Επιλογή Eyelands:Φωτογραφίες από εκδρομές, του Απόστολου Τουρτούρη

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού.

Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: «Αποσκευές». Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι:  Φωτογραφίες από εκδρομές του Απόστολου Τουρτούρη

Διαγωνισμός Αποσκευές

Δουλειά! Δουλειά! Δουλειά! ΔΟΥΛΕΙΑ!

Ο διατρητικός ήχος του ξυπνητηριού με τράβηξε από κάτι ξεχασμένα όνειρα και με έκανε να πεταχτώ επάνω απ’ το σκέπασμα, σαν δύτης που ανεβαίνει στην επιφάνεια διψώντας ήδη γι’ αέρα. Το κινητό, ο υπολογιστής, ένα χρησιμοποιημένο χαρτομάντιλο, τα γυαλιά μου κι ένα ρολό υγείας μου έρχονται στο κεφάλι, καθώς βουλιάζω με απότομες κινήσεις στο χαλασμένο, καθισμένο στρώμα του ενοικιαζόμενου δωματίου μου. Πιάνω το κινητό, που ακόμη κουδουνίζει το καταραμένο και βλέπω την ώρα: 8:05. Τα χρειάστηκα. Προσπαθώ ακόμη πιο ατσούμπαλα να ξεφύγω απ’ την κινούμενη άμμο του κρεβατιού μου και τελικά τα καταφέρνω, περδικλώνομαι και πέφτω στο εδώ και τρεις μήνες άπλυτο πάτωμα.Ξαπλωμένος στο παρκέ βλέπω την κατάσταση από μια διαφορετική γωνία, και καθώς κοιτάω τις τεράστιες μπάλες από σκόνη στα πόδια του κρεβατιού, θυμάμαι: σήμερα είναι Σάββατο!

Το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι, καθώς σηκώνομαι μ’ ένα σάλτο και σκουπίζω τη σκόνη απ’ τα πλευρά μου. Το σαπούνι βρίσκεται στο άσπρο, μουχλιασμένο ράφι κι η πετσέτα κρέμεται από μια κρεμάστρα στερεωμένη στο πόμολο της πόρτας. Ξεκλειδώνω την πόρτα του δωματίου γυμνός και πηγαίνω στο μπάνιο. Δεν ακούγεται κανένας θόρυβος, άρα οι συγκάτοικοι έχουν φύγει – ε, κι εδώ να ‘ναι, θα κοιμούνται‧ ε, και να μην κοιμούνται και με δουν έτσι, με το πουλί να κρέμεται, χάρη τους κάνω, σιγά τώρα. Κάνω το ντους μου στα γρήγορα και επιστρέφω στο 3 επί 3 μου, τον κυρίως χώρο, για τον οποίο πληρώνω ενοίκιο.

Στέκομαι μπροστά από τη λευκή, λερωμένη ντουλάπα με τον ολόσωμο καθρέφτη. Κάποτε, θα σε συνηθίσω, του λέω και με μια κίνηση σκύβω στις δύο μεγάλες, μπεζ σκούρο βαλίτσες μου, οι οποίες είναι μπροστά, γεμάτες και ανοιγμένες. Μα πόσο δύσκολο είναι πια να βρεις ένα βρακί σ’ αυτό το χαμό; Ένα βήμα πίσω και κάθομαι στο μαξιλάρι του κρεβατιού μου. Κοιτάζω τις ανοιχτές, ανακατωμένες βαλίτσες. Φυσικά και δεν έκανα τον κόπο να βάλω κάτι στη ντουλάπα. Αυτό το σάπιο έπιπλο είναι ίσως πιο βρώμικο κι απ’ το πάτωμα και δεν σκοπεύω να χαλάσω μια ολόκληρη μέρα για να το καθαρίσω!

