Επιλογή Eyelands: Η Ιθάκη μου

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού.

Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: ‘’Αποσκευές’’. Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι:

«Η Ιθάκη μου»

/του Τάσου Μπογιάρη/

επιλογή αφίσα

Πρώτη στάση Φούρνοι Ικαρίας, επόμενος σταθμός Λειψοί, μετά Καστανιές Έβρου, και ακολουθούν η Ορεινή Αρκαδία, το Αγαθονήσι, τα γραφικά χωριά των Ιωαννίνων, το δύσβατο χωριό Κερασιά στην Καρδίτσα, που μείναμε 3 μέρες αποκλεισμένοι από τα χιόνια, η φιλόξενη Κρήτη και τώρα τελευταίος σταθμός οι Αρκιοί, ένα μικρό ακριτικό νησί, σε μια γωνιά του Αιγαίου με 11 μόνιμους κάτοικους και έναν μόνο μαθητή να έρχεται στο σχολείο γεμάτος όρεξη για μάθηση και όνειρα.

Κάθε χρονιά ετοιμάζω τις βαλίτσες και είμαι σε ετοιμότητα για να μπορέσω να κάνω το όνειρο μου πραγματικότητα. Από μικρός ονειρευόμουν την στιγμή που θα γινόμουν δάσκαλος και θα άλλαζα τον κόσμο με τις πρωτοποριακές μεθόδους διδασκαλίας και με τις αξίες που θα φρόντιζα να μεταλαμπαδεύσω τους μικρούς μου μαθητές που θα με παρακολουθούσαν. Όνειρα που χάθηκαν κάπου μέσα στις αέναες διαδρομές και στην κούραση του σώματος και της ψυχής από την φθορά του χρόνου.

Αν μπορούσα να περιγράψω με μια λέξη τον εαυτό μου αυτό θα ήταν το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Αναπληρωτής. Μια λέξη πληγή για όσους προσπαθούν να ακολουθήσουν το επάγγελμα του δασκάλου ή του καθηγητή. Παλαιότερα πίστευα πως ήταν λειτούργημα, πως άνηκα και εγώ μαζί με όλους όσους προσφέρουν τις υπηρεσίας τους στους άλλους, κάτι σαν τους γιατρούς του κόσμου, ή σαν τους πυροσβέστες που σβήνουν τις φωτιές και σώζουν ζωές, ή τους ιερείς που με τον ορθό τους λόγο και την λειτουργία βάζουν τα πρόβατα που παραστράτησαν στον ίσιο δρόμο. Κουταμάρες.

Δέκα χρόνια ως αναπληρωτής γύρισα όλη την Ελλάδα με μια βαλίτσα στο χέρι και με 2-3 αλλαξιές. Μόνο που κάθε φορά μέσα στις αποσκευές μου στρίμωχνα και τα όνειρα μου, ώσπου η βαλίτσα δεν άντεξε, σκίστηκε και σκόρπισαν τα πάντα. Άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου και χάθηκα στην θάλασσα πριν καν μπορέσω να φτάσω στην Ιθάκη μου. Οι Λαιστρυγόνες, οι Κύκλωπες και ο θυμωμένος Ποσειδώνας που συναντούσα σε κάθε μου ταξίδι, εμένα με λύγισαν. Προσπάθησα να κλείσω τα αφτιά μου στα τραγούδια των Σειρήνων που κάθε φορά ήθελαν να με κάνουν να αλλάξω την ρώτα μου. Κάποιες φορές τα κατάφερα βάζοντας και εγώ κερί, όπως ο πολυμήχανος Οδυσσέας, τώρα όμως πλέον δεν μπορώ. Πάλεψα όμως γενναία, αντιστάθηκα, αλλά τα κατάρτια μου μπάζουν πλέον νερά και η ψυχή μου γεμάτη πληγές ψάχνει την γιατρειά.  Ψάχνει την αγκαλιά της «Πηνελόπης μου», που πλέον κουράστηκε να καρτερά τον ξενιτεμένο της «Οδυσσέα».

