Επιλογή Eyelands 9/ Όνειρα αγρύπνιας

Το eyelands όπως κάθε χρόνο από το Νοέμβριο μέχρι το καλοκαίρι δημοσιεύει τα διηγήματα του διεθνούς διαγωνισμού (ελληνικό τμήμα) που διακρίθηκαν στην κατηγορία Επιλογή Eyelands.  Πρώτο διήγημα από τον 9ο διαγωνισμό που είχε θέμα «Γύρω στα Μεσάνυχτα»:  Ονειρα αγρύπνιας του  Αριστείδη Γ. Αρχοντάκη.

-Η δημοσίευση θα ολοκληρωθει τον Ιούνιο του 2020. Τα διηγήματα αυτά είναι τα μόνο από τον διαγωνισμό που θα δημοσιευθούν στο περιοδικό με εξαίρεση τα πρώτα βραβεία που θα αναρτηθούν το επόμενο καλοκαίρι.

Τα διηγήματα δημοσιεύονται με τη σειρά υποβολής του κειμένου στον διαγωνισμό.

Γύρω στα Μεσάνυχτα

Όνειρα  αγρύπνιας– Αριστείδης Γ. Αρχοντάκης

Μια ανατριχίλα στο κορμί, από κάποια αδυναμία ίσως του οργανισμού, ο οποίος επιζητά τη ζεστασιά και την ασφάλεια. Μια όμως κατά τα άλλα ανέλπιστη ενεργητικότητα και διάθεση για δημιουργία. Ο εαυτός να θέλει να προσφέρει, να αντιστέκεται στην ανημποριά της στιγμής. Να συνεχίσει να μάχεται, να θέλει να δημιουργήσει, να παράγει έργο κι ας καταναλώσει σημαντικές δυνάμεις. Ο ύπνος λιγοστός, τόσος όσος για να υπάρχει μια σχετική διαύγεια. Σκέφτεσαι για την ποιότητα του ύπνου σου. Δεν βλέπεις και πολλά όνειρα τελευταία.

Κάποιος ειδικός, θεράπευσε παλαιότερα μια γηραιά κυρία που έπασχε από αϋπνίες. Ο προσωπικός της γιατρός, της είχε χορηγήσει ισχυρά υπνωτικά τα οποία δεν είχαν αποτέλεσμα. Το αντίθετο μάλιστα, έφερναν παραισθήσεις, και καθώς δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ξεσπούσε σε κραυγές αγωνίας οι οποίες δεν άφηναν και κανέναν άλλο ήσυχο στο σπίτι. Ο γιατρός της είχε πει, ότι δεν κοιμάται πια, γιατί φοβάται να ονειρευτεί.

Ο φίλος της, και ειδικός κατά των αϋπνιών όπως αποδείχτηκε, είχε εντελώς αντίθετη άποψη. Δεν κοιμάσαι, της έλεγε, γιατί αδυνατείς να ονειρευτείς.

Θυμήσου ένα αγαπημένο σου όνειρο, την παρότρυνε. Η γηραιά κυρία θυμήθηκε ένα όνειρο απ’ τα νιάτα της, με άκρως σοκαριστικό περιεχόμενο για τα δεδομένα της εποχής. Είχε να κάνει με τον πρώτο της έρωτα. Το ξανάφερε στο μυαλό της ζωντανό όπως τότε, και την πήρε ο ύπνος ξαναβλέποντας το ίδιο όνειρο, σα να ήταν νέα. Ξύπνησε ανάλαφρη και ανανεωμένη.