Τρεις μήνες είμαι εδώ‧ θα κάτσω άλλους δύο. Πριν ήμουν Αθήνα. Έξι μήνες – τελείωνα κάτι απεχθείς σπουδές. Πιο πριν Στράλσουντ‧ τρεις μήνες – φωτογράφος σε μπαρ, το καλοκαίρι, με φιλοξένησε ένας φίλος απ’ το Εράσμους (δικό του, όχι δικό μου).Τώρα Λουξεμβούργο‧ μεταφραστής, λούσα. Μετά ποιος ξέρει… Ελπίζω κάπου πιο ζεστά αλλά θα δείξει. Όπως και να ‘χει, τον τελευταίο καιρό αυτές οι δύο βαλίτσες είναι οι ντουλάπες μου, σκέφτομαι, τη στιγμή ακριβώς που διακρίνω μια άκρη υφάσματος, που μοιάζει όντως με μποξεράκι.

Τα σαββατοκύριακα σε μία πόλη, που ξέρεις μετά βίας και στην οποία ξέρεις πως θα καθίσεις για λίγο, είναι ή φανταστικά ή τελείως αποχαυνωτικά. Δεν υπάρχει μέση κατάσταση, γιατί δεν προλαβαίνει να σχηματιστεί κάποια επαρκής ρουτίνα αναφοράς, αν θες. Μέχρι τώρα είχα αρκετές όμορφες βόλτες με συναδέλφους στα γύρω χωριά, ένα ατυχές πέσιμο σε μια εξευρωπαϊσμένηπλην φανατική μουσουλμάνα και ένα ιδιαίτερο ΣΚ, το οποίο πέρασα κάνοντας προπόνηση και διαβάζοντας. Για κάποιο λόγο αυτό το τελευταίο με άφησε άδειο, αν και είχα την εντύπωση πως μου είχε αρέσει. Έφτιαξα έναν πικρό, κακοφτιαγμένο (ελλείψει σέικερ) φραπέ με ένα πρώην βάζο σάλτσας και τον έβαλα στο κλεμμένο μπυροπότηρο.

Στις δέκα παρά δεκαεφτά ένας αλλόκοτος ήχος τρύπησε την ησυχία της κουζίνας, όπου προσπαθούσα ακόμη να σχεδιάσω κάτι για αυτή την άδεια μέρα: ήταν το θυροτηλέφωνο! Πρώτη φορά το άκουγα εδώ. Το πλησίασα επιφυλακτικά γνωρίζοντας πως μετά το 2000 τα θυροτηλέφωνα χτυπούν συνήθως για κακό και σήκωσα το ακουστικό απαντώντας δειλά στα αγγλικά. Η γρήγορη φωνή ενός Γάλλου με χαιρέτησε, μάλλον, σε απερίγραπτα γρήγορα, όπως συνήθως, γαλλικά και προσπάθησε να προφέρει το επίθετό μου, αν δεν απατώμαι. «Συγγνώμη;» είπα, στα γαλλικά τώρα, «ακόμα μία φορά, πιο σιγά παρακαλώ»; ποιος θυμάται τώρα το αργά. Ναι, αυτό ήταν πράγματι το επίθετό μου, που προσπαθούσε να προφέρει, και κατάλαβα κάτι για ταχυδρομείο, για εμένα. Σωστά, εδώ οι περισσότεροι δουλεύουν και τα σαββατοκύριακα, σκέφτηκα. Πάτησα το κουμπί και είπα «τέταρτος όροφος» και πάλι « στον τέταρτο όροφο», αρκετά ντροπιασμένος για τα γαλλικά μου. Άνοιξα την πόρτα.

