βραβευμένα διηγήματα: 8ος διεθνής διαγωνισμός διηγήματος

Όπως κάθε Αύγουστο τέτοιες μέρες το eyelands συντροφεύει τις διακοπές σας με τα βραβευμένα διηγήματα από τους διαγωνισμούς μας. Για τρεις μέρες θα δημοσιεύουμε ιστορίες που τιμήθηκαν με πρώτο βραβείο. Ξεκινάμε σήμερα με τη δημοσίευση του πρώτου βραβείου (ελληνικό τμήμα) του 8ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος με θέμα: «Αποσκευές». Νικήτρια ήταν η

            Δέσποινα Χαραλαμπίδη με την «Έκρηξη συναισθημάτων»

αποσκευες μικρότεροΉταν κυβερνητική εντολή. Όλοι οι πολίτες έπρεπε να χρησιμοποιούν μια βαλίτσα 80 πόντους μήκος, 60 πόντους ύψος και 25 πόντους βάθος, χρώματος μαύρου με καφέ τελειώματα στο γαζί και καφέ χερούλι.  Ήταν υποχρεωμένοι να την κουβαλούν παντού μαζί τους, να την προσέχουν. Οι βιομηχανίες παραγωγής τους είχαν θησαυρίσει.

Μέσα στην βαλίτσα έπρεπε να αποθηκεύουν όλα τους τα συναισθήματα, τις μνήμες και τα όνειρα. Έτσι κυκλοφορούσαν παντού άνθρωποι με τις μαύρες βαλίτσες τους στα χέρια, κρατώντας το καφέ χερούλι της. Απαγορευόταν ρητά να ξεχάσεις ή ακόμα χειρότερα να χάσεις τη βαλίτσα σου.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ αφορά μια κοπέλα. Είναι εικοσιοκτώ χρονών, τα μαλλιά της καστανά σπαστά, τα μάτια της καστανά. Είναι πρωί, Απρίλιος, παντού τριγύρω ήλιος και φως, η ίδια όμως βρίσκεται στη στάση του μετρό στη μωβ γραμμή -ο ουρανός της είναι η θολωτή γκρίζα επιφάνεια ενός τούνελ. Φοράει ένα άσπρο πουκάμισο, μια ζαχαρί ζακέτα με μεγάλες τσέπες και ένα καφέ παντελόνι. Γύρω της άνθρωποι -ο καθένας με την δική του βαλίτσα- στριμώχνονται στην αποβάθρα. Στα χείλια τους άλλοι έχουν κολλημένα χαμογελαστά emoji και άλλοι λυπημένα, τα μάτια όλων ανέκφραστα. Μέσα στις βαλίτσες όμως κυριαρχεί πανικός. Καθώς επιβιβάζονται ακούγονται τα συναισθήματα τους. Ο θυμός γρατζουνάει τα τοιχώματα, ο φόβος σχεδόν φωνάζει ένα ουρλιαχτό, η χαρά κατρακυλάει πέρα δώθε, η λύπη λουφάζει στη γωνία. Μέσα στο βαγόνι επικρατεί η καθημερινή πραγματικότητα. Πεντάχρονα δάκτυλα αγκαλιάζουν τον λαιμό ενός τριαντάχρονου άντρα, ένας ακορντεονίστας που έχει με λουριά τη βαλίτσα του στην πλάτη, παίζει ακορντεόν ζητιανεύοντας με ένα μεταλλικό ντενεκεδάκι κολλημένο στο ακορντεόν, ένας νταγλαρισμένος ναρκομανής προσκυνάει τη βαλίτσα του. Και είναι κι η συμμορία. Η συμμορία κλέβει από τις βαλίτσες τη χαρά. Δεν κλέβουν ποτέ πόνο ή δυστυχία. Είναι προσεκτικοί και  επιτήδειοι. Φρακάρουν τις πόρτες και παγιδεύουν μέσα στα βαγόνια τα θύματά τους.

Από τα μεγάφωνα ακούγεται: «Παρακαλούμε να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα. Please mind your personal belongings».  Και εκείνη τη στιγμή -μια στιγμή σαν όλες τις άλλες αλλά και μοναδική- φρενάρει το τρένο. Η κοπέλα χάνει την ισορροπία της. Αφήνει την βαλίτσα της για να κρατηθεί και με τα δύο χέρια από την πλησιέστερη σωτήρια μεταλλική κολώνα. Μετά από λίγα λεπτά το τρένο συνεχίζει την πορεία του κανονικά.

Θα επιστρέψει στο σπίτι. Ανοίγει την πόρτα με τα κλειδιά της -μέσα στο σπίτι απόλυτη ησυχία. Τοποθετεί τη βαλίτσα πάνω στο ειδικό έπιπλο και την ανοίγει. Η έκπληξη που παίρνει είναι μεγάλη. Δεν είναι η δική της βαλίτσα. Μέσα όλα της είναι άγνωστα. Κάνει μερικά βήματα πίσω. Ύστερα την πλησιάζει ξανά και την κλείνει. Βρίσκει στην τσέπη της ζακέτας της κάτι ξεχασμένα πλαστικοποιημένα δάκρυα και τα κολλάει στο αριστερό της μάγουλο. Πρέπει να πήρε λάθος βαλίτσα όταν έγινε το φρενάρισμα, σκέφτεται. Δεν μπορεί να δώσει άλλη εξήγηση αφού δεν είχε αφήσει άλλη στιγμή τη βαλίτσα από τα χέρια  της. Και τώρα τι να κάνει; Οι οδηγίες λένε πως πρέπει να απευθυνθεί στο γραφείο απολεσθέντων βαλιτσών. Να κάνει μια υπεύθυνη δήλωση. Να γράψει κάθε λεπτομέρεια. Εφεδρικά μπορεί να χρησιμοποιήσει μια καινούργια βαλίτσα μέχρι να βρεθεί η δικιά της. Και μόλις την βρει πρέπει να πάει στο γραφείο καταστροφής βαλιτσών και να καταστρέψει την εφεδρική βαλίτσα. Ένα σωρό γραφειοκρατία χωρίς λόγο. Κι έχει και μια ξένη βαλίτσα μέσα στο σπίτι της…

Αλλά αντί να πάει στο γραφείο απολεσθέντων βαλιτσών, πηγαίνει ξανά στο μετρό. Στην ίδια στάση που ήταν και πριν. Κρατάει στο χέρι της τη ξένη βαλίτσα. Κατεβαίνει διστακτικά τις κυλιόμενες σκάλες. Στέκεται στην αποβάθρα. Περνάει ο πρώτος συρμός, κόσμος μπαίνει και βγαίνει, κανένα σημάδι ότι κάποιος έχει έρθει για να της επιστρέψει τη βαλίτσα της. Περνάει και δεύτερος συρμός και τρίτος. Αφήνουν πίσω τους μια σκόνη που δεν υπάρχει. Τα δάκρυα είναι ακόμα κολλημένα στο μάγουλο της. Ξαφνικά βλέπει έναν μελαψό άνδρα να την πλησιάζει, είναι γύρω στα τριάντα, με ίσια μαύρα μαλλιά, στο αριστερό του πόδι έχει στο πίσω μέρος-εκεί που ακουμπάει το παπούτσι-μια τεράστια φουσκάλα. Φοράει σαγιονάρες. Μιλάει σπαστά αγγλικά. Ευτυχώς! Ευτυχώς είναι αυτός που έχει τη βαλίτσα της. Προχωράνε προς τις κυλιόμενες. Το μετρό είναι ένα μέρος με πολλές κάμερες για να κάνει κανείς ανταλλαγή βαλίτσας. Ευτυχώς! Όλα διορθώθηκαν, μπήκαν στις σωστές ράγες, η ζωή θα κυλήσει πάλι στους φυσιολογικούς της ρυθμούς. Ευτυχώς!

Μόλις βγαίνουν από το μετρό κατευθύνονται προς τον Μαγικό Κήπο. Κάθονται σε ένα παγκάκι. Ξεκολλάει τα δάκρυα από το μάγουλο της και τα βάζει πίσω στην τσέπη της ζακέτας. Οι βαλίτσες τους είναι μπροστά στα πόδια τους. Με την βοήθεια του κινητού ανταλλάσουν μερικές κουβέντες σε μετάφραση από τον μεταφραστή. Αυτή γράφει στη γλώσσα της, αυτός απαντάει στη δική του. Αυτό γίνεται για ώρες. Δεν δείχνουν διάθεση να ξεκολλήσουν από το παγκάκι. Το φεγγάρι βγαίνει κι είναι τόσο φωτεινό που λες και θέλει να κάνει έρωτα με τον ουρανό – γι’ αυτό να υπάρχει στο στερέωμα. Τους λούζει με το φως του. Μέσω του μεταφραστή έχουν συνεννοηθεί για κάτι. Η μπαταρία του κινητού τελειώνει, το κινητό κλίνει. Τοποθετούν τις βαλίτσες στο χώμα και ανοίγουν ταυτόχρονα τα φερμουάρ. Πρώτη φορά η κοπέλα θα μπει σε ξένη βαλίτσα. Ουσιαστικά δεν έχει τολμήσει μέχρι σήμερα, ούτε στη δική της να μπει. Κουλουριάζεται σε εμβρυακή στάση μέσα στη βαλίτσα του ξένου.

Στην αρχή βλέπει μικρά αγόρια να παίζουν σε μια αλάνα με μια αυτοσχέδια μπάλα. Την κλωτσάνε και ουρλιάζουν σε μιαν άλλη γλώσσα, πέφτουν, χτυπάνε, τα γόνατα τους γεμίζουν με αίματα και χώματα, σηκώνονται, ξαναπέφτουν.  Ύστερα βλέπει μια κοπέλα. Τα μάτια της είναι μαύρα, λαμπερά, περνάει έξω από το σπίτι κάθε μέρα και αυτός στήνεται στο παράθυρο ίσα ίσα να κλέψει ένα βλέμμα της. Και, ναι, μερικές φορές γυρνάει το βλέμμα της και τον κοιτάει, έντονα, εξεταστικά, κατάματα… Ακούγονται αεροπλάνα και βομβαρδισμοί, παντού γύρω σκόνη. Γκρεμισμένα σπίτια, σχολεία, νοσοκομεία, μυρίζει κατεδάφιση. Κι ακούγονται κλάματα και φωνές και σειρήνες, ανακατεμένοι ήχοι. Πιο πολύ κλάματα, ηχηρά, παγκόσμια. Κάτι δάκρυα είχαν σκαλώσει πάνω σε ένα δέντρο σαν φύλλα. Γέρικο δέντρο της πατρίδας με πολλά κλαδιά και παρακλάδια… Κι ύστερα θάλασσα, μαύρη όχι μπλε, σε βαθειά νερά, νύχτα. Κάνει κρύο, όλοι στριμωγμένοι, φοβισμένοι, ανέκφραστοι σε μια φουσκωτή σωτήρια λέμβο. Το μυαλό κάπου αλλού πετάει σε μια σκέψη, σε μιαν ανάμνηση, σε μιαν ελπίδα. Και μια καινούργια ακτή, χώρα, κόσμος. Γλαρόπουλα πετάνε από πάνω, μόνο αυτά κοιτάει, το πέταγμα τους ασυναίσθητα προσθέτει μια ανακούφιση.

Ξημερώνει, σηκώνεται από τη βαλίτσα και τεντώνεται. Νιώθει αμήχανα που ένας ξένος θα την έχει δει με κοτσίδες να παίζει κρυφτό στη γειτονιά, που θα έχει διαβάσει τα γραπτά και τα ποιήματα της, που θα έχει καταλάβει τη μοναξιά της. Νιώθει και λίγη ντροπή. Αλλά νιώθει. Πόσο διαφορετική αίσθηση, αλήθεια, από την ανυπαρξία συναισθημάτων. Νιώθει και συμπόνια για τον άνθρωπο που κι αυτός μόλις έχει ξεπροβάλει από τη δική της βαλίτσα έχει βάλει το αριστερό χέρι  ανάμεσα στα μαλλιά του και τα χτενίζει με τα δάχτυλα. Κουμπώνουν τα φερμουάρ συνωμοτικά και ο καθένας παίρνει τη βαλίτσα του. Πιο ανάλαφρη της φαίνεται τώρα η δικιά της που τη μοιράστηκε. Κατευθύνονται προς το μετρό.