Μήπως λοιπόν, δεν κοιμόμαστε καλά επειδή έχουμε πάψει να ονειρευόμαστε, και όχι γιατί δε θέλουμε να δούμε άλλα όνειρα;

Ο ύπνος απαραίτητος στον οργανισμό. Τα όνειρα επίσης. Επιτελούν μια διαδικασία την οποίαάφησε ατελείωτη στη μέση η μέρα. Εκπληρώνουν επιθυμίες τα όνειρα, κάτι το οποίο δε συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της μέρας. Στα όνειρα βέβαια υπάρχει και μια συγκάλυψη. Αυτή γίνεται εμφανής, όσο μεγαλώνουμε. Τα παιδιά που είναι πιο αγνά, έχουν απλά όνειρα. Δεν έφαγαν το παγωτό που επιθυμούσαν κατά την διάρκεια της ημέρας; Το βράδυ στον ύπνο τους, θα δουν ότι τρώνε παγωτό. Για τις μεγαλύτερες ηλικίες, στις οποίες υπάρχουν τα μη και τα πρέπει, όπου οι ηθικές αναστολές είναι μεγαλύτερες, τα όνειρα εμφανίζονται καμουφλαρισμένα, ώστε να μην τα καταλαβαίνουμε ευθύς εξ αρχής. Δεν παύουν όμως να κρύβουν μιαν επιθυμία η οποία προσπαθεί να εκπληρωθεί. Κυρίως ερωτική επιθυμία.

Επικρατεί τελευταία, μια επιθυμία σου να καταγράφεις τα όνειρά σου, και εάν είναι δυνατόν, να τα ερμηνεύεις. Προσπαθείς έτσι να κλείσεις πληγές του παρελθόντος, και να καλυτερεύσεις το παρόν. Όσο για το μέλλον αβέβαιο.

 

Πρόσφατα είδα στον ύπνο μου τη γυναίκα της απέναντι κατοικίας. Φαινόταν νεότερη και μου έγνεφε μέσα από ένα λεωφορείο, υψώνοντας μου ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Έδειχνε ευδιάθετη και σίγουρη. Είχα εκείνες τις μέρες ανησυχήσει γι’ αυτήν, γιατί ήταν άρρωστη με ένα κρυολόγημα, όχι τίποτα σπουδαίο. Η γυναίκα αυτή έμενε μόνη της, και ήμουν ο μόνος ο οποίος έδειξε κάποιο ενδιαφέρον. Η αλήθεια ήταν, ότι ζητούσα αφορμή να γνωριστούμε. Μετά από λίγες μέρες, το κρυολόγημα πέρασε και δέχτηκα απ’ αυτήν μια πρόσκληση για έναν καφέ. Το σπίτι της στα ενδότερα μου προκάλεσε μια ευχάριστη έκπληξη. Το καθιστικό ήταν περιτριγυρισμένο από βιβλιοθήκες φορτωμένες με ένα σωρό βιβλία. Στο γραφείο μια παλιά γραφομηχανή brother και σκόρπιες σελίδες χαρτιού, δακτυλογραφημένες και με χειρόγραφες συμπληρωματικές σημειώσεις. Η Ελένη, όπως μου συστήθηκε ήταν επίδοξη συγγραφέας.

Ο καφές ήταν εξαιρετικός, ήταν το μόνιμο διεγερτικό της, όπως μου είπε. Δεν αναφέρθηκα στο όνειρο στο οποίο ήταν πρωταγωνίστρια, αλλά απεκόμισα την ίδια αίσθηση. Η Ελένη εξέπεμπε μια σιγουριά, η μοναξιά γι’ αυτήν ήταν ένα δεδομένο, καθώς έτσι είχε όλο τον ελεύθερο χρόνο να εργάζεται όπως αυτή ήθελε. Συχνά δούλευε έως αργά το βράδυ, και κοιμόταν μέχρι το μεσημέρι. Προκειμένου να πραγματοποιήσει το όνειρο της, και να γράψει η ίδια, έκανε κατά καιρούς διάφορες δουλειές. Βοηθούσε μικρά παιδιά στα μαθήματά τους, άλλοτε έκανε αγγλικά σε ενήλικες ή τη βραδινή υπάλληλο στην  receptionξενοδοχείων. Όμως όλα αυτά για λίγο, μέχρι να μαζέψει κάποια χρήματα για να αφιερώνεται στο γράψιμο.

Έδειξα ενδιαφέρον για το γραπτό της.

-Προχωράει ρώτησα;

-Ε, θέλει πολύ δουλειά ακόμη.

Όπως κατάλαβα δεν είχε διαβάσει κανείς τίποτα ακόμα. Δε θα διάβαζε κανείς τίποτα, παρά μόνο όταν ήταν έτοιμο και τυπωνόταν.

