Ας μιλήσουμε για τα Όσκαρ

 

//Με αφορμή την τελετή της απονομής, ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης, γράφει για ταινίες που αγάπησε και ταινίες που εύχεται να μείνουν με άδεια χέρια…//

Παραδοσιακή συνήθεια του eyelands να μιλάμε για ταινίες με αφορμή τα Όσκαρ τις μέρες που πλησιάζει η απονομή τους. Με μόνιμη διευκρίνιση πάντα στην αρχή του κειμένου ότι τα Όσκαρ δεν χρειάζονται ούτε απαξίωση ούτε αποθέωση. Είναι απλώς μια αφορμή για να μιλήσουμε για ταινίες που έχουμε δει. Πρέπει πάντα να θυμόμαστε σε ποιο κόσμο ανήκουν, τι σκοπό εξυπηρετούν και να παίρνουμε την καλή τους πλευρά –είναι μια γιορτή για το σινεμά και τους δημιουργούς του κυρίως της mainstream παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν υπάρχει λόγος ούτε να προσπαθούμε να τα φέρουμε στα μέτρα μας και να …απογοητευόμαστε όταν δεν συμφωνούν (!) με τις επιλογές μας ούτε να τρέχουμε στις αίθουσες απλώς και μόνο επειδή παίζει ένα ή περισσότερα Όσκαρ μαζί με την ταινία.

Ας δούμε λοιπόν τις ταινίες μέσα από τις κατηγορίες των Όσκαρ. Θα ασχοληθούμε περισσότερο με την ουσία όμως –δηλαδή το φιλμ- και λιγότερο με το παιχνίδι των προγνωστικών. Άλλωστε μπορείτε μια χαρά να προβλέψετε τι θα παιχτεί στα βραβεία αν επισκεφθείτε μια ιστοσελίδα με στοιχήματα –αυτοί είναι πάντα πολύ καλά πληροφορημένοι. Δείτε σε κάθε κατηγορία τις ταινίες ή τους ηθοποιούς που δίνουν τα λιγότερα λεφτά και θα καταλάβετε αμέσως προς τα πού φυσάει ο άνεμος φέτος…

Πριν περάσουμε στις κατηγορίες όμως να δούμε μερικά αξιοσημείωτα στοιχεία. Ο «Τζόκερ» έχει τις περισσότερες υποψηφιότητες (11) και ακολουθούν με 10  ο «Ιρλανδός», το  «Κάποτε στο Χόλιγουντ» και το «1917». Έξι υποψηφιότητες συγκεντρώνουν τα φιλμ «Μικρές κυρίες», «Ιστορία γάμου» και «Τζότζο». Τα «Παράσιτα» αν και από τη Νότια Κορέα είναι επίσης υποψήφια σε 6 κατηγορίες. Είναι ένα ζήτημα η υποψηφιότητα της ταινίας και στην κατηγορία της ξενόγλωσσης ταινίας και της καλύτερης ταινίας γενικώς. Επίσης  αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στις κατηγορίες του σεναρίου, τόσο του πρωτότυπου όσο και του διασκευασμένου κυριαρχούν …σκηνοθέτες. Ενώ αξιο…κατάκριτο είναι (και έχει ήδη προκαλέσει διάφορα σχόλια) ότι στις περισσότερες λίστες η γυναίκες εκπροσωπούνται ελάχιστα.Και φυσικά υπάρχουν όπως πάντα ατέλειωτες συζητήσεις γι’ αυτούς που αδικήθηκαν επειδή έμειναν έξω.

Ξεκίνησα  γράφοντας όλα αυτά τα νηφάλια στην εισαγωγή αλλά πολλές φορές έχω αγανακτήσει επειδή η ταινία που θεωρούσα αριστούργημα δεν προτάθηκε καν για τα βραβεία -συνέβη πέρυσι με τις Ιστορίες των Μέιροβιτς, του Νόα Μπάουμπακ που τουλάχιστον φέτος έχει κάποιες πιθανότητες με την «Ιστορία γάμου».  Προφανώς είναι αδύνατο όταν ασχολείσαι να μην διαλέγεις και …στρατόπεδο. Τι γούστο θα είχε άλλωστε;

Καλύτερη Ταινία:

