Επιλογή eyelans: Ταξίδι προς το φως της Μαριλής Πάτουχα

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος eyelands (ελληνικό τμήμα) που επιλέχτηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού.

Το θέμα του 8ου διαγωνισμού ήταν: «Αποσκευές». Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι:  Ταξίδι προς το φως
της Μαριλής Πάτουχα

επιλογή αφίσα

«20 ευρώ και 95 λεπτά, κύριε» λέει η ταμίας μέσα από τα δόντια της.

«Συγνώμη, δεν σας άκουσα» απαντάω. Η ενοχλητική, χαρωπή υποτίθεται, μουσική που ακούγεται από τα μεγάφωνα του μαγαζιού, καλύπτει την αδύναμη φωνή της.

«Είκοσι ευρώ και ενενήντα λεπτά, κύριε» φωνάζει βαριεστημένη.

«Ορίστε. Ευχαριστώ» αποκρίνομαι και από μέσα μου βρίζω. Τόσα λεφτά και τι πήρα; Σχεδόν τίποτα. Σκοτώνομαι στη δουλειά και ίσα-ίσα μου φτάνουν για να τρώω σαν άνθρωπος κάθε μέρα.

 

Βγήκα από το σουπερμάρκετ αναστενάζοντας. Έξω είναι νύχτα πια, πολύ αργά, και το σκοτάδι με τρομάζει τόσο πολύ. Το ίδιο και ο κόσμος που κυκλοφορεί ετούτες τις ώρες.

Το μόνο που θέλω είναι να φτάσω σπίτι μου. Στο σπιτάκι μου. Στην ασφάλεια μου.

 

Ξεκινάω να περπατάω βιαστικά.

Στο ένα μου χέρι κρατάω τις σακούλες με τα ψώνια και στο άλλο μου χέρι τον σάκο ταξιδιού που παίρνω μαζί μου στη δουλειά.

Έχει μια αλλαξιά ρούχα μέσα, το νερό, το φαί μου, το κινητό μου, ταυτότητα, κάρτες, πορτοφόλι, κλειδιά, όλα όσα μου είναι απαραίτητα δηλαδή. Και όπως προχωράω ανάμεσα στον κόσμο, τα κρατάω σφιχτά για να μη μου τα πάρουν.

Τέτοια ώρα μόνο ζητιάνοι, ναρκομανείς και ένας θεός ξέρει τι άλλο κυκλοφορεί στον δρόμο.

 

«Μια βοήθεια;» με ρωτάνε καθώς απλώνουν τα χέρια τους προς το μέρος μου. «Μια βοήθεια;» μα εγώ τους προσπερνώ ενοχλημένος.

«Να τους προσέχεις όλους αυτούς» ακούγονται τα λόγια των δικών μου στο μυαλό μου. «Είναι κλέφτες και δολοφόνοι. Να μη τους απαντάς, να μη τους κοιτάς και να προσέχεις τα πράγματά σου.»

 

Ας φτάσω στο σπίτι μου, σκέφτομαι  σχεδόν εμμονικά. Ας φτάσω στο σπιτάκι μου, που θα είμαι ασφαλής… και όσο περισσότερο με κυριεύει ο φόβος, τόσο περισσότερο νιώθω τα μάτια τους καρφωμένα επάνω μου. Τα ύποπτα, κακόβουλα, βλέμματά τους πλέον με ακολουθούν.

 

Επιταχύνω ακόμα περισσότερο το βήμα μου, όταν βλέπω έκπληκτος τις λάμπες στο βάθος να σβήνουν μία-μία.

 

Ο δρόμος που παίρνω για το σπίτι μου βυθίζετε σιγά-σιγά στο σκοτάδι.

Φοβάμαι, μα το ρισκάρω. Θα προλάβω λέω από μέσα μου. Αυτή η διαδρομή είναι η πιο σύντομη για το σπίτι μου.

 

Προχωράω ακόμα πιο γρήγορα, πριν σβήσουν τελείως όλα τα φώτα γύρω μου, όμως τα πόδια μου έχουν αρχίσει να κουράζονται. Ξαφνικά τα πράγματα που κουβαλάω στα χέρια μου, μοιάζουν πολύ πιο βαριά.

Παρόλο που έχω λαχανιάσει, παρόλο που με το ζόρι κινώ το κορμί μου, δεν τα παρατάω.

Έχοντας στο μυαλό μου την ασφάλεια του σπιτιού μου, συνεχίζω.

Τα φώτα όμως μπροστά μου, ακόμα και αυτά από τα μαγαζιά, τις ταμπέλες, τις βιτρίνες, αρχίζουν να σβήνουν και αυτά ένα-ένα, βυθίζοντας τον κόσμο μες στο σκοτάδι… μέσα σε ένα απόλυτο σκοτάδι…

Ούτε ο δρόμος δεν φαίνεται μπροστά μου πια.