Το Μαράκι φέτος μου το δήλωσε και δεν σήκωνε συζήτηση. «Δεν αντέχω άλλο Θάνο να είμαι ερωτική μετανάστρια στην ίδια μου την χώρα. ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ». Στην αρχή όσο ήμασταν νέοι, όλες αυτές τις διαδρομές τις βλέπαμε σαν μια περιπέτεια και την απολαμβάναμε κάθε φορά. Αλλάζαμε τον μύθο του Όμηρου και εγώ έπαιρνα μαζί μου σε κάθε ταξίδι την «Πηνελόπη μου». Την είχα στο πλευρό μου και μου έδινε κουράγιο και δύναμη να συνεχίσω, υφαίνοντας μαζί μου όνειρα και σχέδια για το μέλλον. Ξεκινούσαμε από τέλος Αυγούστου και μόλις έκλειναν τα σχολεία στα μέσα Ιουνίου επιστρέφαμε στην άδεια Αθήνα έχοντας στο μυαλό μας τις εικόνες που ζήσαμε και περιμέναμε την κατάταξη μου στον πίνακα μέχρι τον διορισμό. Οι βόλτες μας στην άδεια Αθήνα, πιασμένοι χέρι χέρι  είχαν πάντα κάτι το μοναδικό, σαν το ηλιοβασίλεμα που μπορείς από παντού να το απολαύσεις, αλλά κάθε μέρα και μέρος έχει την δική του μαγεία.

Ο χρόνος όμως είναι αλήτης. Ένας κλέφτης που σε ξεγελά και χωρίς να το καταλάβεις σε βυθίζει στην ρουτίνα και σε κάνει να ξεχνάς. Πως πέρασαν τα χρόνια ούτε που το κατάλαβα. Μόνο οι λιγοστές άσπρες τρίχες στα μαλλιά μου μαρτυρούν την παρουσία του χρόνου και κάποιες σκόρπιες ρυτίδες στο μέτωπο και στα μάτια που ούτε καν πρόσεξα πότε έκαναν την εμφάνιση τους.

Μέσα σε αυτά τα χρόνια έγιναν και άλλες αλλαγές, αλλά η δουλειά δεν με άφηνε να τις δω. Το Μαράκι έγινε Μαρία και τώρα στα 37 θέλει οικογένεια και παιδιά και κυρίως μια σταθερή βάση για να φτιάξει το σπιτικό της. Δεν την αδικώ. Την καταλαβαίνω. Ούτε που κατάλαβα πότε άρχισε να δυσανασχετεί με την όλη κατάσταση και πότε έπαψε να με ακολουθεί στα ταξίδια μου. Ίσως είναι τώρα δύο ή τρία χρόνια, αλλά όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να θυμηθώ. Όταν μου μίλησε ήταν απόλυτη και ξεκάθαρη. «Η καρδιά για να χορτάσει θέλει αγκαλιές Θάνο, όχι όνειρα σε μια βαλίτσα στριμωγμένα!», είπε και μου έκλεισε το τηλέφωνο δίνοντας μου χρόνο να το σκεφτώ και να της απαντήσω σε 10 μέρες που κλίνουν τα σχολεία και θα επιστρέψω στην Αθήνα.

Μόλις διάβασα την ώρα του διαλείμματος το γράμμα που μου έστειλε από την Αθήνα, ο Άκης, ο μοναδικός μαθητής μου στο σχολείο, μου είπε πως ένα τεράστιο γκρίζο σύννεφο ήρθε και κάθισε στα μάτια μου και άρχισε να με φυσά στο πρόσωπο για να το διώξει μακριά. Προσπάθησα να χαμογελάσω, αλλά μέσα μου ήθελα να κλάψω, να κλάψω σαν μικρό παιδί και να φωνάξω δυνατά φτάνει πια. Δεν έκανα όμως τίποτα.

Συνεχίσαμε το μάθημα κάνοντας ασκήσεις Μαθηματικών και στο τέλος κοιτώντας με στα μάτια με ρώτησε, «Τι έχετε κύριε; Το σύννεφο δεν έφυγε ακόμα». Τίποτα απάντησα, ενώ ήθελα να του πω πως το κορίτσι που αγαπώ μου έστειλε γράμμα λέγοντας μου πως κουράστηκε να με αγαπάει από απόσταση και πως είτε θα σταματήσω να διδάσκω και θα δουλεύω στην επιχείρηση του πατέρα της,(το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς εννοεί), είτε θα πρέπει να την ξεχάσω. Έκλισα την πόρτα της αυλής του σχολείου έχοντας στο μυαλό μου τα λόγιας της Μαρίας που μεγάλωσε και εγώ τόσα χρόνια δεν κατάλαβα τίποτα και συνέχιζα να την φωνάζω Μαράκι.