Ας ξεκινήσω λοιπόν από μια επιθυμία. Τον «Ιρλανδό» -κυρίως για ιστορικούς λόγους. Δεν είναι ούτε πρόβλεψη ούτε αξιολόγηση. Τι εννοώ;  Η ταινία του Σκορσέζε δεν είναι καλύτερη κατά τη γνώμη μου, αν μπορείς να τις βάλεις σε μια ζυγαριά, ούτε από  «Ιστορία γάμου» ούτε από το «1917» ούτε οπωσδήποτε από τα «Παράσιτα» ίσως ούτε και από το Τζότζο». Είναι όμως η τελευταία ίσως ταινία αυτού του είδους που ξέρει τόσο καλά ο Σκορσέζε, η ιστορία της Αμερικής στο τελευταίο μισό του 20ου αιώνα μέσα από την ιστορία των οικογενειών της μαφίας. Αν συνυπολογίσουμε τώρα πόσο δύσκολο είναι να συνυπάρξουν στο μέλλον ντε Νίρο, Πατσίνο, Πέσι και λίγος Καϊτέλ σε ταινία του Σκορσέζε, καταλαβαίνετε τι εννοώ με το ιστορικούς λόγους: καθαρά συναισθηματικούς. Είναι το τελευταίο ίσως επεισόδιο μιας τεράστιας ιστορίας για τον αμερικανικό κινηματογράφο –και όχι μόνο. Κατά τα άλλα, τα «Παράσιτα» είναι το αριστούργημα, συνδυάζει τη μαγεία μιας ταινίας που φτιάχνει σκηνοθέτης-δημιουργός αλλά με εξαιρετική πλοκή που θα ζήλευε οποιαδήποτε ταινία «δράσης». Είναι η τέλεια ταινία. Θρίλερ, ταξική πάλη, χιούμορ, σαρκασμός, απελπισία και μεγαλείο είναι στοιχεία μιας ταινίας που σημαδεύει την εποχή της. Και αυτό θα κάνουν τα  «Παράσιτα». Υπέροχη η «Ιστορία γάμου», μοναδική φτιάξη το  «1917» και απίστευτα έξυπνη ιδέα που οδηγεί σε μια ευαίσθητη και τρυφερή ταινία με κατάμαυρο φόντο, το «Τζότζο». Κάθε μια από αυτές θα μπορούσε να είναι η καλύτερη και δεν θα με χάλαγε καθόλου. Οπότε, αφού έχω αποτίσει και τον απαραίτητο φόρο τιμής στην ιστορία του Σκορσέζε περιμένω την απόφαση με ψυχραιμία.

Σκηνοθεσία: Εδώ πάλι υπάρχει ένα ζήτημα. Μεγάλη ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά ο «Ιρλανδός», μας αρέσει, σε όσους αρέσει, επειδή βλέπουμε πάλι τα κλασικά και αγαπημένα, έστω  και στην καλύτερή τους  έκδοση.  Από την άλλη ο  Σαμ Μέντες, έχοντας σκηνοθετήσει φιλμ από  το American Beauty  ως το Skyfall κάνει επίδειξη δεξιοτεχνίας φτιάχνοντας μια ταινία, το «1917» που είναι κλασικό (αντι)πολεμικό φιλμ που φέρνει μαζί και το βάρος μιας ταινίας «ντοκουμέντο» βασίζεται άλλωστε σε αληθινά γεγονότα, και την ελαφράδα ενός video game με την αμεσότητα της κάμερας στο χέρι που σου δίνει την αίσθηση ότι βρέθηκες για λίγο στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Αν το κερδίσει τελικά ο Μπονγκ Τζουν-χο, για τα «Παράσιτα» -και πάλι κανένα πρόβλημα. Δεν το βλέπω αλλά κάθε μία από αυτές τις ταινίες που έφτασαν εδώ μπορεί να το πάρει και όποια δεν τα καταφέρει μπορεί να θεωρείται αδικημένη.