 

«Ε κύριος… Που πας; Στραβός είσαι;» μου φωνάζει ένας ζητιάνος από μακριά. Βρισκόταν αρκετά μέτρα πίσω μου, να κάθεται κάτω από το τελευταίο φως που είχε απομείνει.

«Δεν βλέπεις το σκοτάδι που σε πλησιάζει; Έλα στο φως όσο προλαβαίνεις ακόμα. Θα κουβαλήσω εγώ τα πράγματά σου» μου λέει, χαμογελώντας χαιρέκακα.

Ταράχτηκα τόσο πολύ. Οι σκιές στο πρόσωπό του με πανικόβαλλαν. Τα λόγια του επίσης.

Θέλουν να πεθάνω, σκέφτηκα. Θέλουν να με σκοτώσουν, για να μου πάρουν τα πράγματά μου. Πρέπει να πάω γρήγορα σπίτι μου, που θα είμαι ασφαλής εκεί.

 

Συνεχίζω να προχωράω προς το σκοτάδι, μα οι αποσκευές στα χέρια μου να γίνονται όλο και πιο ασήκωτες. Καθώς αφήνω τα φώτα πίσω μου, ο τρόμος με κυριεύει ακόμα πιο  πολύ.

Νιώθω να πνίγομαι. Δεν βλέπω τίποτα σχεδόν. Η καρδιά μου χτυπάει με κόπο μέσα στο στήθος μου. Τα πόδια μου είναι δυσκίνητα και ο ιδρώτας κυλάει παγωμένος στο κορμί μου.

 

«Βοήθεια» φωνάζω μα φωνή δεν βγαίνει από το στόμα μου.

Θέλω να αφήσω τα πράγματα από τα χέρια μου, να ελευθερωθώ από αυτά, όμως τώρα πια δεν μπορώ. Έχουν κολλήσει μέσα στις γροθιές μου.

Θέλω να γυρίσω πίσω στο φως, μα ούτε αυτό μπορώ να το κάνω γιατί δεν υπάρχει φως πια. Είναι πολύ αργά. Το σκοτάδι με κατάπιε για πάντα.

 

Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα.

Η καρδιά μου ήταν έτοιμη να σπάσει από την τρομάρα μου.

«Τι εφιάλτης και αυτός…» μονολόγησα, σκουπίζοντας το πρόσωπό μου.  Είμαι χαζός; Αφού φοβάμαι το σκοτάδι, γιατί πήγα προς τα εκεί; αναρωτήθηκα εκνευρισμένος, λες και θα μπορούσα να βρω ποτέ λογική μέσα σε όλη αυτήν την παράνοια.

 

 

11:45 π.μ. δείχνει το ρολόι στον τοίχο. 11:47 π.μ. στον υπολογιστή.

«Ακόμα;» μονολογώ μπουχτισμένος.

Προσπαθώ να συγκεντρωθώ, να ξυπνήσω, μα δεν μπορώ. Η αϋπνία έχει αφήσει τα σημάδια της πάνω μου. Ο ίδιος εφιάλτης κάθε βράδυ, εδώ και μέρες, με έχει τσακίσει.

 

Δεν είμαι καλά. Νιώθω να πνίγομαι εδώ μέσα.

Ξεσφίγγω την γραβάτα μου, μήπως αναπνεύσω.

Ο κόσμος που πηγαινοέρχεται εκνευρισμένος στους διαδρόμους όλη την ώρα με ενοχλεί. Ο ήχος από τα δάχτυλα που πληκτρολογούν μανιασμένα μου προκαλεί πονοκέφαλο. Τα αναρίθμητα τηλέφωνα το ίδιο.

«Κέντρο εξυπηρέτησης πελατών, καλημέρα σας» λένε όλοι με ένα στόμα, μια φωνή και τρελαίνομαι.

Πόσο μισώ τη ζωή μου….

 

Ωχ κάνω από μέσα μου.

Ο προϊστάμενος έρχεται προς το μέρος μου. Η αποκρουστική χοντροκομμένη φάτσα του ξεχωρίζει από χιλιόμετρα μακριά. Η μυρωδιά του επίσης.

 

«Κύριε Γεωργίου, τι θα γίνει με τις αποδόσεις σας;» φωνάζει νευρικά και όλα τα βλέμματα γυρνάνε πάνω μου. Ένας κόμπος μου ανεβαίνει στο λαιμό. Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει σαν τρελή. Το αίμα μου ανεβαίνει στο κεφάλι.

 

Δεν ξέρω τι να του απαντήσω. Θέλω να του πω τόσα πολλά, μα χάνω τα λόγια μου.

«Καλημέρα» λέω μετά βίας, όμως με παίρνει από τα μούτρα ξανά.

«Τι καλημέρα, κύριε Γεωργίου; Οι αποδόσεις στην εργασία σας είναι μέτριες έως απογοητευτικές. Αν συνεχίσετε έτσι θα χάσετε την δουλειά σας πολύ σύντομα. Εγώ σας προειδοποίησα!» φωνάζει και χτυπάει το χέρι του αγριεμένα στο γραφείο μου.

 

 

«Μέτριες… απογοητευτικές…» αντήχησαν οι λέξεις του στο μυαλό μου, στοιχειώνοντάς με.

Όπως και οι επιλογές μου… συλλογίστηκα απογοητευμένος. Όπως και ο εαυτός μου… όπως και η ίδια μου η ζωή… Αρκετά. Φτάνει πια! ούρλιαξα από μέσα μου.  Η αυτολύπηση ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει.

 

Ο χρόνος έμοιασε να επιβραδύνεται. Τα πάντα θόλωσαν γύρω μου. Οι φωνές, οι ήχοι, απομακρύνθηκαν, έως ότου έπαψαν να ακούγονται.

 

Σε ένα αναπάντεχο ξέσπασμα οργής σηκώνομαι από το γραφείο μου. Χτυπάω τα χέρια μου με δύναμη πάνω στο ξύλο και, σηκώνοντας τα μανίκια μου, αρχίζω να φωνάζω σε μια έξαλλη κατάσταση.

Δεν ακούω τι λέω. Τα πάντα μοιάζουν με ταινία χωρίς ήχο. Βλέπω απλά τον εαυτό μου από απόσταση, να φωνάζει αγριεμένος, μα ταυτόχρονα πιο ζωντανός από ποτέ, να παίρνει τα πράγματά του και να φεύγει λυτρωμένος από εκείνο το κολαστήριο… ελεύθερος…

 

Πήρα μια βαθιά ανάσα. Ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου.

«20 ευρώ και 95 λεπτά, κύριε» λέει η ταμίας μέσα από τα δόντια της.

«Συγνώμη, δεν σας άκουσα» απαντάω. Η ενοχλητική, χαρωπή υποτίθεται, μουσική που ακούγεται από τα μεγάφωνα του μαγαζιού, καλύπτει την αδύναμη φωνή της.

«Είκοσι ευρώ και ενενήντα λεπτά, κύριε» φωνάζει βαριεστημένη.

«Ορίστε όμορφη. Ευχαριστώ» αποκρίνομαι και με κοιτάζει ευχάριστα ξαφνιασμένη.

 

Βγαίνοντας έξω από το σουπερμάρκετ, αναστενάζω με ανακούφιση.

Έχει σχεδόν νυχτώσει και στον δρόμο κυκλοφορούν, ως συνήθως, οι γνωστοί άγνωστοι.

Κρατώντας τα πράγματά μου στα χέρια μου, ξεκινάω να περπατάω ανάμεσα στον κόσμο.

 

«Μια βοήθεια, κύριε;» με ρωτάνε, καθώς απλώνουν τα χέρια τους προς το μέρος μου. «Μια βοήθεια;» και σταματάω απότομα μπροστά τους.

Κοιτάζω μία αυτούς, μία τον σκοτεινό δρόμο για το σπίτι μου και μία τα πράγματα που κρατάω στα χέρια μου.

Δεν βαριέσαι… λέω από μέσα μου. Χαλάλι…

 

«Ξέρετε κάτι; Ναι , ασφαλώς!» αποκρίνομαι και τους τα δίνω όλα, κρατώντας την ταυτότητά μου μονάχα.  «Άντε γεια!» φωνάζω στο τέλος ικανοποιημένος και απομακρύνομαι.

 

Αυτή τη φορά όμως δεν κατευθύνομαι προς το σπίτι μου. Αυτή τη φορά παίρνω τον δρόμο προς την παραλία και όπου με βγάλει.

 

Περιέργως, καθώς προχωρούσα προς το άγνωστο, ο κόσμος γινόταν όλο και πιο φωτεινός.

Αντί να νυχτώνει, ξημέρωνε.

Όλοι έμοιαζαν πιο ζωντανοί γύρω μου, πιο χαρούμενοι. Όμορφα χρώματα, όμορφες εικόνες, όμορφες μυρωδιές και μουσικές παντού.

 

Κοίτα τι έχανα τόσο καιρό… σκέφτηκα συγκινημένος, περπατώντας πιο ανάλαφρος και πιο χαρούμενος από ποτέ ·τόσο που νόμιζα πως θα πετάξω στο τέλος.

