίσεις τη σόμπα».

   Το σπίτι ολάκερο μοσχοβολούσε. Τούτη η μυρωδιά θα τον ακολουθούσε για πάντα και θα τον σημάδευε σε όλη του τη ζωή. Τότε δεν το ήξερε, δεν το ανέλυε. Τότε ο Τέλης το βίωνε, και ρουφούσε όλη αυτή την πανδαισία. Δεκαπεντάχρονος, χωμένος στην πάλη με το κορμί του που ξυπνούσε, με τα σκοτάδια της άγνοιας στο μυαλό, άνοιγε αυτιά, μάτια, μύτη κα ρουθούνια και ρουφούσε τα πάντα: Μυρωδιές από τα λαχανικά που στύλωναν  το κορμί και την ψυχή των ανθρώπων στην αυστηρή νηστεία της εποχής. Τη μυρωδιά του ασβέστη που αναπαυόταν, κάτω από την κρούστα του στο βαρέλι, έτοιμος να θυσιαστεί για να δώσει το άσπρο χρώμα στους τοίχους. Τη μυρωδιά της κληματόβεργας που θα θυσιαζόταν στο φούρνο ή στο λάκκο για να παρασκευαστεί το παραδοσιακό αρνί ή  κατσίκι.

Λόγια των γονιών που σκυμμένοι από την σκληρή ζωή του μεροκάματου, προσπαθούσαν να μεγαλώσουν τα παιδιά που έσπειραν. Λόγια σκληρά για το λειψό φαί, την αναδουλειά, για την παραγωγή που κινδύνευε. Μα και λόγια γλυκά σαν ψωμί με ζάχαρη που αγαπούσε. Για το γιο που πρόκοβε στην Αθήνα. Για την κόρη που μάθαινε την τέχνη της μοδίστρας και ήταν υπάκουη και δουλευταρού. Καμιά φορά, χαμηλόφωνα , είναι η αλήθεια, λόγια τρυφερότητας: «θυμάσαι στο πανηγύρι; Με το καλό σου το μαντήλι, σαν κοριτσούδι!»

   Λόγια του δασκάλου του, που σκυμμένος αυτός από τη μιζέρια και την υπακοή στο «Υπουργείον της Παιδείας» και στον «Κύριον Επιθεωρητήν», μασούλαγε στραγάλια, παπαγάλιζε λόγια σοφά που είχε ακούσει προ αμνημονεύτων  ετών και χτυπούσε αλύπητα σε χέρια, πόδια, κορμί. Χτυπούσε αλύπητα. Σαν να ήθελε να πιαστεί από τη βίτσα και να μην κατρακυλήσει κι άλλο: «Ο δάσκαλος τότε, εν παραφορά οργής …και επειδή δεν  επείθοντο, ήρχισε να κλίνη το γνωστό ρήμα, καθ` όλους του χρόνους και τας εγκλίσεις, τα πρόσωπα και τους αριθμούς, επί των βραχιόνων, των ώμων, και των ράχεων, όλων συλλήβδην των μαθητών. Επί τίνα λεπτά της ώρας αντήχει ο κρότος της λεπτής και οζώδους βέργας, αναμίξ με οιμωγάς…»

   Λόγια των συμμαθητών και των μεγαλύτερων φίλων του για το μυστήριο του άλλου φύλου. Λόγια που τον αναστάτωναν και τον έκαναν να στριφογυρίζει ανάμεσα στα πόδια των γυναικών της γειτονιάς, για να ξεδιαλύνει πράγματα: Για το «ποιος τραβάει αστεφάνωτη την Αννούλα», «Τι συνέβαινε στο μαγαζί της Ντίνας» και άλλα τέτοια, μέχρι να τον πάρουν χαμπάρι οι γυναίκες και να τον ξαποστείλουν: «Κοίτα κοτζάμ μαντράχαλος, ανάμεσα στις γυναίκες».