Κατηφορίζοντας για το σπίτι στάθηκα στην παραλία που ένιωθα να με φωνάζει στην αγκαλιά της. Ακόμα τα καραβάνια των τουριστών δεν είχαν φτάσει και η ηρεμία αυτή του νησιού με ξεκουράζει και μου γαληνεύει την ψυχή. Έβγαλα τα παπούτσια, γύρισα το παντελόνι μέχρι το γόνατο και μπήκα στην θάλασσα αφήνοντας πίσω τις έγνοιες μου για ένα μόνο λεπτό. Ένιωθα τα πόδια μου να βυθίζονται σε κάθε απαλό κύμα όλο και πιο βαθιά μέσα στην άμμο, αλλά δεν ήθελα να κουνηθώ. Ήθελα να βυθιστώ μέσα στην άμμο. Κάθισα στην συνέχεια κάτω από την σκιά ενός δέντρου, χωρίς να με νοιάζει η καυτή, λεπτή άμμος που έμπαινε στο πουκάμισο μου και κοιτώντας την θάλασσα προσπαθούσαν πάρω την σωστή απόφαση. Υπάρχει όμως άραγε σωστή απόφαση;

Το Μαράκι είναι ο άνθρωπος μου, είναι η ζωή μου, η ανάσα μου και ναι θέλω να κάνω οικογένεια μαζί της, αλλά τώρα μέσα στην κρίση με την δουλειά αυτή πως θα ζήσουμε, κανείς ποτέ δεν έζησε μόνο με όνειρα και ελπίδες. Χρειάζεσαι χρήματα και ένα ασφαλές περιβάλλον για να μεγαλώσουν τα παιδιά σου. Δεν μπορούν τα παιδιά μου να αλλάζουν σχολείο κάθε φορά που παίρνω μετάθεση εγώ. Από την άλλη το να αφήσω αυτό που αγάπησα και που σπούδασα τόσα χρόνια έτσι απλά δεν μου πάει η καρδιά. Τα διλλήματα είναι για τους ήρωες και εγώ είμαι ένας απλός θνητός που το μόνο που θέλει είναι μια ήρεμη και απλή ζωή.

Ίσως πάλι θα μου πείτε πως είμαι εγωιστής και πως στην αγάπη δεν χωρούν εγωισμοί, αλλά ηρωισμοί. Εγωιστής που με το όνειρο μου καταστρέφω την ζωή της Μαρίας, της στερώ την παρουσία μου, την αγάπη μου και την ευκαιρία να γίνει μάνα όταν όλες οι φίλες της έχουν ήδη παιδιά που πάνε στο Δημοτικό, ενώ εκείνη σαν άλλη Πηνελόπη περιμένει τον Οδυσσέα της να έρθει και να ζήσουν μαζί το παραμύθι τους. Ένα παραμύθι που δεν τελειώνει ποτέ.

Ναι, θα ήθελα να είμαι από αυτούς τους πρωταγωνιστές που βλέπουμε στις ταινίες που παρατούν τα πάντα για την αγάπη και στο τέλος ζουν ευτυχισμένοι μαζί, αλλά δεν είμαι πρωταγωνιστής σε ταινία, δεν ζω σε παραμύθι και φυσικά δεν θέλω άλλο να παραμυθιάζω την Μαρία λέγοντας της να μου δώσει πίστωση χρόνου ακόμα μια φορά και πως με τα μόρια που θα πάρω αυτήν την χρονιά διδάσκοντας σε ακριτικές περιοχές θα ανέβω στην λίστα για μια μόνιμη θέση κάπου στην Ελλάδα, κάπου κοντά στην αγκαλιά της.

«Προς τα που κοιτάζεις δάσκαλε;», ακούω τον κυρ Μηνά τον ψαρά να μου φωνάζει και με βγάζει από τις σκέψεις μου.

«Προς την Ιθάκη μου που την βλέπω να απομακρύνεται και εγώ βουλιάζω στα βαθιά. Το κατάρτι μου μπάζει νερά καπετάνιε», απαντώ και τελικά το καταραμένο το δάκρυ κυλά από το μάτι κάνοντας με ρεζίλι.

«Κουράστηκε η Πηνελόπη σου δάσκαλε;», με ρωτά και με ξαφνιάζει.

Κουνώ το κεφάλι μου και με την ανάστροφη του χεριού σκουπίζω το δάκρυ που κυλά στο μάγουλο μου τώρα πια. Εκείνος αφήνει κάτω τα δίχτυα και με πλησιάζει, με ακουμπά στην πλάτη και μου λέει πως η ζωή είναι ένα αδιάκοπο πήγαινε έλα και πως μόλις βρω το λιμάνι μου καλό θα είναι να αράξω γιατί διαφορετικά η ζωή ίσως να μην είναι γενναιόδωρη και ίσως δεν μου στείλει δεύτερη ευκαιρία.