-Ξέρω, ότι ο καθένας θα είχε την περιέργεια να διαβάσει κάτι στο οποίο δείχνω τέτοιο ζήλο. Όμως εδώ έχω βάλει τους κανόνες μου. Μπορείς να διαλέξεις όποιο βιβλίο θέλεις απ’ τη βιβλιοθήκη και να το διαβάσεις.

Δέχτηκα και σηκώθηκα να ρίξω μια ματιά στα βιβλία. Διάλεξα ένα ογκωδέστατο βιβλίο, την «Ερμηνεία των ονείρων» του Φρόιντ. Η αλήθεια είναι, ότι τα όνειρα τα οποία με απασχολούσαν, ήθελαν και ένα βοήθημα για την ερμηνεία τους. Δεν παραξενεύτηκε απ’ την επιλογή μου, μόνο μού χαμογέλασε και με οδήγησε προς την εξώπορτα.

-Θα σου το επιστρέψω το συντομότερο δυνατόν, είπα και έφυγα.

Αυτή στάθηκε να με παρακολουθεί, μέχρι που απομακρύνθηκα.

Συχνά τα βράδια πήγαινα στο παράθυρο και μέσα στην σκοτεινιά, διέκρινα αμυδρά να φέγγει το καθιστικό της Ελένης από το πορτατίφ του γραφείου της. Δουλεύει έλεγα και δεν ένιωθα και εγώ μόνος, την είχα συντροφιά. Το βιβλίο της δεν διαβαζόταν εύκολα, ήταν το ίδιο περίπλοκο με το θέμα του, την ερμηνεία των ονείρων, αν και ο Φρόιντ έκανε με την συγγραφή του ό,τι περισσότερο μπορούσε ώστε να γίνει κατανοητός από το κοινό της εποχής του. Ένα κοινό το οποίο, όπως αναφέρει ο ίδιος, ήταν αρκετά προκατειλημμένο για να δεχτεί μια καινούργια ματιά στον τρόπο θεώρησης της ζωής γενικά. Προσπαθούσα να είμαι αρκετά συνεπής στην καταγραφή των ονείρων μου. Έβλεπα μια συχνότητα επανάληψης σε ορισμένα. Ειδικά όσα αφορούσαν τους γονείς μου. Σίγουρα υπήρχαν εκκρεμότητες.

Ανέβαλα για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα να επιστρέψω το βιβλίο, ώσπου μια μέρα αποφάσισα να το επιστρέψω στην Ελένη. Διάλεξα να την επισκεφτώ το απόγευμα. Αυτή με υποδέχτηκε, λες και περίμενε από καιρό να με ξαναδεί. Σέρβιρε τον καθιερωμένο ζεστό καφέ και άρχισε την κουβέντα.

-Ξέρεις μου χρειάζεται και μένα ώρες-ώρες ένα διάλειμμα. Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, και όχι τόσο για την επιστροφή του βιβλίου, αν και τα βιβλία είναι κομμάτι της ζωής μου. Πες μου, έβγαλες κάποια άκρη, σίγουρα σε απασχολούν τα όνειρα. Για μένα αν θέλεις να ξέρεις είναι πηγή έμπνευσης.

-Αχ, Ελένη, της είπα. Χαίρομαι που σε ευχαριστεί να πούμε δυο λόγια. Τα όνειρα με απασχολούν γιατί, όπως ο καθένας, θέλω να βάλω σε κάποια τάξη τη ζωή μου. Να δω τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τα όνειρα είναι σαν τις νυχτερίδες, οι οποίες με το που σκάσει το πρώτο φως και ξυπνήσουμε χάνονται, πάνε να κρυφτούνε σε σπηλιές ή σε καμπαναριά εκκλησιών.

-Ίσως είναι ένας μικρός άγγελος ο οποίος μιλάει στον ύπνο μας, σκηνοθετεί ,σκαρώνει ιστορίες απρόβλεπτες, οι οποίες συνήθως μας εκπλήσσουν.

-Πιστεύεις στους αγγέλους, βλέπω Ελένη!