   Λόγια χαμηλόφωνα στο καφενείο για τον Τάσο που ήταν λέει Χίτης και κάρφωνε στους αστυφύλακες τους χωριανούς. Για μια  Χούντα που τους χάρισε κάποια δάνεια, αλλά έστειλε τον μπαρμπα – Γιάννη και πάλι στη φυλακή. Η μάνα του, απόλυτη, έλεγε στους μεγαλύτερους μα και στον ίδιο: «Μακριά από τέτοια πράγματα,  κόμματα και τα ρέστα. Εμείς είμαστε φτωχοί, άλλοι κάνουν κουμάντο. Μακριά!!» Και μάζευε, μάζευε, εντός  του πράγματα ασύνδετα, σαν τα πετραδάκια του γιαλού, που κάποτε θα δώσουν ένα ψηφιδωτό, που θα το κουβαλά σε όλη του τη ζωή.

Απρίλης ζεστός και υγρός με έναν ήλιο που από ψηλά πετροβολούσε τους ανθρώπους και τους υπενθύμιζε τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Μεγάλη Εβδομάδα και όλα ήταν προσανατολισμένα στο θείο Πάθος. Ακόμα και οι καθημερινές ασχολίες των ανθρώπων. Οι δουλειές του σπιτιού, έμπαιναν κάτω από ένα νέο τελετουργικό, που ήταν προσανατολισμένο για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών και κοινωνικών αναγκών της οικογένειας για το Πάσχα: Η καθαριότητα του σπιτιού, το βάψιμό του, καθώς και αυτό όλων των αυλών, τα κουλούρια, τα αυγά, η σφαγή του αρνιού και η προετοιμασία για το μεγάλο τραπέζι. Η συλλογή των εσπεριδοειδών, διακοπτόταν από τις καθημερινές λειτουργίες πρωινές και απογευματινές. Η πώλησή τους και το «παζάρι»,  με τον έμπορο γινόταν θα έλεγες πιο ανθρώπινα και χριστιανικά: «10 δραχμές το κιλό, αυτά τα πορτοκάλια; Ούτε λαμπάδες για τα παιδιά μου δεν θα μπορέσω να αγοράσω, ρε θεομπαίχτη». Ο έμπορος, συνηθισμένος από τούτα, αδιάφορος για το έθιμο, έκανε να φύγει: «Εσύ θα χάσεις. Ποιος θα φάει πορτοκάλια πασχαλιάτικα; Η Αθήνα άδειασε ολόκληρη. Λαϊκή, έχει μόνο σήμερα για δέκα μέρες».  Τελικά η συμφωνία κλεινόταν λίγο παραπάνω, λίγο πιο κάτω. Και κινούσαν έμπορος και αγρότης στα εμπορικά μαγαζιά της Ερμού να προμηθευτούν τα αναγκαία για το Πάσχα.

    Φτώχεια γενική και απόλυτη. Η διαφορά «πλουσίων» και «φτωχών» αμελητέα. Φαινόταν στο χτυπητό αυγό που έτρωγε ο Γιάννης κυνηγημένος από τη μάνα του, ενώ οι υπόλοιποι βολεύονταν με λίγο ψωμί και σκληρό τυρί σαν κιμωλία. Φαινόταν στα καινούργια ρούχα ή παπούτσια που οι τυχεροί μπορούσαν να προμηθευτούν για να κάνουν την εμφάνισή τους όχι στην Ανάσταση, που κινδύνευες να σου καούν ή να τα χαλάσεις, αλλά την επομένη ημέρα το απόγευμα, στην «αγάπη». Η «αγάπη», ήταν μια πανηγυρική λειτουργία την ημέρα του Πάσχα και ξεκινούσε στις 5 το απόγευμα και συμμετείχε ολόκληρο το χωριό. Οι πάντες!! Ακόμη κι εκείνοι που λόγω ηλικίας ή  ασθένειας, δεν πήγαιναν στην Ανάσταση. Εκεί δινόταν το φιλί της αγάπης και πολλές φορές  μακροχρόνιες έχθρες, έσβηναν σαν τις λαμπάδες που όλοι άναβαν στην εικόνα του πολιούχου τους Αγίου Γεωργίου.

