Επιλογή Eyelands:  Η τύχη του φτωχού

Το eyelands όπως κάθε χρόνο από το Νοέμβριο μέχρι το καλοκαίρι δημοσιεύει τα διηγήματα του διεθνούς διαγωνισμού (ελληνικό τμήμα) που διακρίθηκαν στην κατηγορία Επιλογή Eyelands.  Διηγήματα από τον 9ο διαγωνισμό που είχε θέμα «Γύρω στα Μεσάνυχτα».  Η δημοσίευση θα ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2020.  Τα διηγήματα δημοσιεύονται με τη σειρά υποβολής του κειμένου στον διαγωνισμό. Σειρά έχει το διήγημα:

 Η τύχη του φτωχού 

του Χρήστου Αθανασόπουλου

Γύρω στα ΜεσάνυχταΟ Λόρενς Φόστερ ήταν ένας πολύ τυχερός άνθρωπος. Είχε την τύχη εν μέσω οικονομικής κρίσης να ζει σε μια μεγάλη μονοκατοικία στο κέντρο της πόλης χωρίς να χρειάζεται να ανησυχεί για τα έξοδα των επόμενων χρόνων.Μόνο ένα μικρό ψεγάδι υπήρχε στην εξασφαλισμένη ζωή του. Γύρω στις δώδεκα αυτός ο καταραμένος σκύλος ξεκινούσε να γαβγίζει ξεσηκώνοντας τους πάντες. Προσπάθησε να το αγνοήσει και να επικεντρωθεί σε όλα τα καλά που είχε καταφέρει να κερδίσει.

Μέχρι τότε η ζωή δεν είχε φερθεί πολύ καλά στον Λόρενς. Ήταν αναγκασμένος να στήνει όλο κομπίνες και απάτες με σκοπό να βγάζει το ψωμί του γιατί είχε μεγαλώσει σε μία οικογένεια που δεν ήταν αρκετά προνοητική για να τον στείλει σε κάποιο σχολείο για να αποκτήσει έντιμα εφόδια για το μέλλον.Όλα αυτά όμως ανήκαν στο παρελθόν. Δεν χρειαζόταν να ανησυχεί πλέον για τις βιοποριστικές του ανάγκες κι εκεί που καταριόταν την δύστυχη φτωχή ζωή του τώρα την ευχαριστούσε για τα καλά που του είχε προσφέρει. Δεν έρχεται σε οποιονδήποτε η τύχη, σκέφτηκε από μέσα του ο Λόρενς ξαπλωμένος στο κρεβάτι της νεκρής πρώην γυναίκας του, θέλει και λίγο πονηριά.

Ήξερε πως υπήρχαν πολλοί προικοθήρες εκεί έξω μα σαν κι αυτόν δεν είχε υπάρξει κανείς. Δεν είχε αρκεστεί μόνο στο πρώτο και σημαντικότερο βήμα μιας τέτοιας απάτης, δηλαδή να κάνεις μια πλούσια ηλικιωμένη να σε ερωτευτεί παράφορα. Όχι, αυτό από μόνο του δεν αρκούσε γιατί μετά έπρεπε να κάτσει και να περιμένει σαν ανόητος τα καλύτερα χρόνια της ζωής του να περνάνε καθώς αυτή θα κέρδιζε καθημερινά την μάχη με τον θάνατο ενάντια στις πιθανότητες. Ο Λόρενς δεν ήθελε να χαραμίσει την ζωή του, χρειάζεται κάτι που να βοηθήσει λίγο την κατάσταση, όχι τίποτα ιδιαίτερα εγκληματικό απλά μια μικρή…σπρωξιά προς την σωστή κατεύθυνση.

Δεν θα σκεφτόταν ποτέ να φτάσει στο σημείο να δολοφονήσει την αγαπημένη του γυναίκα Έλιοτ. Ο Λόρενς Φόστερ δεν ήταν τόσο ανόητος. Ο πατέρας του είχε φροντίσει από μικρός να πάρει αυτό το μάθημα πλακώνοντάς τον στο ξύλο όταν είχε ανακαλύψει πως έκλεβε λεφτά από αυτόν: «είσαι ξύπνιος» του είχε πει «μα πάνω από όλα είσαι φτωχός. Και οι φτωχοί είναι πιο άτυχοι από ότι είναι ξύπνιοι. Αυτό βάλτο αυτό καλά στο νου σου. Όποτε σκοπεύεις να κάνεις κάποια πονηριά, να την κάνεις σκεπτόμενος πάντα το χειρότερο»