-Όχι με την έννοια ίσως την θρησκευτική ή σαν κάτι εξωπραγματικό, το οποίο κατοικεί ψηλά στα σύννεφα. Πιστεύω όμως, ότι μερικοί άνθρωποι ξεχωρίζουν. Μπορείς να το αισθανθείς αμέσως μόλις σταθούν δίπλα σου, απ’ την αύρα την οποία εκπέμπουν. Θέλεις να είσαι δίπλα τους, όχι για να σου προσφέρουν κάτι υλικό, αλλά για σου δώσουν ίσως κάτι από την ξεγνοιασιά τους και την φωτεινότητα της σκέψης τους. Οι άγγελοι της εκκλησίας είναι φύλακες, κρατάνε ρομφαία και τα κλειδιά του παράδεισου. Οι δικοί μου άγγελοι είναι άνθρωποι κοινοί που όμως η ψυχούλα τους είναι ελεύθερη, πεταρίζει, σκιρτά, είναι σαν μια ανθισμένη αλέα, ευωδιάζει.

Έφυγα από το σπίτι της Ελένης, μαγεμένος από την ματιά της σε ορισμένα θέματα. Ίσως είχα βρει και εγώ στο πρόσωπό της έναν άγγελο. Θα ήθελα να δανειστώ και άλλο βιβλίο της, ώστε να έχω αφορμή να την επισκεφτώ ξανά. Όμως, δεν το έκανα. Σκέφτηκα ότι πρέπει να της δώσω εγώ κάτι τώρα, ίσως ένα δικό μου βιβλίο. Σίγουρα θα δυσκολευτώ να βρω κάτι που να μην έχει διαβάσει. Είμαι στο χώρο μου τώρα, μπροστά από την δική μου βιβλιοθήκη και ψάχνω για το βιβλίο που θα έχει να πει κάτι στην Ελένη. Άραγε, τι να τής άρεσε; Στέκομαι δίπλα στο παράθυρο, το δωμάτιο της αχνοφέγγει μες στην σκοτεινιά του δρόμου. Διαλέγω τα σταφύλια της οργής του Στάινμπεκ, τόσο για την ιστορία, όσο πιο πολύ για το τέλος. Ο αγώνας του ανθρώπου να επιβιώσει σαν τον ξεριζώνουν από τον τόπο του, αλλά πιο πολύ η εικόνα της λεχώνας στο τέλος, η οποία με το γάλα της, επιχειρεί να σώσει έναν άνθρωπο που κινδυνεύει από την ασιτία και δεν δέχεται άλλη τροφή.

Σκέφτομαι τι σημαίνει αυτό το βιβλίο για μένα. Η ανάγνωση του είχε γίνει πολύ καιρό πριν, ήταν δώρο του πατέρα. Σίγουρα θα ήθελα να μιλήσω με την Ελένη για τον πατέρα μου, ίσως γι αυτό πήγα συνειρμικά στην επιλογή αυτού του βιβλίου. Έχω την ανάγκη να τον ξαναφέρω στην επιφάνεια, χρόνια μετά το χαμό του. Αφήνω το βιβλίο στην άκρη. Αυτή η θύμηση με στεναχωρεί κάπως. Ο κύκλος των ανθρώπων γύρω μου περιορισμένος για να κουβεντιάζω ανοιχτά τέτοια θέματα. Η Ελένη η πιο κοντινή μου αυτή την περίοδο. Αποφάσισα να την επισκεφτώ την επομένη το απόγευμα. Η νύχτα θα είχε πανσέληνο, δεν ξέρω κατά πόσο το ουράνιο σώμα θα επηρέαζε τις συμπεριφορές μας.

Χτυπώντας την εξώπορτα της Ελένης είχα υπό μάλης το μυθιστόρημα, και στο χέρι μια σακούλα με κουλουράκια από το φούρνο της γειτονιάς.

-Καλώς τον, μου είπε, μόλις έβαλα να γίνεται καφές, πάνω στην ώρα ήρθες.

Πέρασα στο γνώριμο χώρο πια, του καθιστικού. Ήμασταν στο ημίφως του απογεύματος καθώς δεν είχε αναφτεί κάποιο τεχνητό φως.