Ο Τέλης καταπιάστηκε με τις δουλειές του σπιτιού που του δόθηκαν φέτος σαν ένδειξη αποδοχής του μεγαλώματός του. Αδύνατος, είχε πάρει απότομα μπόι και παλαντζάριζε ανάμεσα στο παιδί και τον άντρα. Δούλευε μεθοδικά και με όρεξη έχοντας στο νου του πάντα τα παπούτσια. Τα είχε στο νου του ως εισιτήριο για την είσοδό του στον κόσμο των ενήλικων, μεγάλων. Με αυτά θα μπορούσε να πάει στην «αγάπη» και να δώσει το στίγμα του σε όλους. Και ιδίως στην Μαρία, που από ότι είχε μάθει θα ερχόταν την Μεγάλη Πέμπτη από την Θεσσαλονίκη. Η Μαρία, γειτόνισσά του και φροντιστής στο μάθημα της έκθεσης, πριν πετύχει στο πανεπιστήμιο, είχε γίνει η επιτομή της Γυναίκας!  Εκεί αθροιζόταν οι αποσπασματικές εικόνες και τα λόγια και τα όνειρα. Και γινόταν σάρκα και οστά. Ιδίως σάρκα που εύρισκε δρόμους και του παρουσιαζόταν στα ολάνοιχτα μάτια του. Θα παρουσιαζόταν μπροστά της, με τα καινούργια παπούτσια, μεγάλος, σχεδόν άντρας!

   Ήξερε ότι με την κατάσταση στο σπίτι, δύσκολα θα αγόραζε τα παπούτσια η μάνα του. Η τελευταία του ελπίδα ήταν η νονά του. Ανύπαντρη, μεγαλοκοπέλα, υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών στην Αθήνα, του είχε μια μεγάλη αδυναμία. Πάντα ερχόταν με κουτιά και παιχνίδια και πάντα γέμιζε τις χούφτες του με κέρματα, που τα επένδυε σε παγωτά και κορνέδες, τα γλυκά που τον τρέλαιναν. Φέτος καθυστερούσε. Μεγάλη Τρίτη και ακόμα να την δει. Περνούσε μπροστά από το σπίτι της, μα εκείνο πεισματικά κλειστό κι απρόσιτο αδιαφορούσε. Η Μεγάλη εβδομάδα με τις ολονυχτίες, την προσμονή, καθυστερούσε! Ο Τέλης χωμένος στο όνειρό, αδημονούσε. Τη Μεγάλη Παρασκευή η μάνα του τον φώναξε και του ανακοίνωσε ότι η νονά του δεν θα ερχόταν για Πάσχα, αλλά την επόμενη εβδομάδα. «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα. Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται….» Τα πόδια του κόπηκαν, μα πριν προλάβει να καταρρεύσει, του ανακοίνωσε ότι του είχε στείλει χρήματα για παπούτσια! Μετά την αποκαθήλωση θα πήγαιναν να τα αγοράσουν. Τρελάθηκε! Το όνειρό του πραγματικότητα. Η ευτυχία χειροπιαστή και πολλαπλασιάστηκε όταν  είδε την Μαρία στην εκκλησία με ένα φουστάνι μακρύ και αέρινο. Τα μαλλιά της μαύρα και μακριά πλαισίωναν ένα πρόσωπο που το είχε για πάντα στην σκέψη του. Τον πλησίασε και αφού τον φίλησε: «Μα εσύ με ξεπέρασες στο ύψος. Τι κάνεις, γράφεις καλές εκθέσεις»; Αμηχανία («Ο εμός έρως εσταυρώται»). Μα κι ένα αίσθημα πρωτόγνωρο τον συγκλόνισε σε όλο του το κορμί. Εκεί έμαθε πως το απόγευμα θα πήγαινε στον καθιερωμένο αγώνα ποδοσφαίρου της Μεγάλης Παρασκευής. Έθιμο παλιό, που αφού συνάντησε λυσσαλέες αντιδράσεις από τους μεγαλύτερους και τον παπά, κατάφερε να ανδρωθεί και να  επιβιώσει: Κάθε Μεγάλη Παρασκευή γινόταν ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στους ντόπιους (αυτούς που έμεναν στο χωριό) και τους «Αθηναίους» (εκείνους  που είτε λόγω εργασίας ή σπουδών  έμεναν μακριά από τον τόπο καταγωγής τους).