Υπέγραψα και παρέλαβα το σχετικά μεγάλο, βαρύ κουτί από τον Γάλλο, κι αφού τον μέρσησα, έκλεισα την πόρτα, γύρισα στο κουζινάκι και το άφησα στο τραπέζι, δίπλα απ’ τον καφέ και τα δημητριακά. Ήταν η παραγγελία μου! Υποτίθεται θα ερχόταν από Παρασκευή, οπότε είχα χάσει την ελπίδα ότι θα έρθει αυτή τη βδομάδα. Στο κουτί πρέπει να υπήρχε μια μεταχειρισμένη Νίκον του ’80, δύο φακοί κι ένα παλιομοδίτικο φλας. Έτσι ήλπιζα τουλάχιστον, το όλο πακέτο μου είχε φανεί υπερβολικά φθηνό, ώστε σκίζοντας, ακόμα το βαρύ κουτί με το κουζινομάχαιρο, φοβόμουν πως κάτι θα έλειπε ή θα ήταν χαλασμένο.

Ψαχουλεύοντας στα πλαστικά με τις φουσκάλες εμφανίστηκε πρώτα ένας πεντακάθαρος κομψός φακός, μετά το νοσταλγικά όμορφο φλας και τέλος, από τη μέση του κουτιού βγήκε μια F3, με τον δεύτερο φακό, πεντακάθαρο και κομψό, κολλημένο πάνω στο χιλιογρατσουνισμένο και στραβωμένο μαύρο σασί της μηχανής. Δοκίμασα τον μοχλό του φιλμ: χρακ- κλακ, όπλισε. Πάτησα το κουμπί: ΚΛΑΚ! δούλεψε! Καθώς κάνω το κουτί στην άκρη μέσα στη χαρά, το νιώθω ακόμα βαρύ,ψαχουλεύω λίγο παραπάνω και βγάζω ένα γκρι σακίδιο, τυλιγμένο στο πλαστικό.

Ένα μικρό γράμμα σε καλλιγραφημένα αγγλικά με ευχαριστεί για την αγορά κι εύχεται ν’ αγαπήσω τη μηχανή, όσο ο προηγούμενος ιδιοκτήτης της. Καθώς η παλιά δερμάτινη θήκη χάλασε, στέλνει αντ’ αυτού ετούτη την μικρή τσάντα.‧ μέσα θα βρω το αυθεντικό εγχειρίδιο οδηγιών από το ’83, κάποια ανταλλακτικά και αξεσουάρ – ανάμεσα στα οποία βρίσκω ένα φιλμ Kodachrome και φίλτρα για τους φακούς.

Η ιδέα μου ήρθε όσο κάνεις να πιάσεις το τηλέφωνο, και πριν το καταλάβω έπαιρνα στο κινητό την Λουσί. Μεταφράζαμε για την ίδια εταιρία, είχαμε την ίδια σύμβαση, μόνο που ήμασταν σε διαφορετικό κτίριο‧ και είχε έρθει ένα μήνα νωρίτερα από μένα. Τη γνώρισα από γνωστό, γνωστού, συναδέλφου και πάει λέγοντας. Πρώτα είχα δει την Olympusτου ’90 στην πλάτη της. Μετά είδα τον τέλειο κώλο και τις πυρόξανθες μπούκλες. Μετά της μίλησα και είδα τα γαλαζοπράσινα μάτια και τις φακίδες δίπλα στο χαμόγελο. Τι να κάνεις όμως σε τόσο λίγο καιρό… να πας βόλτα για φωτογραφίες! ορίστε! Το σήκωσε επιτέλους. Την είχα τηλεφωνήσει, δεν θα δεχόμουν κανένα όχι!

«Καλημέρα Λουσί(ι)! Είμαι ο… Γνωριστήκαμε στο…» (με θυμόταν). «Λοιπόν, δεν θα το πιστέψεις αλλά έχω στα χέρια μου μια ΝίκονF3 κι ένα παμπάλαιο φιλμ! Πάμε μια βόλτα στο… να τραβήξουμε φωτογραφίες! Ναι, ας πούμε σε μιάμιση ώρα; Τέλεια!»