-Σου έφερα ένα βιβλίο, είπα. Ίσως να σου είναι ήδη γνώριμο.

Η Ελένη περιεργάστηκε το βιβλίο και χαμογέλασε.

-Το διάβασα έφηβη μου είπε, αλλά σ’ ευχαριστώ. Το είχα, αν θυμάμαι καλά, δανειστεί απ’ τη δημοτική βιβλιοθήκη, πάνε κάμποσα χρόνια, δεν ξέρω πόσα.

-Εμένα, μου το είχε δωρίσει ο πατέρας, απ’ αυτόν αγάπησα την λογοτεχνία και το διάβασμα. Ξέρεις δε ζει πια, όμως νιώθω, ότι έχω αφήσει μαζί του ατελείωτες ένα σωρό κουβέντες. Ήταν δύσκολος άνθρωπος στην επικοινωνία. Κάθε φορά που ήθελε να μου  πει κάτι, μου έπαιρνε ένα βιβλίο και μετά διαβάζοντας το, σχολιάζαμε διάφορα θέματα. Η αφορμή για συζήτηση ήταν πάντα τα βιβλία. Ξέρεις, αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν το τελευταίο που μου δώρισε πριν φύγει. Έμεινε χωρίς να σχολιαστεί, χωρίς την καθιερωμένη κουβέντα. Έτσι ήρθα σε σένα, να κλείσω μαζί σου αυτόν τον κύκλο των συζητήσεων.

-Και ίσως ανοίξουμε τον δικό μας κύκλο συζητήσεων, συμπλήρωσε η Ελένη, κάτι το οποίο μου έδωσε θάρρος.

Η πανσέληνος άρχισε να ανατέλλει στον ορίζοντα του ουρανού. Καθώς σιγά-σιγά μας έλουζε το φως της, πρότεινα στην Ελένη έναν μικρό περίπατο για να συνεχίσουμε την κουβέντα κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι.

-Τι σκέφτεσαι; την ρώτησα. Μοιάζεις να είσαι σε έναν άλλον κόσμο.

-Έχεις δίκιο, σκέφτομαι την ιστορία που γράφω. Φτάνει στο τέλος. Οι ήρωες μου φτάνουν στον προορισμό τους, ένας-ένας. Δεν ξέρω αν θα λυτρωθώ και εγώ η ίδια από το εγχείρημα μου. Όλοι τους, είναι κομμάτι του εαυτού μου, τόσο φανταστικοί, όσο και πραγματικοί ταυτόχρονα. Τις αγωνίες τους, τις έζησα προσωπικά, με τις χαρές τους χάρηκα, με τις λύπες τους μελαγχόλησα, όμως στο τέλος θέλω να φανώ αισιόδοξη, να δώσω τροφή για συνέχεια.

-Ίσως ένα καινούργιο βιβλίο είπα, μια νέα ιστορία.

-Ίσως, είπε.

Τα βήματα, μάς είχαν οδηγήσει ασυναίσθητα στο λιμάνι. Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Το λιμάνι είχε κόσμο. Περίμεναν το καράβι της γραμμής, το οποίο φαινόταν φωταγωγημένο, καθώς πλησίαζε. Οι επιβάτες στην κουπαστή, προσπαθούσαν να ξεδιακρίνουν γνωστούς οι οποίοι τους περίμεναν. Μικροί έφηβοι που ξενυχτάνε στο λιμάνι, φωνάζουν απ’ την προκυμαία προς το καράβι:

-Πως σε λένε;

Απ’ το καράβι έρχεται μια γυναικεία φωνή, ως απάντηση.

-Μαρία!

-Εμένα, Νικηφόρο

-Κώστα

-Μάρκο

-Σας αγαπώ όλους, ανταπαντά η γοργόνα απ’ την κουπαστή.

Είχαμε πάρει το δρόμο για το γυρισμό. Η Ελένη αν και δεν ένιωθε κουρασμένη, ακουμπούσε στο δεξί μου μπράτσο με έναν τρόπο τόσο οικείο. Αισθανόμουν πανευτυχής που πέρασα μαζί της τη βραδιά μου. Καθώς φτάναμε, είπε ότι θα ξαναδιάβαζε το βιβλίο το οποίο της έφερα. Μια δεύτερη ανάγνωση μετά από χρόνια, είναι πηγή νέων σκέψεων. Θα ήθελε να συζητήσουμε μαζί την ιστορία. Έτσι χωρίσαμε αυτή τη βραδιά πανσέληνου. Από ότι θυμάμαι μέρες μετά, εκείνη την νύχτα είχα κοιμηθεί γαλήνιος και ξυπνήσει αρκετά ευδιάθετος την επομένη.

Άφησα να περάσει κάμποσος καιρός, πριν ξαναδώ την Ελένη. Έριχνα μόνο κλεφτές ματιές τα βράδια στο μισοφωτισμένο παράθυρο της. Η ανάγκη μου να την ξαναδώ ήταν μεγάλη, τόσο ώστε ένα βράδυ, με επισκέφτηκε ξανά στον ύπνο μου. Την επομένη χτύπησε το κουδούνι της πόρτας μου. Τι έκπληξη για μένα όταν την είδα να στέκει στο πλατύσκαλο.

-Πρέπει να μιλήσουμε είπε. Αυτή τη φορά αποφάσισα να έρθω εγώ.

-Πέρασε είπα, καθώς προσπαθούσα να βάλω σε μια τάξη τα πράγματα γύρω μου. Καθίσαμε αντίκρυ σε δυο πολυθρόνες.

-Ξέρεις, είπε, χθες βράδυ σε είδα στον ύπνο μου.

-Τι σύμπτωση είπα αυθόρμητα, γιατί το ίδιο συνέβη και σε μένα.

-Μπήκε, με λίγα λόγια, ο ένας στο όνειρο του άλλου, είπε. Τι θαυμάσιο! Στο όνειρο μου ήμασταν στην προβλήτα του λιμανιού, όπως την νύχτα της πανσέληνου. Περιμέναμε να έρθει το καράβι. Είχα την εντύπωση ότι θα κάναμε μαζί το ταξίδι. Όμως όταν ήρθε η ώρα της επιβίβασης, ανέβηκες μόνον εσύ. Εμένα μου απαγορεύτηκε, δεν είχα το απαιτούμενο εισιτήριο. Σε είδα να με αποχαιρετάς απ’ την κουπαστή, καθώς το πλοίο απομακρυνόταν. Δίπλα σου ήταν μια νέα κοπέλα, η γοργόνα της κουπαστής. Αυτή η σκηνή ήταν και η τελευταία που θυμάμαι, μετά ξύπνησα. Υπήρχε αναμφισβήτητα ο φόβος του χωρισμού. Γι’ αυτό ήρθα και σε βρήκα σήμερα, φοβόμουν ότι είχες φύγει.

-Να που είμαστε όμως ο ένας απέναντι στον άλλο. Στο δικό μου όνειρο βρισκόμασταν και οι δυο στο πατρικό μου σπίτι. Κρατούσες ένα βιβλίο στα χέρια σου, που είχα την εντύπωση ότι ήταν η δικιά σου ιστορία, και μου τη διάβαζες. Καθόμουν στα πόδια σου και αφουγκραζόμουνα όλο αγωνία για την συνέχεια. Άξαφνα μπήκε ο πατέρας μου στο προσκήνιο, νιώθοντας ευχαριστημένος καθώς άκουγε κι αυτός, αλλά του ήταν αδύνατο πλέον να παρέμβει και να πει την γνώμη του.

-Ξέρεις, ίσως με επηρέασε για να δω το συγκεκριμένο όνειρο, το βιβλίο του Στάινμπεκ που μου έφερες. Σε είχα διαρκώς κατά νου διαβάζοντας το ξανά. Αυτή η οικογένεια η οποία εγκαταλείπει τον τόπο της, προκειμένου να επιβιώσει. Η μετανάστευση επειδή κάποιοι σου παίρνουν τη γη που μεγάλωσες και όλες οι αντιξοότητες που συναντούν στη διαδρομή για έναν τόπο φιλόξενο, για έναν τόπο που δεν έχεις παρά να απλώσεις το χέρι για να γευτείς ένα ζουμερό τσαμπί σταφύλια. Στο τέλος το μάταιο της προσπάθειας και η καταστροφή την οποία μόνον η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά μπορεί να τη νικήσει.