«Το βράδυ σε περιμένω στην ταβέρνα, κερνάω ούζο! Να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Η ζωή πάντα ξέρει τι κάνει δάσκαλε. Μην της πας κόντρα!», μου φωνάζει και χάνεται στην θάλασσα μέσα στο καραβάκι του.

Μπαίνω στον πειρασμό να την πάρω τηλέφωνο, έχω τόσο πολύ ανάγκη να της μιλήσω, να ακούσω την φωνή της, να μου πει πως όλα είναι εντάξει και πως τίποτα δεν έχει αλλάξει, αλλά δειλιάζω. Στο γράμμα ήταν ξεκάθαρη. «Πάρε με τηλέφωνο μόνο για να μου ανακοινώσεις την απόφαση σου Θάνο» και ξαφνικά συνειδητοποιώ πως λείπει εκείνο το «μου» που πάντα έλεγε σε κάθε της πρόταση. «Θάνου μου θα πάμε σινεμά το βράδυ; Θάνο μου κανόνισα για μονοήμερη στο Ναύπλιο με τα παιδιά το Σάββατο. Πάρε με Θάνο μου τηλέφωνο όταν σχολάσεις. Θα φτιάξω παστίτσιο που σου αρέσει Θάνο μου για το μεσημέρι».

Το σπίτι που μένω είναι άδειο. Κυριολεκτικά. Μένω μόνος και δεν έχω ούτε τηλεόραση, ούτε ραδιόφωνο. Έναν μικρό φούρνο μικροκυμάτων μόνο που μου δάνεισε η Ελένη από την ταβέρνα για να μπορώ να εξυπηρετούμε. Ξαφνικά συνειδητοποιώ πως όλα είναι δανεικά. Όλη η ζωή μου πέρασε και εγώ προσπαθώντας να ικανοποιήσω τα όνειρα μου και τις φιλοδοξίες μου έζησα μια ζωή δανεική ζώντας σαν τον ζητιάνο. Οικονομία για να τελειώσω την σχολή, οικονομία για να καταφέρω να κάνω το μεταπτυχιακό, οικονομία στο ενοίκιο και στο φαγητό σε όλα τα μέρη για να μου μένουν χρήματα για τα εισιτήρια να βλέπω το Μαράκι, όταν έπαψε να με ακολουθεί, οικονομία για να μαζέψω χρήματα για το Διδακτορικό που έχω ως στόχο του χρόνου(ονειρεύομαι και ακαδημαϊκή καριέρα μέσα σε όλα), οικονομία στον χρόνο μου για να μπορώ να μελετώ, οικονομία, οικονομία…

Με την πείνα να αρχίζει να με χτυπά καθώς δεν έχω προλάβει να φάω κάτι όλη μέρα, που όρεξη για μαγείρεμα, κάθομαι στο τραπέζι (και αυτό δανεικό), πιάνω μια κόλλα χαρτί και ένα στυλό. Γράφω, γράφω συνέχεια χωρίς σταματημό σκέψεις, εμπειρίες, στιγμές, όνειρα. Την ζωή μου όλη τα 10 τελευταία χρόνια που τα πέρασα σε αίθουσες άλλοτε με πολλούς μαθητές και άλλοτε με λίγους. Με την κιμωλία στα χέρια να γράφω και να σβήνω στον πίνακα λέξεις και αριθμητικές πράξεις, με το κουδούνι να χτυπά κάθε φορά, με τις απορίες των μαθητών άλλες φορές να με κάνουν να χαμογελώ και άλλοτε να μου δημιουργούν αμηχανία, γέλια, φωνές, εκθέσεις μαθητών που σε καθήλωναν με την παιδική αφέλεια, με γονείς που με ρωτούσαν για την πρόοδο των παιδιών τους, διαγωνίσματα, συζητήσεις. Δεν ξέρω γιατί τα γράφω όλα αυτά, αλλά ξέρω που θα το στείλω αυτό το γράμμα.

Όταν το τελειώνω ο ήλιος έχει πέσει και η νύχτα ντυμένη σαν κυρία που είναι έτοιμη να σε παρασύρει στην αγκαλιά της έχει φτάσει. Θυμάμαι την πρόσκληση του κυρ Μηνά για ούζο, αλλά η κούραση είναι μεγάλη και τα μάτια μου πονούν από τα δάκρυα που έτρεχαν καθώς έγραφα το γράμμα και ένιωσα όλα τα συναισθήματα που βίωσα αυτά τα χρόνια. Καλά και άσχημα. Όλο αυτό το γράμμα είναι η ζωή μου και εγώ πρέπει να αποφασίσω πλέον για την ζωή μου.