 

Δεν με ένοιαζε που δεν είχα τίποτα πάνω μου πια. Δεν με ένοιαζε που δεν ήξερα που πάω. Δεν είχε καμία σημασία. Ο γνώριμος δρόμος που έπαιρνα μια ζωή, ήταν ο χειρότερος από όλους.

 

Στην επόμενη στροφή που πήρα, βλέπω μπροστά μου εκείνον τον ζητιάνο που μου φώναζε κάθε φορά, λίγο πριν χαθώ στο σκοτάδι.

«Ε κύριος!» μου φωνάζει ενθουσιασμένος. «Τι βλέπω;» Αποφάσισες να βάλεις μυαλό και να δεχτείς την βοήθειά μας;»

«Τι εννοείς;» τον ρωτάω απορημένος και εκείνος γελάει καλοπροαίρετα.

«Ρε άνθρωπε» μου κάνει. «Τόσο καιρό σου λέγαμε να σε βοηθήσουμε, να σε απαλλάξουμε από τα βάρη που κουβαλάς χωρίς λόγο, αλλά εσύ τίποτα. Εκεί συνέχιζες να προχωράς φορτωμένος χωρίς λόγο προς το σκοτάδι, μέχρι που χανόσουν τελείως μέσα σε αυτό.»

«Έ…» του κάνω, ακόμα πιο μπερδεμένος από πριν. «Ε όχι και χωρίς λόγο» απαντάω.

«Ήταν τα πράγματά μου αυτά που κουβαλούσα. Το φαί μου, τα λεφτά μου, ότι χρειαζόμουν για να ζήσω… Άσε που πήγαινα προς το σπίτι μου.»

«Κύριε Γεωργίου…» μου λέει ο ζητιάνος με νόημα, πιάνοντάς με φιλικά από τον ώμο.

 

Περιέργως το πρόσωπό του δεν έβγαζε καμία κακία τώρα που τον κοιτούσα. Το βλέμμα του ήταν καθαρό και φωτεινό. Γιατί τον φοβόμουν τόσο καιρό; Πραγματικά, ιδέα δεν έχω. Ήταν αρκετά συμπαθής.

 

«Τι να τα κάνεις όλα αυτά στα όνειρά σου;» μου λέει με κατανόηση. «Αφού εδώ πέρα δεν τα χρειάζεσαι. Τις έγνοιες και τους φόβους σου κουβαλούσες τόσο καιρό, μέχρι που σε τραβούσαν τελικά στο έρεβός μαζί τους. Εδώ όλα δικά σου είναι, εξάλλου. Εδώ μπορείς να κάνεις ότι θες. Ζήσε λίγο τη ζωή σου… και αν βλέπεις ότι σκοτεινιάζει απότομα, πήγαινε προς μονάχα προς το φως» μου είπε, κλείνοντας το μάτι με νόημα και έκανε να φύγει.

 

«Εί!  Που πας τώρα;» του φώναξα, με μια οικειότητα που εξέπληξε ακόμα και εμένα.

 

Ο ζητιάνος χαμογέλασε.

«Πάω να προσέχω και για άλλα στραβάδια σαν και του λόγου σου» μου απάντησε και η μορφή του χάθηκε από τα μάτια μου.

 

Χαμογέλασα και εγώ. Έστρεψα το βλέμμα μου προς το υπέροχο ηλιοβασίλεμα πάνω από τη θάλασσα και συνέχισα να περπατάω χαρούμενος.

Τώρα δεν με ένοιαζε να φτάσω πουθενά… Τώρα επιτέλους ζούσα…

 

 

 

 

Βιογραφικό – Μαριλή Πάτουχα
Μεγάλωσα και ζω στη Νεάπολη Λακωνίας. Σπούδασα στο Πάντειο πανεπιστήμιο, στο τμήμα ‘’Κοινωνικής Ανθρωπολογίας’’, και στο ιστορικό μου μετράω χρόνια μουσικών σπουδών, που όμως δεν εξασκώ πια. Από μικρή ηλικία με γοήτευε η λογοτεχνία του τρόμου και του φανταστικού. Το πρώτο μου διήγημα ‘’ Οι σάλπιγγες του ολέθρου’’ συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία ‘’Ιστορίες Τρόμου και Μυστήριου’’ , από την Δυάς εκδοτική, και η ιστορία μου ‘’Τα ουρλιαχτά του Whitechapel’’συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία ‘’Η κατάρα του ασημένιου φεγγαριού’’, από τις Συμπαντικές Διαδρομές.

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τα διηγήματα της Επιλογής που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες θα δημοσιευθούν με αυτή τη σειρά στις 15 και 30 κάθε μήνα:

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ταξίδι δίχως αποσκευές- Αθανασία Κακαλή

Αποχαιρετισμός στην παιδική χαρά – Γιώργος Γιώτσας

Advertisements