-Ελένη νομίζω ότι είμαστε πολύ κοντά σαν άνθρωποι. Έχουμε κερδίσει έναν τρόπο σπάνιας επικοινωνίας. Δε νομίζω ότι μπορούμε να αποχωριστούμε τόσο εύκολα πια.

-Χθες έβαλα και την τελευταία πινελιά στην ιστορία που έγραφα εδώ και κάμποσο καιρό. Είναι καιρός να τυπωθεί και να ταξιδέψει. Το αντίτιμο του εισιτηρίου, πιστεύω το έχω πληρώσει και με το παραπάνω.

-Πόσο χαίρομαι για σένα που ένα όνειρο πραγματοποιήθηκε. Όσο για τα όνειρα της νύχτας, εσύ η ίδια κάποτε είχες πει ότι είναι πηγή έμπνευσης. Θα είμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο και σίγουρα αν θέλεις θα ταξιδέψουμε και μαζί, υπό έναν όρο. Θα είμαι ο πρώτος σου αναγνώστης.

Έσκυψε και χαϊδεύοντας μου το κεφάλι μου έδωσε ένα ζεστό φιλί. Δύο μοναχικοί άνθρωποι είχαν βρεθεί κοντά, είχαν αγαπηθεί με τον τρόπο τους ,μέσα από τις αγωνίες του παρελθόντος, ζούσαν ένα παρόν το οποίο τους μάγευε και  προπάντων είχαν κοινά όνειρα για το μέλλον.

//

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Ο Αριστείδης Γ. Αρχοντάκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1968. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Κρήτης στο τμήμα Φυσικής το 1994 και έκτοτε εργάζεται στα Χανιά. Έχει πάθος με το διάβασμα και τη λογοτεχνία. Το διήγημα του «Υπερηχογράφημα» απέσπασε τον πρώτο έπαινο σε Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό που διοργάνωσε η Παγκρήτια Ένωση Λογοτεχνών το 2009, ενώ το διήγημά του «Ο Μάρκος και η Άννα» απέσπασε το πρώτο βραβείο σε παγκρήτιο λογοτεχνικό διαγωνισμό το 2013 που διοργάνωσε το βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκης στο Ηράκλειο, με κριτή τον Μάνο Κοντολέων. Το 2017 το διήγημα του «Επιτύμβια στήλη» απέσπασε τον Α΄ Έπαινο στο διαγωνισμό διηγήματος-διαβάζοντας τον Καζαντζάκη, απ’ την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών.

 

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

30 Νοεμβρίου
Οι ερινύες έγιναν τέσσερις – Γεωργία Π. Γλάρου

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

15/12 Vicolo del Divino Amore Amor vincit omnia – Μπάμπης Καββαδίας

30/12 Πέντε κύριοι με κοστούμι -Μαρία Κόνιαρη

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

15/1 Η νύχτα που η Χιονάτη νίκησε την Μόρα – Γιάννα Χατζημιχαήλ

30/1 Η τύχη του φτωχού – Χρήστος Αθανασόπουλος

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

15/2 Άδειο δωμάτιο – Γιώτα Αναγνώστου

29/2 Ο κύριος Α. – Ελένη Καρφάκη

ΜΑΡΤΙΟΣ

15/3 Γυρω στα μεσάνυχτα – Ερμιόνη Γιαλύτη

30/3 Το πρώτο αστέρι – Αθανασία Ρόβα

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

15/4 Αναλαμπή – Άννα Καρακατσάνη

30/4 Πρωταγωνιστές – Αναστασία Μπαμπούλα

ΜΑΙΟΣ

15/5 Ο ήχος της επιμονής – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης

30/5 Αόρατος κλέφτης – Δημήτρης Πολίτης

ΙΟΥΝΙΟΣ

15/6 Το πείραμα – Αγγελική Μπομπούλα

30/6 Το βραβείο – Κάλι Κεχαγιά