 Α’ Ανδρικός Ρόλος: Αυτή τη χρονιά λοιπόν η δίκαιη οργή μου (όπως και πολλών άλλων) περιορίστηκε στη μη υποψηφιότητα του Ρόμπερτ ντε Νίρο. Ασέβεια στον ηθοποιό που έχει μεν γυρίσει τα πάντα και μπορεί να παίζει ελαφρώς μονοδιάστατα όσο περνούν τα χρόνια αλλά δείτε αυτό που ξέρει να κάνει τόσο καλά. Στον Ιρλανδό είναι απλώς τέλειο. Δεν παίζει εδώ όμως. Παίζει αντίθετα μια ερμηνεία για την οποία πραγματικά δεν είχαμε άξιο τον  Αντόνιο Μπαντέρας, είναι όμως εκπληκτικός στο «Πόνος και Δόξα» την πιο μεγάλη ταινία του Αλμοδόβαρ από την εποχή του «Μίλα της» (όχι άδικα, Όσκαρ καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου τότε). Από κει και πέρα, ο Άνταμ Ντράιβερ, «Ιστορία γάμου» είναι το μεγαλύτερο ταλέντο της γενιάς του και δίνει τα διαπιστευτήρια του για άλλη μια φορά, αλλά έχει όλο καιρό να το πάρει στο μέλλον. Ο Τζόναθαν Πράις, αντιθέτως δύσκολα να ξαναβρεί την ευκαιρία και κάνει μια εξαιρετική ερμηνεία στο ελαφρώς βαρετό «Οι δύο Πάπες» αλλά όπως λέει και το ανέκδοτο για τις γερμανικές ποδοσφαιρικές ομάδες στο τέλος το Όσκαρ θα το πάρει ο Χοακίν Φίνιξ για το  «Τζόκερ»

ΤΑ’ Γυναικείος Ρόλος: Κι εδώ μοιάζουν να είναι ξεκάθαρα τα πράγματα για την ερμηνεία της Σίνθια Ερίβο, στο «Harriet», για το οποίο όμως δεν έχω άποψη. Μπορώ να έχω άποψη για μια από τις δύο υποψηφιότητες της Σκάρλετ Τζοχάνσον στα φετινά Όσκαρ, για την «Ιστορία γάμου» όπου είναι εξαιρετική αλλά και για την Σαρλίζ Θερόν, στο «Bombshell» όπου η ερμηνεία της είναι συμβατική και προβλέψιμη όπως ακριβώς και η ταινία παρόλο που πλασάρεται εντός των τειχών για κάτι περισσότερο.

Β’ Ανδρικός Ρόλος: Είναι να απορείς με τον Άντονι Χόπκινς  με την ερμηνεία του στο «Οι δύο Πάπες» αφού πραγματικά φτιάχνει έναν πειστικότατο (και αντιπαθέστατο) Πάπα προσθέτοντας άλλο ένα ξεχωριστό κομμάτι στην τεράστια συλλογή του από ρόλους κάθε είδους ανάμεσά τους και σε ασήμαντες ταινίες, αλλά σχεδόν ποτέ με ασήμαντες ερμηνείες.  Από και πέρα μπαίνουμε στα δύσκολα με διπλή υποψηφιότητα  Αλ Πατσίνο και  Τζο Πέσι από τον «Ιρλανδό». Μεγαλοφυϊα ερμηνευτική ο Πατσίνο, ρολίστας που εδώ κάνει το απίστευτο, να κλέψει την παράσταση ανάμεσα στα δυο ιερά τέρατα, ο Πέσι. Ο Μπραντ Πιτ  μπορεί να δοκιμάσει κάποια στιγμή την τύχη του (και τις ικανότητές του) με κάτι λιγότερο εύπεπτο και εύκολο από την ταινία του (κλασικά χαϊδεμένου του Χόλιγουντ) Ταραντίνο.

B‘ Γυναικείος Ρόλος: Η θέση είναι -λένε- κλεισμένη. Δεν θα είναι η μεγάλη Κάθι Μπέιτς, για το φιλμ του Κλιντ Ίστγουντ «Η μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ» ούτε η Σκάρλετ Τζοχάνσον, που αν στο «Ιστορία γάμου» είναι υπέροχη εδώ, στο «Τζότζο» είναι συγκλονιστική ούτε η Φλόρενς Πιου για τις «Μικρές κυρίες» ούτε (αυτό μας έλειπε) η χάρτινη Μάργκο Ρόμπι, στο «Bombshell». Το αγαλματάκι θα πάει στη Λόρα Ντερν, λένε, για την «Ιστορία γάμου». Από την πλευρά μου λέω ότι αυτός ο τρομερά πιασάρικος ρόλος της δικηγόρου που κάνει, που δεν είναι συνολικά πάνω από δέκα λεπτά, είναι δημιούργημα του σεναριογράφου. Όταν γράφεις σε μια ηθοποιό τέτοιες ατάκες και όταν βέβαια είναι ταλεντάρα όπως ήταν πάντα η κόρη του Μπρους Ντερν, τότε  έχεις πετύχει σίγουρα να φτιάξεις ρόλο που μένει στη μνήμη του θεατή. Και γιατί όχι να πάρεις και το Όσκαρ.