Αυτή ήταν η συμβουλή του και όπως το γερό χέρι ξύλο που είχε φάει τότε, δεν την ξέχασε ποτέ. Δεν είχε καμία διάθεση να φάει όλη την υπόλοιπη ζωή του στην φυλακή αν τον καταδίκαζαν πως δηλητηρίασε την γριά. Έπρεπε να βρει κάτι πιο διακριτικό για να την ξαποστείλει. Δεν είχε αρχίσει σαν σχέδιο στην αρχή, μόνο μια αφηρημένη ιδέα που του ήρθε όταν άκουσε πόσους κινδύνους διατρέχουν οι ηλικιωμένοι που έχουν κατοικίδια. Η γυναίκα του, αφού είχε περάσει τα εβδομήντα, ήταν πολύ ανήμπορη και ευαίσθητη.

Για καλή του τύχη είχε βρει ένα σκυλί που το πουλούσε ένας γνωστός του και θα έκανε ακριβώς την δουλειά που ήθελε. Ήταν ένας ιταλικός σκύλος της ράτσας κανέκόρσο ο οποίος ήταν ιδανικός για φύλακας και αυτή ακριβώς ήταν η πρόφαση που σκαρφίστηκε όταν τον πήγε στην Έλιοτ. Η εύθραυστη γυναίκα του ήταν γεμάτη περηφάνια, αρνούνταν να παραδεχτεί την αδυναμία της σε οποιονδήποτε τομέα και ούτε που μιλούσε για την ηλικία της. Αυτός ήταν κι ο λόγος που παντρεύτηκε τον κατά πολύ νεότερο Λόρενς στα εβδομήντα πέντε της χρόνια. Δεν μπορούσε λοιπόν να υποψιαστεί αυτό το ύπουλο σχέδιο που κρυβόταν πίσω από την κίνησή του.

Πως θα μπορούσε άλλωστε; Ακόμη και ο ίδιος ο Λόρενς το έβρισκε λίγο απίθανο, για να πούμε την αλήθεια, όταν του είχε πρωτοέρθει η ιδέα. Όταν όμως το πήγε στο σπίτι και η Έλιοτ βγήκε για να το υποδεχτεί άρχισε να το ξανασκέφτεται. Το σκυλί ήταν μεγάλο, ίσως ακόμη μεγαλύτερο από το συνηθισμένο μέγεθος της ράτσας του. Και ήταν πολύ δραστήριο και ενεργητικό. Όλο χοροπηδούσε και γάβγιζε τρέχοντας πάνω κάτω στην αυλή. Από την άλλη, η Έλιοτ…μπορεί να χαμογελούσε με τα καμώματα του σκύλου αλλά το σώμα της ήταν η απόλυτη αντίθεσή. Μικροκαμωμένο και συρρικνωμένο από τον χρόνο, ακίνητο κι αδύναμο να κάνει όλα αυτά που έκανε ο σκύλος. Τότε ήταν που απέκτησε λίγη παραπάνω πίστη στο σχέδιό του και άλλωστε, το να το βγάζει βόλτα θα ήταν ευχάριστος χρόνος μακριά από την αγαπημένη του σύζυγο.

Τώρα, μισό χρόνο μετά, απολάμβανε τους καρπούς ενός ανέλπιδου σχεδίου που είχε στεφθεί με επιτυχία. Μια μέρα που ο σκύλος ήταν παραπάνω ενθουσιώδης, επειδή δεν τον είχε βγάλει για τις προγραμματισμένες του βόλτες και έτρεχε πάνω κάτω μέσα στο σπίτι σαν διαβολεμένος, συνάντησε την Έλιοτ στα σκαλιά. Έπεσε πάνω της όλο χαρά, γεμάτος απερισκεψία και την έστειλε με δύναμη στο πάτωμα. Η πτώση δεν την σκότωσε, όμως το ταλαίπωρο σώμα της δεν άντεξε πολλά ακόμη βάσανα μέσα στο νοσοκομείο κι έτσι τελικά τα κατέρρευσε.