Οι επόμενες 10 μέρες πέρασαν πολύ γρήγορα σαν να ήμουν πρωταγωνιστής σε κινηματογραφική ταινία. Στο μικρό λιμάνι είχαν μαζευτεί οι λιγοστοί κάτοικοι του νησιού να με αποχαιρετήσουν και χάθηκα στις αγκαλιές τους. Όλοι μου έδιναν ευχές και φιλιά και μου έλεγαν να μην τους ξεχάσω και πως όποτε θέλω μπορώ να πάω να με φιλοξενήσουν. Οι αγκαλιές τους μου έδωσαν θάρρος και δύναμη για να πάρω την τελική μου απόφαση μέσα στο καράβι που θα με φέρει στην Αθήνα αντιμέτωπο με το μεγαλύτερο δίλλημα της ζωής μου. Την απόφαση μου την έχω πάρει πιστεύω, αλλά κάθε φορά που λέω αυτό θα κάνω πάντα μια άλλη σκέψη έρχεται άξαφνα στο μυαλό μου και αλλάζω πάλι γνώμη.

Από την επιστολή που έστειλα στον Υπουργό Παιδείας δεν έλαβα απάντηση καμία, αλλά δεν περιμένω κιόλας. Μια ακόμα επιστολή όπως χιλιάδων άλλων ανθρώπων με προβλήματα που πιθανών να μην ανοίχτηκε ποτέ και είτε να έμεινε σε κάποιο συρτάρι, είτε να πετάχτηκε στα σκουπίδια. Δεν μπορώ να ζω περιμένοντας  άλλους να αποφασίσουν πια για την δική μου ζωή.

Καθώς το καράβι με φέρνει στην Αθήνα το μυαλό μου πονά από τις σκέψεις. Ίσως ήρθε η ώρα να γίνω ο ήρωας που ποτέ δεν ήμουν, να πάρω θέση στο δίλλημα και να απαντήσω στην ερώτηση της Μαρίας. Μαζί ή χώρια; Κάπου στο βάθος βλέπω την Δαμόκλειο Σπάθη να με πλησιάζει έτοιμη να μου αλλάξει και πάλι την ζωή. Ότι και να γίνει, μαζί ή χώρια πάλι μια βαλίτσα στο χέρι θα με βρει να πλέω σε νέους προορισμούς, να γεμίζω με όνειρα και εικόνες τις αποσκευές μου. «Ίσως η δική μου Ιθάκη να σου μοιάζει τελικά Μαράκι», σκέφτομαι την ώρα που οι γλάροι πετούν από δίπλα μου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ /Αναστάσιος Μπογιάρης
Γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Τελείωσε τις σπουδές του στην σχολή Τεχνολογίας Τροφίμων και Διατροφής και εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ και σεμινάρια δημιουργικής γραφής από καταξιωμένους συγγραφείς. Τον Δεκέμβριο του 2014 πήρε το Α΄ Βραβείο κοινού, στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος του Diavasame.gr με το διήγημα του «Το ρολόι χτυπάει πάντα στις 8». Το διήγημα του κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Momentum με τίτλο «Δείπνο για δώδεκα» και περιλαμβάνει τα 12 διηγήματα που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό. Έχει πάρει δύο διακρίσεις σε διαγωνισμούς του eyelands για τα διηγήματα του και τον Νοέμβριο του 2016 κυκλοφόρησε το διήγημα του «Τι εποχή έχουμε;», σε βιβλίο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με τίτλο «Ιστορίες του Φθινοπώρου» μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό. Το 2017 κυκλοφόρησε ένα ακόμα διήγημα του από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες στο συλλογικό έργο με τίτλο «Μικρές Επαναστάσεις».

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά στις 15 και 30 κάθε μήνα:

 

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Νavy blue αποσκευή –Άννα Κωνσταντίνου

Οι πλεξούδες της Αφροδίτης – Ευγενία Ασλανίδου

ΜΑΙΟΣ

Αμετανόητος – Στέλλα Δέδε

Ο κόσμος τούτος ανήκει στα πουλιά – Παναγιώτα Φωτεινοπούλου

ΙΟΥΝΙΟΣ

Σκιά στο σκοτάδι – Ολυμπία Σφυρή

Αυτά που με κάνουν να είμαι ο εαυτός μου – Αγγελική Μανίτη

ΙΟΥΛΙΟΣ

Φωτογραφίες από εκδρομές – Απόστολος Τουρτούρης

Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πάτουχα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

 

Advertisements