Δούλεψε. Αμέσως στο θέμα και σε λίγο στο λεωφορείο, μαζί της. Τριάντα χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη, σε μία τεχνητή λίμνη. Προσπαθούσα να χωρέσω στα πόδια μου την συνηθισμένη μεγάλη μου τσάντα μαζί με την γκρι, που είχα μόλις πάρει. Με κοιτούσε κάμποσο, μου χαμογέλασε και πήρε την μεγάλη τσάντα μου ανάμεσα στα δικά της πόδια. Είχα πάρει πετσέτα, ακόμα και στο Λουξεμβούργο ο Ιούνιος πρέπει να θεωρείται καλοκαίρι.

Στην αρχή ψιλοκουβέντα. Άμα μιλάς σπάνια με τον άλλον πρέπει να ξαναγνωρίζεστε από λίγο κάθε φορά. Γνώρισε τον αντικαταστάτη της, ήρθε για να προσανατολιστεί στη μονάδα. Αχ, φαντάζομαι όλα εδώ δουλεύουν ρολόι, διαπιστώνω. Είπαμε ποιες γλώσσες γνωρίζεις; Αα, μάλιστα. Τα γερμανικά τα έμαθες στη Γερμανία; Εγώ δεν έχω πάει ποτέ! Ό,τι ξέρω το έμαθα από μόνος μου. Δεν ταξιδεύω πολύ, όχι. Εσείς στην Γαλλία ταξιδεύετε δηλαδή; Α, οι φίλοι σου όχι τόσο, εσύ μάλλον κάπως περισσότερο…

Κατά τις δωδεκάμισι φτάσαμε. Το τοπίο ήταν σαν να είχες πάρει το πηλιορείτικο δάσος και να του είχες κοτσάρει μια μεγάλη, βαθιά λίμνη. Κάποιοι συνάδελφοι απ’ τη δουλειά δεν είχαν έρθει ποτέ τους εδώ. Είχαν 15 χρόνια καριέρα. Έβγαλα την πρώτη φωτογραφία με το που κατεβήκαμε απ’ το λεωφορείο, το δρόμο που χανόταν μέσα στο δάσος. Τραβώντας το μοχλό του φιλμ ήδη το μετάνιωνα. Ήταν μια συνηθισμένη φωτογραφία, δεν θα την έβγαζα υπό άλλες περιστάσεις, έφταιγε ο ενθουσιασμός μου και με έκανε να φαίνομαι ανώριμος. Μεγάλο λάθος, μπροστά στη Λουσί… της έπεφτα απ’ ό,τι θυμάμαι και λιγάκι μικρότερος. Προσπάθησα να το αφήσω να περάσει και σαν να μην έγινε τίποτα, προχώρησα μπροστά οδηγώντας δήθεν, σαν να γνώριζα το μέρος από παλιά. Με έπιασα να περπατάω με μικρά πηδηματάκια όταν ένιωσα το μεγάλο μου σακίδιο να χοροπηδάει μαζί μου, στην πλάτη μου.

Ένα γραφικό βόρειο χωριουδάκι επωφελούταν της λίμνης, ένα χιλιόμετρο περίπου απ’ το φράγμα. Στο κέντρο του ένα κάστρο και γύρω του ένα παλαιοπωλείο, τρία εστιατόρια, δύο καφετέριες, ένας ξενώνας, εφτά παππούδες παρέα. Αρχίσαμε να βγάζουμε φωτογραφίες πιο ελεύθερα. Έβγαλε κι εκείνη μια- δυο με την μηχανή της και έτσι ένιωθα κι εγώ πιο άνετα με τον χαζοενθουσιασμό μου. Σκαρφαλώνοντας στο κάστρο άρχισα να την βγάζω φωτογραφίες‧ σαν παιχνίδι. Πρώτα δυο τελείως κατασκοπευτικές, σε απρόοπτες στιγμές, μετά της ζήτησα να ποζάρει δίπλα σε κάτι πολύχρωμα παρτέρια. Περπατήσαμε λίγο ακόμα. Μου είπε να καθίσω κάτω από το τόξο της πύλης του κάστρου – όχι εκεί, λίγο πιο μπροστά, τώρα μισό βήμα πίσω, ναι, τέλεια! Γονάτισε.Το μισό της μπούτι πετάχτηκε μέσα απ’ το παλιό, βαθύ κόκκινο φόρεμα. Ρύθμισε τη μηχανή και σε λίγο άκουσα το κλείστρο.

Φτάνοντας στο φράγμα μετά από ένα δίωρο περιπλάνησης μείναμε για λίγο μπροστά απ’ τη σιδερένια πόρτα του φράχτη. Απαγορεύεται η είσοδος. Απαγορεύεται η αλιεία. Απαγορεύεται η κολύμβηση. Ακριβώς πίσω απ’ την πόρτα της περίφραξης Μια πλωτή προβλήτα φιλοξενούσε ένα παμπάλαιο βαρκάκι. Έκανα ένα βήμα πίσω, για να βγάλω τουλάχιστον μια φωτογραφία, σαν διαμαρτυρία.

«Μα καλά, απαγορεύουν το κολύμπι και το ψάρεμα ακριβώς μπροστά από αυτή την προβλητούλα; Είναι τελείως ηλίθιοι!»

«Φαντάζομαι θα πηδήξουμε μέσα για μια βουτιά τώρα;»

«Ναι, αμέ! Οι πόρτες στην περίφραξη είναι πάντα το πιο αδύναμο σημείο! Είναι φτιαγμένες από χοντρό αλύγιστο σίδερο‧ μπορείς να τις σκαρφαλώσεις!»

Πέταξε την τσάντα από πάνω και πριν αντιδράσω καν βρισκόταν καβάλα στην πόρτα της περίφραξης, το ένα πόδι από μέσα. Κοιτούσα ακόμα, όταν έπεσε από την άλλη μεριά, με κοίταξε σαστισμένη και με ρώτησε «θέλεις βοήθεια»; Αναγκάστηκα να της δώσω τη μικρή τσάντα γιατί μου χαλούσε την ισορροπία. Κράτησα τη μεγάλη για να αποδείξω πως μπορώ να σκαρφαλώσω σηκώνοντας και πρόσθετα βάρη. Έπεσα από την άλλη βαρύς, παραπάτησα και παραλίγο να πέσω.

«Λες να απαγορεύεται το κολύμπι επειδή είναι πόσιμο;» είπα βγάζοντας τα παπούτσια μου επάνω στην πλωτή προβλήτα. «Χα! Πιείτε τις πατούσες μου!» Φώναξα κι έχωσα τα πόδια μου στο νερό. Ήταν παγωμένο.

«Τώρα που το λες…», άκουσα από πίσω μου και αμέσως μετά «Χα! Πιείτε τις μασχάλες μου!» καθώς η πλωτή γέφυρα τραντάχτηκε και η Λουσί πέταξε δίπλα μου και βούτηξε στο νερό.

Τρομοκρατημένος έβγαλα τα ρούχα μου, φωνάζοντας πως το φράγμα είναι ακριβώς δίπλα και αυτό είναι επικίνδυνο, θα μας ρουφήξει κάτω.Δεν την έβλεπα να βγαίνει στην επιφάνεια και έπεσα στο νερό μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, φορώντας τη φανέλα και το μπόξερ, χωρίς να το πολυσκεφτώ. Το νερό ήταν παγωμένο και με ακινητοποίησε για λίγο, ενώ έψαχνα γύρω μου σαν τρελός να βγω κάποιο σημάδι. Βγήκε από πίσω μου σαν σε αντάρτικο και με πιτσίλισε με παγωμένο νερό, έχοντας σκάσει στα γέλια. Τα νεύρα μου έφτασαν στους κροτάφους μου και την άρπαξα από τους ώμους μέσα στο νερό. Συνειδητοποίησα ότι δεν μας τραβούσε τίποτα κάτω. Είχα ακόμα νεύρα όμως. Συνειδητοποίησα πως δεν φορούσε σουτιέν. Γελούσε ακόμα. Είχα ακόμα νεύρα όμως. Την φίλησα. Την κοίταξα. Τη φίλησα. Την κοίταξα. Με φίλησε. Και τώρα φιλιόμασταν, δεν ξέρω ποιος φιλούσε ποιον, θα σε γελάσω πάντως φιλιόμασταν και φιλιόμασταν περισσότερο και ήταν παγωμένα αλλά ήταν πιο ζεστά από ποτέ.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε αλλά όταν σταμάτησε να γελάει κι όταν και τα δικά μου νεύρα καταλάγιασαν κι αρχίσαμε να νιώθουμε πάλι το κρύο, βγήκαμε σώοι στην όχθη και αγκαλιαστήκαμε παγωμένοι. Άνοιξα την τσάντα μου, έψαξα λίγο και τράβηξα από μέσα την πετσέτα. Την τύλιξα και την αγκάλιασα πάλι. Τώρα τουρτούριζε αλλά νομίζω έτρεμα κι εγώ. Ευτυχώς ο ήλιος μας ζέσταινε.