Δεν μπορούσε να πιστέψει την τύχη του. Τι θα έλεγε ο πατέρας του για τον φτωχό του γιο που τα είχε καταφέρει τόσο καλά άραγε; Αυτές τις χαρούμενες σκέψεις όμως τις διέκοψε για άλλη μια φορά το αφόρητο γάβγισμα του σκύλου που τον τυραννούσε κάθε μέρα την ίδια ώρα από την ημέρα της κηδείας κι έπειτα. Αυτό που του είχε προσφέρει τόση τύχη ήταν τώρα η μοναδική πηγή ενόχλησής του. Κάθε βράδυ γύρω στις δώδεκα το παλιόσκυλο άρχιζε να γαβγίζει ασταμάτητα. Και κάθε βράδυ πήγαινε έξω φουριόζος έτοιμος μήπως και δει κάποιον κλέφτη να προσπαθεί να μπει μέσα στην νεοαποκτηθείσα μονοκατοικία του. Το μόνο που έβρισκε όμως ήταν ο σκύλος του να χαλάει τον κόσμο με την φασαρία του. Όποτε πλησίαζε για να τον ηρεμήσει γάβγιζε ακόμη χειρότερα προς την έξοδο της αυλής. Τα μάτια του γυάλιζαν με τρόμο και θυμό και τα δόντια του πετιούνταν έξω όλο εχθρικότητα.

Την επόμενη μέρα, όταν αποφάσισε επιτέλους να πάει τον σκύλο βόλτα, τον είδε ξαπλωμένο κάτω, δίχως στάλα ενέργειας ή διάθεσης. Ανάσαινε βαριά και γρήγορα. Τον πλησίασε για να δει τι έχει, έσκυψε από πάνω του και ψαχούλεψε λίγο το σώμα του. Είχε κάτι σημάδια που έμοιαζαν με πληγές και όσο περισσότερο τον παρατηρούσε τόσο πιο τραυματισμένος φαινόταν. Ποιος το είχε κάνει αυτό; Μήπως κανένας τρελός για να σπάσει πλάκα; Ή μήπως υπήρχαν όντως κλέφτες που προσπαθούσαν να μπουν στο σπίτι του; Έπρεπε να κάνει κάτι για αυτό το θέμα, καθόλου δεν του άρεσε η όλη ιστορία.

Τον πήγε με δυσαρέσκεια σε έναν κτηνίατρο του δήμου που ήταν δωρεάν κι αυτός τον περιποιήθηκε όσο καλύτερα μπορούσε από τα τραύματά του. Το ίδιο βράδυ μόλις γύρισε, δεν έπεσε για ύπνο, περίμενε την καταραμένη ώρα που συνήθιζε ο σκύλος να τον εκνευρίζει με τα γαβγίσματά του. Για άλλη μια συνεχόμενη μέρα ξεκίνησε στις δώδεκα να κάνει φασαρία. Πετάχτηκε με μιας από το διπλό κρεβάτι του και πήγε προς το παράθυρο.

Κοίταξε έξω στην αυλή και είδε κάτι διαφορετικό από αυτό που περίμενε. Δεν ήταν κάποιος αλήτης που ήθελε να κακοποιήσει άσκοπα το ζώο αλλά ούτε έμοιαζε και με κλέφτη. Ήταν απλώς μια νέα γυναίκα που στεκόταν μέσα στην αυλή του πάνω από τον σκύλο. Μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς την ηλικία της αλλά έμοιαζε νέα. Και τότε έκανε κάτι που τον ξάφνιασε πραγματικά. Δίχως φόβο, πλησίασε το αγριεμένο σκυλί που δεν είχε σταματήσει να γαβγίζει. Το πλησίασε με μια ανησυχητική προσήλωση και σιγουριάενώ το σκυλί έκανε αμέσως πίσω φοβισμένο σαν να είχε δει μπροστά του λιοντάρι να βρυχάται. Προσπάθησε να απομακρυνθεί από την γυναίκα αλλά δεν μπορούσε να πάει μακριά λόγω της αλυσίδας του. Τότε η γυναίκα του όρμησε κανονικά πιάνοντάς το από τον λαιμό και πετώντας το κάτω. Εκείνη τη στιγμή, όσο το έκανε αυτό, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε κατευθείαν τον Λόρενς στο παράθυρό του. Ήταν όντως πολύ νέα, τώρα μπορούσε να το δει. Τον τρόμαξε πολύ η ματιά της αλλά και τον κινητοποίησε αμέσως. Έπιασε το παλιό του ρόπαλο του μπέιζμπολ και έτρεξε γρήγορα έξω στην αυλή. Μόλις βγήκε όμως βρήκε τον σκύλο του να αγκομαχάει και να παλεύει να σηκωθεί αλλά η γυναίκα είχε εξαφανιστεί. Έπειτα ο σκύλος έβγαλε μια κλαψιάρικη αδύναμη στριγκλιά και σώπασε επιτέλους. Ούτε γάβγιζε, ούτε πάλευε, μόνο πλησίασε τον Λόρενς τρομοκρατημένο με την ουρά κάτω από τα σκέλια του.

Κοίταξε γύρω του παραξενεμένος καθώς έπαιρνε το σκυλί στην αγκαλιά του για να το εξετάσει. Είχε τραυματιστεί ξανά, ακόμη χειρότερα από την προηγούμενη φορά. Σίγουρα θα χρειαζόταν γιατρό μα δεν ήξερε κανέναν που να ήταν ανοιχτός τέτοια ώρα και κατά βάθος δεν τον ενδιέφερε και τόσο ώστε να τρέχει μέσα στην νύχτα. Το άφησε λοιπόν εκεί να ηρεμήσει και να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα όπως, όταν ετοιμαζόταν να πάει στον συμβολαιογράφο της Έλιοτ για να ολοκληρώνει με τα διαδικαστικά της κληρονομιάς σταμάτησε στην αυλή απορημένος. Όλη αυτή η ιστορία με τον σκύλο είχε αρχίσει να τον βαράει στα νεύρα και αποφάσισε πως θα τον έδινε κάπου μόλις γυρνούσε από την δουλειά του. Μόλις βγήκε στην αυλή όμως, τον βρήκε νεκρό. Ήταν ακίνητος και το σώμα του είχε κρυώσει εδώ και πολλές ώρες. Ξεφύσησε από ανακούφιση, σαν να ξεφορτώθηκε ένα βάρος, από την ημέρα που το είχε αγοράσει ως τις νύχτες που τον ξυπνούσε με τα γαβγίσματά του έπρεπε να ασχολείται με αυτόν.

Τον κουβάλησε μέχρι το σκυλόσπιτό του και τον άφησε εκεί ώσπου να γυρνούσε και να τον έθαβε. Μετά μπήκε στο αμάξι του και κατευθύνθηκε ενθουσιασμένος προς τον συμβολαιογράφο για να πάρει και επίσημα την περιουσία που δικαιούταν.

Η συνάντηση αυτή ήταν το αντίθετο από αυτό που ήλπιζε πως θα ήταν, δηλαδή βιαστική και τυπική. Ο μικροσκοπικός άντρας που βρισκόταν μπροστά του για να του διαβάσει την διαθήκη της γυναίκας του του την έδινε στα νεύρα. Το ύφος του είχε μια τελείως περιττή επισημότητα και που και που του έριχνε στραβές ματιές σαν να τον έλεγχε άμα πρόσεχε όσα έλεγε.Από τον τρόπο που μιλούσε καταλάβαινε πως ήξερε καλά την Έλιοτ και την αγαπούσε.

Είχε μια υποψία πως κάτι είχε καταλάβει αυτός ο μίζερος ανθρωπάκος. Ίσως είχε ακούσει πως εκείνος είχε αγοράσει τον σκύλο και ίσως τον είχε μυριστεί. Μπορεί να ήταν αυτός που έστειλε εκείνη την γυναίκα για να πάρει εκδίκηση από τον σκύλο που έκανε την δουλειά. Όσο τις σκεπτόταν καλύτερα, τόσο του φαίνονταν παρατραβηγμένες αυτές οι σκέψεις. Δεν ήθελε να καταντήσει παρανοϊκός κι έτσι τις απόδιωξε τελείως και επικεντρώθηκε στην διαθήκη.

Περνούσε η ώρα κι αυτός ο τύπος δεν έλεγε να φτάσει στο τέλος, οπότε το βλέμμα του άρχισε να περιπλανιέται αναγκαστικά ψάχνοντας για κάτι που θα του κινούσε το ενδιαφέρον. Κοίταξε κάθε αντικείμενο πάνω στο γραφείο με πρόσοψη ψάχνοντας για μια σπιθαμή ενδιαφέροντος μέχρι που τελικά έπεσε πάνω στις φωτογραφίες. Μια από αυτές ήταν ασπρόμαυρη και πολύ παλιά, μια φωτογραφία από μια άλλη εποχή. Κι όμως…κάτι πάνω της του τραβούσε την προσοχή με έναν ανεξήγητο τρόπο. Σαν να ήταν ζωντανή και το κάδρο να ήταν οθόνη, τα μάτια της τον μαγνήτιζαν και τον μάγευαν σαν να μπορούσαν να κινηθούν.

«Η γυναίκα σας;» Είπε κοιτώντας αφηρημένα την εικόνα. Ο συμβολαιογράφος σταμάτησε ενοχλημένος το λογύδριό του και κοίταξε κι αυτός την φωτογραφία με φανερή αποδοκιμασία και είπε με φωνή ψυχρή σαν πάγο:

«Η δική σας γυναίκα είναι»

Ο Λόρενς την κοίταξε έκπληκτος και την άρπαξε από το γραφείο εξετάζοντας την. Δεν θα πήγαινε ποτέ το μυαλό του, τα γηρατειά είχαν κάνει καταπληκτική δουλειά να κρύψουν την ομοιότητα, αλλά και την ομορφιά. Μετά από την τελευταία αποκάλυψη κάτι πολύ ανησυχητικό είχε αρχίσει να δημιουργείται μέσα του. Κάπου στα βάθη του μυαλού του ένας ανεξήγητος φόβος γεννήθηκε. Πριν καν συνειδητοποιήσει τι έβλεπε το σώμα του το είχε ήδη καταλάβει. Άρχισε να ζεσταίνεται και οι σφυγμοί του ανέβασαν γρήγορα ρυθμούς. Η γυναίκα στην φωτογραφία…ήταν χτες στο σπίτι του.

Γύρισε σπίτι του με τα χαρτιά της διαβίβασης της περιουσίας στα χέρια. Το σώμα του όμως ήταν μουδιασμένο καθώς προχωρούσε προς την πόρτα της αυλής. Ήταν χλωμός και προχωρούσε αργά, φοβισμένος όπως προχωρούσε προς τον πατέρα του όταν είχε μάθει κάποια σκανταλιά που είχε κάνει. Πάρε τα πράγματα σου και φύγε, δεν χρειάζεται να μείνεις δευτερόλεπτο παραπάνω σε αυτό το σπίτι.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει μόλις γύρισε στην πόλη και τώρα που έμπαινε από την εξώπορτα είχε πέσει για τα καλά η νύχτα. Διέσχισε βιαστικά με μεγάλες δρασκελιές την αυλή και μπήκε γρήγορα στο σπίτι αρνούμενος πεισματικά να κοιτάξει οπουδήποτε αλλού εκτός από μπροστά του. Έτρεξε στην άδεια κρεβατοκάμαρα που ακόμη δεν είχε ξεθυμάνει από την μυρωδιά της γεροντίλας και άρχισε να παραχώνει όσα περισσότερα από τα πράγματα μπορούσε μέσα σε μια βαλίτσα. Τα χέρια του έτρεμαν κάνοντάς τον να καθυστερήσει ακόμη περισσότερο. Το άδειο και έρημο σπίτι που μέχρι τότε του φαινόταν σαν ευτυχία μετά από τον πολύμηνο γάμο του τώρα του έφερνε ανατριχίλα. Ήταν ένα αφύσικα μεγάλο σπίτι για να μένει τόσο άδειο. Η ίδια η σιωπή αντηχούσε μέσα σε αυτούς τους τοίχους.

Επιτέλους μετά από μιάμιση ολόκληρη ώρα πήρε μια βαλίτσα και μια τσάντα στον ώμο και πήγε γρήγορα προς την έξοδο. Το περισσότερο άγχος είχε όμως ξεθυμάνει και είχε αρχίσει να ηρεμεί κάπως. Ακόμη δεν ήθελε να μείνει σε αυτό το νεκρό σπίτι μα είχε αρχίσει να βλέπει τις πράξεις του με άλλο μάτι. Κατάλαβε πως φερόταν λίγο γελοία, σαν μικρό παιδί. Από παλιά ήταν επιρρεπής σε τέτοιου είδους ανοησίες αλλά τώρα το είχε παρακάνει. Άρχισε να περπατά πιο αργά, ήρεμος πλέον, μάλιστα χαμογελούσε με την ταραχή που του είχε προκαλέσει μια απλή σύμπτωση, μια ομοιότητα λίγο πιο πριν.

Ωστόσο, μόλις πέρασε από το ρολόι του σαλονιού βάρεσε δυνατά σαν τα παλιά παραδοσιακά ρολόγια τρομάζοντας τον. Τι παλιατζούρα! Και έχασα τόσο χρόνο, δώδεκα πήγε η ώρα.