Πρωτότυπο Σενάριο: Οπότε συνεχίζοντας να μιλάμε για σενάριο ας απευθύνω θερμή παράκληση (γνωρίζοντας την αστειότητα της κίνησης): Δώστε το στο Νόα Μπάουμπακ, (Frances Ha, Η Μαργκό πάει στο γάμο, Δεν σκέφτομαι άρα υπάρχω) για την «Ιστορία γάμου». Παρακολουθώ τη δουλειά του από την πρώτη εκείνη εξαιρετική ταινία που προβλήθηκε στην Ελλάδα, το «Δεσμοί διαζυγίου» εδώ και δεκαπέντε χρόνια και έχω δει αριστουργήματα αρκετά από τα οποία τα έχουμε δει ελάχιστοι (όπως τις Ιστορίες των Μέιροβιτς που δεν προβλήθηκαν ποτέ στις αίθουσες για τις οποίες φτάνεις στο σημείο να χαίρεσαι που υπάρχει το Netflix). Εντελώς στο άλλο άκρο (ως σκηνοθέτης) ο Σαμ Μέντες που μαζί με την Κρίστι Γουίλσον-Κερνς, είναι (συν)υποψήφιοι για το «1917». Ο Μέντες μπορεί να κάνει τα πάντα, ενώ ο Μπάουμπακ κάνει πάντα το ίδιο. Μιλάει για τη ζωή. Και συνήθως παίρνει αφορμή από τη ζωή του. Τόσο απλό και τόσο δύσκολο όταν γίνεται τέχνη. Στο μεταξύ εμείς συζητάμε για τις διαφορές των δύο και το Όσκαρ πάει (εύκολα) σε δύο Νοτιοκορεάτες Μπονγκ Τζουν-χο και Χαν Τζιν-γουον για τα «Παράσιτα». Και δεν το λες και άδικο.

Διασκευασμένο Σενάριο:   Εδώ πάλι υπάρχουν υποψηφιότητες σκηνοθετών όπως του Τάικα Γουαϊτίτι για το «Τζότζο», και πραγματικά το αξίζει γιατί αν θυμάστε το «Η ζωή είναι ωραία» του Μπενίνι σκεφτείτε κάτι στο ίδιο θέμα αλλά πολύ καλύτερο ως ταινία αφού την μανιέρα του ιταλού ηθοποιού αντικαθιστά ένα λογικότατα παράλογο χιούμορ που είναι ο μόνος ίσως τρόπος που απομένει για να μιλήσεις σήμερα για τη φρίκη του τότε. Και θα ήταν βέβαια εντελώς ανεπίκαιρο το «Τζότζο» αν δεν υπήρχαν σήμερα ζητήματα με ρατσισμό, φασισμό, κτηνωδίες, εγκληματίες πολέμου και αποχαυνωμένες μάζες που συντηρούν και επαυξάνουν όλα τα παραπάνω.Μάλλον είναι πολύ επίκαιρο όμως, ε; Στην ίδια κατηγορία πάντως υπάρχει ο Στιβ Ζέιλιαν για τη λεπτοδουλειά που έκανε στον «Ιρλανδό» αλλά και ο Άντονι ΜακΚάρτεν για τους «δύο Πάπες» κι ακόμη με λιγοστές πιθανότητες: η Γκρέτα Γκέργουιγκ για τις «Μικρές κυρίες» (καλή προσπάθεια όμως) και οι Τοντ Φίλιπς, Σκοτ Σίλβερ για το «Τζόκερ» όπου η ερμηνεία του Φίνιξ μπαλώνει οποιαδήποτε σεναριακή τρύπα υπάρχει.

Φωτογραφία: Κλείνοντας θα πω και μια γνώμη για τη φωτογραφία αλλά χωρίς να έχω δει το «Φάρο». Ο «Ιρλανδός» και ο «Τζόκερ» είναι εξαιρετικές δουλειές αλλά η αίσθηση που σου αφήνει το «1917» είναι κάτι που νομίζω ότι αξίζει να (επι)βραβευτεί.

Με αυτά τα λίγα περιμένουμε πλέον και την εφετινή απονομή των βραβείων.

Για άλλη μια χρονιά ξεκίνησα αποφασισμένος να μην κάνω ούτε αντικειμενικές ούτε …υποκειμενικές προβλέψεις και φυσικά δεν τήρησα καμία από τις αποφάσεις μου. Τι νόημα θα είχε άλλωστε; Για ταινίες μιλάμε.