   Οι φωνές τους ακούγονταν εκατοντάδες μέτρα μακριά. Οι φωνές, τα χειροκροτήματα, και τα ουρλιαχτά έρχονταν σε αντίθεση με την ανοιξιάτικη θαλπωρή που είχε σκεπάσει όλη τη φύση. Ο Τέλης, κρατώντας σφιχτά την τσάντα με τα καινούργια παπούτσια, άκουσε τις φωνές και συνειδητοποίησε, ότι ο αγώνας είχε αρχίσει. Η Μαρία ήταν εκεί κι αυτός όχι. Τρέχοντας μπήκε στο γήπεδο: Μια αλάνα, που καθαρίστηκε, πατήθηκε και τοποθετήθηκαν υποτυπώδη τέρματα  στην άκρη της. Καμιά εκατοστή αγόρια και κορίτσια, κάθονταν κάτω από τη σειρά των πεύκων που πλαισίωναν το γήπεδο και παρακολουθούσαν. Ανεβοκατέβαινε πάνω κάτω, σαν τρελός. Έπρεπε να μπει να παίξει. Να  τον δει η Μαρία. Έπρεπε!  Όταν επιτέλους τον φώναξαν να αντικαταστήσει κάποιον, πανικόβλητος συνειδητοποίησε ότι τα παπούτσια που φορούσε δεν θα άντεχαν ούτε για δέκα λεπτά. Δίστασε, μα αμέσως έβγαλε τα νέα παπούτσια από το κουτί και τα φόρεσε. Έτρεχε σε όλο το γήπεδο, έκανε προσωπικές επιθέσεις και ενέργειες. Ο ιδρώτας τον πλημμύριζε. Η ανάσα του βαριά. Ο Νους του και τα μάτια του, όμως στην Μαρία. Τον πρόσεχε; Τον χειροκροτούσε; Όταν επιτέλους ολοκληρώθηκε το παιχνίδι και κατευθύνθηκε προς το μέρος της, η κούραση και η ζάλη του χάθηκαν. Τον αγκάλιασε και του ψιθύρισε: «Ήσουν  θαυμάσιος, μπράβο. Μα τα διέλυσες τα παπούτσια σου!» Φρίκη τον κατέκλυσε, βλέποντας τα καινούργια παπούτσια του να είναι σχεδόν διαλυμένα. Σκισίματα παντού, σκόνες και λάσπες. Άθλια.

   Ανήμερα του Πάσχα, στην «αγάπη», ο Τέλης έλειπε! Δεν πήγε, δεν άναψε την πασχαλινή λαμπάδα του στον Αι –Γιώργη, δεν συγχώρεσε και δεν συγχωρέθηκε από κανέναν. Δεν έδωσε αυτός εκεί το φιλί της αγάπης. Δεν τον πείραξε καθόλου. Αυτός κείνες τις ημέρες, πήρε κι έδωσε χιλιάδες  φιλιά. Φιλιά της πρώτης αγάπης, της ανθρώπινης.

////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

Νίκος Μεντζίνης είναι δάσκαλος. Γεννήθηκε στο Αίγιο αλλά κατοικεί μόνιμα πολλά χρόνια στο Ηράκλειο. Ασχολείται με τα κοινά, το συνδικαλισμό και παράλληλα γράφει. Έχουν εκδοθεί δύο ιστορικά του μυθιστορήματα.

ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΑΠΟ ΕΨΙΛΟΝ/ Σελίδες 126/ Τιμή 12 ευρώ/
Σειρά: Παράξενες Μέρες στην Ελλάδα – 26
ISBN:  978-618-5278-24-3

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements