Προδημοσίευση: Οι Υπέροχοι Νεκροί της Αντριάνας Μίνου

Οι Υπέροχοι Νεκροί

(Ή ψάχνοντας τη μυρωδιά πλασμάτων που δε θα δω ποτέ}

Λίγα λόγια και πρώτη προδημοσίευση μικρού αποσπάσματος από το βιβλίο της Αντριάνας Μίνου που θα κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ το 2020 από τον εκδοτικό οίκο Kernpunkt Press
/Από τον Γρηγόρη Παπαδογιάννη/

MinouFabDeadCover.jpg

Η Αντριάνα Μίνου δεν αφήνει περιθώρια στον αναγνώστη να παρερμηνεύσει τις προθέσεις της.  Νιώθω τόσο ξέγνοιαστη όταν διανυκτερεύω εδώ, μια ανεύθυνη μαριονέτα στα χέρια κάποιου που επινόησα για να με επινοήσει. Γιατί το να ζεις δεν είναι απλό πράμα, ποιος αντέχει να σύρει ως το τέλος αυτό το σώμα που βαραίνει ολοένα με κάθε θραύσμα εαυτού που προστίθεται πάνω του; Ποιος έχει την υπομονή να συναρμολογήσει αυτό το φρικτά περιοδικό χάος;

Αυτό το φρικτά περιοδικό χάος προσπαθεί να συναρμολογήσει παρ’ όλα αυτά στις σελίδες του βιβλίου, όχι πάντως με όρους πραγματικότητας αλλά με τους δικούς της αφηγηματικούς όρους. Κι αν ο τίτλος δεν υπόσχεται διασκεδαστικές ιστορίες υπάρχει πάντως για τον αναγνώστη η επιλογή: μπορεί να διαλέξει τη ζωή όποιου θέλει ο ίδιος, ακόμη κι ενός υπέροχου νεκρού.

Ακόμη κι αν δεν έχει διαβάσει κάποιος ποτέ κείμενό της (έχει ήδη εκδώσει τρία βιβλία στην Ελλάδα αλλά και πάρα πολλές δημοσιεύσεις σε περιοδικά στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ) αποκλείεται να μην αντιληφθεί ότι εδώ υπάρχει ένα ασυνήθιστο βιβλίο, ένας αφηγηματικός κόσμος στον οποίο θα εισέλθει με δική του ευθύνη. Κι αν ο τίτλος Υπέροχοι Νεκροί δεν είναι  ήδη  είναι αρκετά κατατοπιστικός έρχεται η εισαγωγική ιστορία  (The Skyscraper Queen in Rumours Motel)  του βιβλίου για να μας βάλει μέσα στον μυθιστορηματικό κόσμο που δημιουργεί.

Ο Μπραμς ο Ιούλιος Καίσαρας ο Λούις Κάρολ και ένα σωρό άλλοι Υπέροχοι Νεκροί, εμφανίζονται στις σελίδες του βιβλίου με τρόπο απολύτως δικαιολογημένο όσο και αναίτιο αφού η συγγραφέας τους αντιμετωπίζει με την παράξενη οικειότητα που συνοδεύει πολύ συχνά τους επισκέπτες των ονείρων μας. Μια οικειότητα εύθραυστη και ευμετάβολη, πολλές φορές και μοιραία για την έκβαση του ονείρου αλλά που μόνο μέσα από αυτήν μπορούμε να ακολουθήσουμε το νήμα στο λαβύρινθο των ονείρων  μας και με τον ίδια μέθοδο να βιώσουμε μια αφήγηση που η δύναμή της είναι ότι ούτε βασίζεται αλλά ούτε και περιφρονεί τα πραγματικά στοιχεία μοιάζει περισσότερο να παίζει ένα παιχνίδι παράλληλων πιθανοτήτων με τις ζωές των Υπέροχων κάτι που αφαιρεί κάθε ίχνος τραγικότητας από τους θανάτους. Αλλά το τραγικό όπως και το κωμικό αιωρούνται έτσι κι αλλιώς ανάμεσα  στις γραμμές.

Είναι ένα ζοφερό βιβλίο; Το λογικό θα ήταν αυτό, αφού μιλάει για νεκρούς. Αλλά υποψιάζομαι ότι η απάντηση της συγγραφέως θα ήταν: όχι τόσο ζοφερό όπως θα ήταν αν μιλούσα για ζωντανούς. Πράγματι: Οι υπέροχοι νεκροί έχουν το εξαιρετικό προσόν πρώτα απ όλα να έχουν ζήσει μια ενδιαφέρουσα ζωή και να έχουν επίσης συναντήσει έναν αξιοσημείωτο θάνατο. Αλλά κι αυτή ακόμη η ύστατη στιγμή επανακαθορίζεται με ποιητικούς όρους και τότε ακριβώς είναι που παίρνει διαστάσεις πολύ πέρα από την συγκεκριμένη επινοημένη ή πραγματική ιστορία. Κι εδώ έχει σημασία να πούμε ότι ο τρόπος που έχουν γραφτεί τα κείμενα δεν είναι μυθιστορηματικός -ενώ αφηγείται, δεν είναι ποίηση με τη συμβατική μορφή που γνωρίζουμε -ενώ τίποτε δεν είναι πιο ποιητικό από τον τρόπο με τον οποίο επαναδιατυπώνει λέξεις και φράσεις που νομίζαμε ότι γνωρίζουμε και τελικά τα κείμενα όπως και οι «ήρωες» των ιστοριών αιωρούνται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, στα αληθινά στοιχεία και τη μυθοπλασία ενώ οι λέξεις που επιλέγει με τελετουργική ακρίβεια η συγγραφέας είναι αυτές που χρειάζονται για να μείνει ο αναγνώστης στην επικράτεια του ονείρου αγαπημένη περιοχή της Αντριάνας Μίνου από τα προηγούμενα ήδη βιβλία της και κυρίως από το Ονειρωρυχείο (2016)

(…) είναι σαν τη σκόνη. Τρυπώνουν παντού. Κι όσο τους ξεσκονίζεις, τόσο απλώνονται κι ανακατεύονται μεταξύ τους και αλλάζουν σχήματα και καλύπτουν τα πάντα και μπαίνουν στο ρουθούνι σου κι από κει στο πνευμόνι κι ύστερα στο αίμα, στο δέρμα, ώσπου οι καθρέφτες δείχνουν μόνο τα πρόσωπά τους.

Παραδοξολογώ άρα υπάρχω; Προφανώς η μόνη δυνατή επιλογή για να υπάρξει ένα κείμενο που αναφέρεται στην επινοημένη ζωή και τον μυθοπλαστικό θάνατο εκείνων που δεν υπάρχουν. Αλλά αν υπήρχε μόνο αυτό δεν θα υπήρχε λόγος να γραφτεί ένα βιβλίο ακόμη περισσότερο να το διαβάσουμε. Το παράδοξο προκύπτει όμως μέσα από μια επώδυνη (εύκολα μαντεύει κάποιος) διαδικασία επανακαθορισμού όχι μόνο της ζωής και του θανάτου αλλά και της ίδιας της γραφής. Μέσα σε έναν ωκεανό βιβλίων που αναπαράγουν πιστά τους συμβατικούς τρόπους γραφής σε ένα κόσμο που αυτοεκδίδεται όλο και περισσότερο αλλά όλο και πιο σπάνια αυτοεκτίθεται σε κάτι που ξεφεύγει από τα πασίγνωστα, οι Υπέροχοι Νεκροί έχουν τη μοναδικότητα της sui generi υπογραφής αλλά ταυτόχρονα έχουν τη φρεσκάδα του νέου μέσα στις στάχτες (όχι και τόσο μεταφορικά) του παλιού. Μέσα από ένα αναπόφευκτο παιχνίδισμα του πραγματικού ταλέντου η συγγραφέας υποκρίνεται επιτυχημένα ότι δεν μας αφηγείται παρά μόνο ό,τι έχει ήδη γίνει αφήγηση. Το νέο υποκλίνεται στην (δήθεν) από κάθε άποψη ειπωμένη ιστορία. Για να μας προκαλέσει να ανακαλύψουμε νέες ιστορίες η συγγραφέας προσποιείται ότι ανασκαλεύει και ανακαλύπτει ξανά τις παλιές.  Μαγικός ρεαλισμός, σουρεαλισμός, μεταμοντερνισμός, νουάρ και φυσικά ποίηση, ποίηση, ποίηση. Οι επιλογές της και οι επιρροές της δεν είναι δύσκολο να ανιχνευθούν με μια πρώτη ματιά εκείνο που είναι δύσκολο είναι να προδικάσεις κάθε φορά πόσο το κάθε είδος διαχέεται μέσα στην ποιητική της και συναντά απρόσμενα τα υπόλοιπα έτσι ώστε το τελικό συμπέρασμα να είναι απόλυτα δικό της. Κι αν τίποτε δεν είναι καινούργιο κάτω από τον ήλιο υπάρχουν πολλά που μπορούν να γραφτούν και να μας αιφνιδιάσουν μέσα σ’ αυτό το ζωογόνο σκοτάδι που επινοεί η Αντριάνα Μίνου.

Είναι τόσο ανακουφιστικό να μη χρειάζεται να ζεις τη δική σου ζωή κι απλώς να αφήνεσαι στις επιλογές κάποιου άλλου. Ακόμη και τη δική του. Αν τολμάει.

Υπάρχουν λόγοι για να διαβάσουμε τώρα αυτό το βιβλίο; Ναι, γιατί στους  Υπέροχους Νεκρούς της Αντριάνας Μίνου δεν χρειάζεται να ζήσουμε τη δική μας ζωή. Όταν η ζωή –και η συμβατική γραφή- γίνεται βαρετή τότε χρειάζεται  κάποιου είδους θάνατος για να ξαναβρούμε την απόλαυση του αναγνώστη. Κι αυτό αποκλείεται να γίνει αν δεν αφεθούμε σε κάτι διαφορετικό.

Αφηνόμαστε λοιπόν να μας μυήσει σε  ασυνήθιστες ποιητικές τελετές όπου αυτό που μοιάζει παραδοξολογία μέσα από την τέχνη της αφήγησης κάποιων θανάτων μοιάζει τελικά να είναι η μόνη δυνατή λύση για να ειπωθούν πράγματα για την ζώσα ύπαρξη με όποιο τρόπο μπορεί ακόμη να είναι εφικτό. Και να μας αποδείξει ότι δεν έχουν ειπωθεί όλα. Ή τουλάχιστον δεν έχουν ειπωθεί όλα με τον τρόπο που θα θέλαμε. Και σίγουρα δεν έχουν ειπωθεί μέσα από αυτό το αμάλγαμα από χιούμορ (μαύρο, αλλά όχι πάντα) απαστράπτουσα φρίκη, αγάπη για το θάνατο και αγάπη για τη ζωή. Οι ζωές των Υπέροχων Νεκρών αιωρούνται κάπου ανάμεσα στον ποιητικό τους θάνατο και την επανεφεύρεση της ζωής. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε με σιγουριά ότι αυτό το βιβλίο που μοιάζει να είναι με πρώτη ματιά ένα tribute στο θάνατο είναι ταυτόχρονα από τα πιο αισιόδοξα (και σίγουρα μη-θανατερά) κείμενα που έχουμε διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Η ζωή επιστρέφει μέσα από την περιπέτεια του θανάτου για να μας θυμίσει μέσα από αυτές τις σελίδες ότι υπάρχουν και καλά νέα: η ζωή δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε ευτυχώς είναι και αυτό που διαβάζουμε.

Ο θάνατος μπορεί να γίνει διασκεδαστικός; Μάλλον όχι αλλά –λογοτεχνικά μιλώντας- οι Υπέροχοι νεκροί μπορούν να σου δώσουν την απόλαυση του βιβλίου που αναζητούσες εδώ και χρόνια χωρίς να το ξέρεις.

 

Ο πετεινός λαλούσε όλη νύχτα σαν τη μουσική των τίτλων του Σάιμον Τέμπλαρ με τον Ρότζερ Μουρ. Ίσως γι’αυτό όλα να είχαν χρώμα ξεπλυμένων 60’s στο εγκαταλελειμμένο λούνα-παρκ. Τα παιδάκια έπαιζαν με τα λασπόνερα που είχαν μαζευτεί στις λακούβες. Άφηναν χάρτινα καραβάκια να επιπλεύσουν και τα κοιτούσαν να ρουφάνε τη λάσπη, από κάτασπρα να γίνονται καφέ και να αφομοιώνονται απόλυτα από τη χειροπιαστή γύρω μιζέρια μην αφήνοντας πίσω τους ούτε ένα ίχνος λευκότητας, δροσιστικής έστω για τη μνήμη. Ωστόσο όλα τα παιδάκια έμοιαζαν με υπερμεγέθη αγγελάκια του Ραφαήλ.

Το λάλημα του πετεινού λειτουργούσε σαν μπαρόκ ξυπνητήρι από αυτά που μόνο να σε μισοξυπνήσουν μπορούν, χρησιμεύοντας έτσι στον ορισμό αιχμηρών σημείων μέσα στα όνειρα πάνω στα οποία μπορείς να ακουμπήσεις το δάχτυλό σου αν χρειαστεί να ξυπνήσεις. Ένα από τα παιδάκια με πλησίασε με συστολή. Οι φίλοι του τον περιτριγύριζαν και τον τσιγκλούσαν με τον αγκώνα να μου μιλήσει για κάτι που προφανώς έκανε τα μαρμάρινα μάγουλά του να κοκκινίζουν ή κάτι τέτοιο. Ο Ραφαήλ, που επιτηρούσε όλη αυτήν την ώρα το διάλειμμα διακριτικά, κρυμμένος πίσω από ένα τείχος κισσού, εμφανίστηκε για να βοηθήσει τον μικρό και με πλησίασε με ύφος ελαφρώς ανέκφραστο.

-Ο μικρός είναι ερωτευμένος μαζί σας, μου είπε στ’αυτί με φωνή που μειδιούσε.
-Μ’εμένα; Γιατί;
-Σας πέρασε για φουρνάρισσα, του αρέσουν οι φουρνάρισσες. Θέλει να σας φιλήσει.
Ύστερα ξανακρύφτηκε πίσω από το τείχος κισσού και τον ένιωθα που κρυφοκοιτούσε.

Μικρό απόσπασμα από την ιστορία με τίτλο: The Baker’s Daughter

Η Αντριάνα Μίνου εκτός από συγγραφέας και ποιήτρια είναι μουσικός, ζει στο Λονδίνο, και έχει εκδώσει τρία βιβλία στις εκδόσεις Παράξενες Μέρες: Παιδικά Νουάρ (2013) Ονειρωυχείο (2017) Αλλουterra (2018), ενώ είναι καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ της Άμμου και συνεργάζεται με το Εργαστήρι Συγγραφής «Γράφουμε Ιστορίες»

Το βιβλίο διατίθεται είδη για προπαραγγελίες στο amazon.com

https://www.amazon.co.uk/Fabulous-Dead-Andriana-Minou/

Advertisements