Ξαπλώσαμε στην πλαστική προβλήτα κάνοντας τα ρούχα μας ψάθες. Κοιτούσαμε το δάσος στην απέναντι όχθη και τα σύννεφα στον ορίζοντα. Σηκώθηκα κι ακούμπησα την φωτογραφική στη βάρκα πίσω μας. Την έβαλα στο χρονοδιακόπτη πάτησα το κουμπί κι έτρεξα δίπλα στη Λουσί. Καθόμασταν με την πλάτη στο φακό κοιτάζοντας τον ορίζοντα. Μόλις βγήκε η φωτογραφία κοιταχτήκαμε και ανταλλάξαμε ένα φιλί, αλλιώτικο τώρα. Με ρώτησε αν έχω φέρει κάτι για φαγητό κι απάντησα πως έχω ένα μεγάλο σάντουιτς, ενώ σηκωνόμουν να μαζέψω τη μηχανή από τη βάρκα. Πάντα παίρνω παραπάνω απ’ τα άκρως απαραίτητα της είπα. Γι’ αυτό πάω παντού με δύο υπέρβαρες συνήθως βαλίτσες! Μου ξεφύσησε ένα χαμόγελο.

«Ξέρεις, σε τρεις βδομάδες…»

«Ναι… Τι θα κάνεις μετά από εδώ;»

«Λίγο στην οικογένειά μου. Κάποια ταξίδια με παλιούς φίλους… Σε δυο μήνες αρχίζω πάλι δουλειά», είπε και πήρε το μισό σάντουιτς.

«Πού;»

«Στη Σαραγόσα! Πώς λες bonapétit στα ελληνικά;»

Αφού στεγνώσαμε λίγο, αποφασίσαμε πως ήταν ώρα να φεύγουμε. Την έβγαλα μία ακόμη φωτογραφία, πριν σηκωθούμε, από τη μέση και πάνω. Το μόνο που κάλυπτε το στήθος της ήταν, η τρύπια σκιά ενός δέντρου. Στο λεωφορείο για τον γυρισμό της κρατούσα το χέρι κι αυτή έπαιζε με το δικό μου. Δεν φιληθήκαμε πάνω από δύο φορές.

Φτάνοντας πίσω στην πόλη συμφωνήσαμε να απολαύσουμε τη στιγμή χωρίς ανασφάλειες. Μετά αλλάξαμε ένα φιλίκαι πήραμε διαφορετικά λεωφορεία. Αυτή έμενε σ’ ένα χωριό λίγο πιο έξω κι έπρεπε να τελειώσει κάτι δουλειές. Εγώ έμενα στο κέντρο κι ήθελα να μάθω λίγο καλύτερα τη νέα μηχανή μου. Φτάνοντας στο σπίτι, την εξέτασα πιο προσεκτικά: είχα τραβήξει 13 φωτογραφίες, το ένα τρίτο του φιλμ. Όπως την κρατούσα συνειδητοποίησα πόσο βαριά ήταν πράγματι. Ξεντύθηκα, έψαξα στις βαλίτσες μου για μια φανέλα και κοιτάζοντας τη μηχανή στα χέρια μου από τον καθρέφτη, μου είπα: «Σκατά, πάλι υπέρβαρες θα πληρώσεις»…

Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω γιατί κάθομαι και στα λέω όλα αυτά, βγάλε όποιο συμπέρασμα θες. Μπορεί να στα λέω, γιατί τη βαρέθηκα αυτή τη ζωή, έτσι, να ταξιδεύω κάθε πεντάμηνο, άιντε ψάχνε σπίτι, άιντε αγόραζε χλωρίνες, άιντε πλήρωνε βαλίτσες… Ή μπορεί να στα λέω γιατί μου λείπει. Ναι, μου λείπει. Οι τρεις βδομάδες πετάξαν σαν δευτερόλεπτα, πού να σου λέω… Κι ο μήνας ο επόμενος κι αυτός σχετικά γρήγορα φεύγει. Οι βαλίτσες αυτές μόνο μένουν στο ίδιο σημείο άμα δεν μπω στον κόπο να τις σύρω και πρέπει να ιδρώνω από πάνω τους και να τις πληρώνω στα αεροδρόμια. Πάντως, άμα σε μελαγχόλησα  μην δίνεις σημασία, αυτή η ιστορία δεν έχει άσχημο τέλος. Ούτε όμορφο βέβαια έχει, εδώ που τα λέμε. Απλά δεν έχει τελειώσει ακόμα, νομίζω. Ποια ιστορία εξάλλου; Ορίστε δηλαδή, τώρα που τελειώνουν τα ψωμιά μου κι εμένα σ’ αυτό το μέρος, μπορεί να μου τη βαρέσει να πάω καμιά Σαραγόσα, βρε παιδί μου, να δοκιμάσω την τύχη μου κι εκεί. Εξάλλου μου ‘χει λείψει η ζέστη. Δεν φαντάζεσαι πόσο μου ‘χει λείψει!

 

 

Ο Αποστόλης Τουρτούρης γεννήθηκε πρωταπριλιά του ‘94 (ζώδιο κρύος) στο Βόλο, τη ρυμοτομία του οποίου αρνείται πεισματικά να απομνημονεύσει (κάτι, που τον καθιστά ντροπή της πόλης). Σπούδασε μετάφραση-διερμηνεία στην Κέρκυρα, αλλά δεν τρελαίνεται να μεταφέρει τα λεγόμενα άλλων και προτιμά να χρησιμοποιεί τις έξι ξένες γλώσσες του για να την πέφτει σε ανυποψίαστες τουρίστριες. Τα τελευταία χρόνια γυμνάζεται σε ημερήσια βάση αν και απεχθάνεται στρατό και λοιπούς νέοναζιάρηδες. Λατρεύει από μικρός την ποίηση, ωστόσο γράφει συχνότερα πεζά γιατί κάπου άκουσε ότι το μπλα-μπλα πουλάει. Στον ελεύθερο χρόνο του υποδύεται τον Ευρωπαίο πολίτη και καυχιέται για την πεντάμηνη πρακτική του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το μεταπτυχιακό του στις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές στο ΕΚΠΑ. Λατρεύει τη φωτογραφία δρόμου, όπως φαίνεται από το προφίλ του στο Instagram (@facesthroughsieves) και συμβάλλει ενεργά στην ρύπανση του πλανήτη με άχρηστα πλαστικά, εξαιτίας του αρρωστημένου εθισμού του στην αναλογική φωτογραφία, χάρη στον οποίο μπορεί να σνομπάρει τους υπόλοιπους φυσιολογικούς ανθρώπους που φωτογραφίζουν με το κινητό τους.

 

 

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά στις 15 και 30 κάθε μήνα:

 

ΙΟΥΛΙΟΣ

Ταξίδι προς το φως – Μαριλή Πάτουχα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

Advertisements