Το χτύπημα όμως του ρολογιού συνοδεύτηκε από κάτι ακόμη, κάτι που έκανε όλες τις αμέριμνες επιπόλαιες σκέψεις να σβήσουν μέσα στο κεφάλι του. Το καταραμένο γάβγισμα ταρακούνησε όλους τους τοίχους βγάζοντάς τους από την σιωπή. Ήταν δυνατό και συνεχόμενο, όπως και κάθε άλλη νύχτα εδώ και τόσες μέρες. Μα δεν θα έπρεπε να είναι. Ο σκύλος είχε πεθάνει. Βγήκε σαν τρελός από το σπίτι και μέσα στην βιασύνη του δεν σκέφτηκε καν να πάρει μαζί του το ρόπαλο από χτες.

Έξω, στην βάση της βεράντας σταμάτησε. Κοίταξε προς το σκυλόσπιτο όπου είχε αφήσει το κρύο πτώμα νωρίτερα. Δεν είναι δυνατόν…το μαύρο τετράποδο περπατούσε αργά προς το μέρος του, το στόμα του είχε σηκωθεί κι ανοίξει σε ένα άγριο χαμόγελο αποκαλύπτοντας όλα του τα δόντια. Το γρύλισμα που έβγαζε έκανε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκωθούν. Τον πλησίαζε αργά με διαβολικές υπολογισμένες κινήσεις. Κάτι στα μάτια του ζώου τον έκανε να θέλει να το βάλει στα πόδια αμέσως, μια ανεξήγητη κατανόηση, εξυπνάδα και βαθιά κακία.Αυτό ακριβώς έκανε.

Έτρεξε προς την πόρτα της αυλής όσο πιο γρήγορα μπορούσε ουρλιάζοντας. Το σκυλί όμως ήταν πιο κοντά και πιο γρήγορο, με δύο μόνο άλματα έφτασε μπροστά του κλείνοντάς του τον δρόμο κάνοντάς τον να τρέξει ξανά προς το σπίτι. Δεν πρόλαβε να κλείσει την πόρτα όμως και τον κυνήγησε μέχρι μέσα. Έτρεξε τρομοκρατημένος προς τα σκαλιά όπου τον πρόλαβε ορμώντας πάνω του.

Τον έριξε ανάσκελα και ανέβηκε θριαμβευτικά στο στήθος του. Τον κοίταξε με αυτά τα όλο νόημα μαύρα μάτια πριν του επιτεθεί με τα σουβλερά του δόντια. Αυτή η κίνηση είχε κάτι το ανθρώπινο, σαν να ήθελε να τον κοιτάξει στα μάτια πριν τον σκοτώσει. Κι αυτά τα μάτια…πρόδιδαν τόσα πολλά. Μαύρα όπως της πρώην γυναίκας του.

//

Ονομάζομαι Χρήστος Αθανασόπουλος, είμαι είκοσι ετών κι έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα. Αυτή τη στιγμή είμαι φοιτητής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα γεωγραφίας. Από μικρός είχα μια αγάπη για το διάβασμα η οποία άρχισε στα τέλη του γυμνασίου να μετουσιώνεται σε αγάπη για τη συγγραφή. Από τότε γράφω συνεχώς προσπαθώντας να γίνω καλύτερος κι έχω γράψει δύο βιβλία, κάμποσες μικρές ιστορίες και κάποια σενάρια για κόμικς, όλα διαφόρων ειδών. Πιστεύω όμως πως μόλις τώρα αρχίζω να περπατώ πραγματικά το μονοπάτι του συγγραφέα. Στόχος για το μέλλον είναι να εμπλουτίσω τις εμπειρίες μου στον επαγγελματικό χώρο.Προς το παρόν συμμετέχω σε κάποιους διαγωνισμούς, παρακολουθώ σεμινάρια λογοτεχνικής γραφής και έχω κάνει κάποιες συνεργασίες με comic book artists για το σενάριο τους σε φεστιβάλ.

//

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Άδειο δωμάτιο – Γιώτα Αναγνώστου

Ο κύριος Α. – Ελένη Καρφάκη

ΜΑΡΤΙΟΣ

Γυρω στα μεσάνυχτα – Ερμιόνη Γιαλύτη

Το πρώτο αστέρι – Αθανασία Ρόβα

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Αναλαμπή – Άννα Καρακατσάνη

Πρωταγωνιστές – Αναστασία Μπαμπούλα

ΜΑΙΟΣ

Ο ήχος της επιμονής – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης

Αόρατος κλέφτης – Δημήτρης Πολίτης

ΙΟΥΝΙΟΣ

Το πείραμα – Αγγελική Μπομπούλα

Το βραβείο – Κάλι Κεχαγιά