Όμως, κάτι περίεργο συμβαίνει στο μετρό. Στην αποβάθρα διακρίνουν βαλίτσες ανοιγμένες, ξεκοιλιασμένες. Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται και κλαίνε ο ένας πάνω στον ώμο του άλλου ή ξεκαρδίζονται στα γέλια. Μια κυρία που έχει συνήθως ένα μαντήλι για να κρατάει τις χειρολαβές και να αποφεύγει τα μικρόβια, πρωτοστατεί τώρα στο χορό. Έχει πιάσει να χορεύει καλαματιανό κι άλλοι Πελοποννήσιοι  την ακολουθούν. Έχουν πιάσει το σκοπό: «Το φεγγάρι κάνει βόλτα, στης αγάπης μου την πόρτα, το φεγγάρι κάνει κύκλο, στης αγάπης μου το κήπο». Το μαντήλι κουνιέται ρυθμικά στο χέρι της. Δικηγόροι βγάζουν τις γραβάτες τους και ανοίγουν τα πρώτα κουμπιά από τα πουκάμισα τους. Μια γυναίκα και ένας άνδρας με στολές security φιλιούνται περιπαθώς. Μια μαγνητική και μια αξονική τομογραφία έχουν δραπετεύσει από τους κατόχους τους και χορεύουν ρούμπα…

Έχει συμβεί αυτό που πάντα φοβόταν η κυβέρνηση. Έκρηξη συναισθημάτων. Η κοπέλα προσπαθεί να εξηγήσει μέσα στο πανδαιμόνιο στον άνδρα τι συμβαίνει. Αλλά πριν προλάβει, έχουν ανοίξει και οι δικές τους βαλίτσες από μόνες τους. Από τη δικιά του κυλάει ένα ποτάμι με δάκρυα και από τη δικιά της ένα ποίημα αυτοαπαγγέλλεται με πράα, ήρεμη φωνή:

«Κι όπως γνωρίζουν όλοι, προέρχονται από υδρόγειες κοιλιές που  ‘σπάσαν τα νερά τους,
σαν πεταλίδες κολλούν ο ένας πάνω στον άλλον,
το χρόνο να νικήσουν,
και σαν έρθει το τέλος,
νωρίς να πουν,
πως ξέρουν ν΄ αγαπήσουν».

Παρατάνε τις βαλίτσες τους, τα δάκρυα και τα ποιήματα και τρέχουν προς το Μαγικό Κήπο. Τις φτιάχνει τα μαλλιά κοτσίδες κι αρχίζουν να παίζουν κρυφτό. Αυτός τα φυλάει σ’ ένα δέντρο (σ’ ένα δέντρο χωρίς δάκρυα), αυτή τρέχει προς το δέντρο και μ’ όλη της τη δύναμη φωνάζει: «Φτου, ξελευτερία».

Τους βλέπω τώρα να χαμογελάνε κι οι δύο.

 ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

1β

Δέσποινα Χαραλαμπίδη: Zω στην Αθήνα και εργάζομαι στον Σύλλογο Βοήθειας Παιδιών-Lalibela. Μεγαλώνω παράλληλα και ταυτόχρονα με δύο υπέροχες κόρες. Μου αρέσει να γράφω διηγήματα ακούγοντας μουσική. Τα διηγήματα αυτά φυτρώνουν και ανθίζουν ανεξέλεγκτα-σαν τα όνειρα. Μερικά από αυτά έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο ή σε έντυπες εκδόσεις. Αν εγώ η ίδια, ήμουν ένα διήγημα, θα ήμουν το “The bear came over the mountain”  της Alice Munro. Κι αν η ζωή ήταν ένας δρόμος, ο δικός μου θα είχε πολλές στροφές, πολλές ανηφόρες και πολλές κατηφόρες, αλλά να τώρα, που βρίσκομαι σ’ ένα σημείο, με καταπληκτική θέα».