Επιλογή eyelands: Άδειο δωμάτιο

Το eyelands όπως κάθε χρόνο από το Νοέμβριο μέχρι το καλοκαίρι δημοσιεύει τα διηγήματα του διεθνούς διαγωνισμού (ελληνικό τμήμα) που διακρίθηκαν στην κατηγορία Επιλογή Eyelands.  Διηγήματα από τον 9ο διαγωνισμό που είχε θέμα «Γύρω στα Μεσάνυχτα». -Η δημοσίευση θα ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2020. Τα διηγήματα δημοσιεύονται με τη σειρά υποβολής του κειμένου στον διαγωνισμό. Σειρά έχει το:

 

 Άδειο δωμάτιο –της Γιώτας Αναγνώστου

Γύρω στα ΜεσάνυχταΜπήκε στο άδειο δωμάτιο σέρνοντας μια μικρή βαλίτσα με ρόδες στο ξύλινο πάτωμα. Είναι σκοτεινά. Με το ελάχιστο φως από τον στύλο της ΔΕΗ επιχειρεί να βρει τον διακόπτη. Τα δάχτυλα ψαχουλεύουν στον σοβά,τον εντοπίζουν εύκολα. Ο ήχος ακούστηκε. Το φως δεν άναψε.

Ο.Κ. μόνος σ’ ένα σκοτεινό, άδειο δωμάτιο. Μια νύχτα είναι. Θα περάσει. Είναι και το πορτοφόλι του άδειο, σαν το δωμάτιο κι αυτό, οπότε ούτε λόγος για ξενοδοχείο, ούτε καν για ηλεκτρολόγο, ούτε λόγος για τώρα, ούτε καν για όταν θα ξημέρωνε. Έκλεισε την πόρτα. Το ό,τι είχε πόρτα να κλείσει δεν ήταν και λίγο. Να μια σκέψη φωτεινή μες στο απόλυτο σκοτάδι. Δεν είναι και λίγο, ακόμα να μπορείς να φωτίσεις το σκοτάδι με μια σκέψη. Αν μάλιστα καθόταν να συλλογιστείπως τα είχε καταφέρει μέσα σε μια μόλις μέρα να βρεθεί δίχως δουλειά, δίχως λεφτά, δίχως σπίτι (κατά συνέπεια δίχως πόρτα) και δίχως αγκαλιά. Κι απ’ όλα αυτά τα δίχως πιο πολύ του λείπει η αγκαλιά της. Αυτή μονάχη της κάθε σκοτάδι καταργούσε. Αυτό το δίχως κάνει όλα τα υπόλοιπα να φαίνονται φτωχά και μίζερα. Ευτυχώς που στα δίχως δεν μετράει και τον καπνό με τα σπίρτα, αφού εκεί πήγαν τα τελευταία του κέρματα. Άμα δεν έχεις ένα κορμί ν’ ανάψεις, ένα κορμί αγαπημένο, ας έχεις τουλάχιστον ένα σπίρτο, μια καύτρα από τσιγάρο. Γι’ αυτό πήγαν εκεί τα τελευταία κέρματα. Τα χούφτιασε ο περιπτεράς μες στην παλάμη και μείωσε τα δίχως, ελαφραίνοντας το βάρος τόσων πολλών απουσιών που συνοψίζονταν σε μία.Του κορμιού της. Αν δεν του έλεγε ο περιπτεράς, να’ ναι καλά ο άνθρωπος, που τον έκοψε με τη μία για άστεγο έτσι που τον είδε κακομοίρη να σέρνει τη βαλίτσα,  αν δεν του έλεγε αυτός για το δωμάτιο  πιθανότατα θα την έβγαζε σε κανένα παγκάκι. Ούτε που κατάλαβε πόσο γρήγορα βρέθηκε με το κλειδί στο χέρι και χωρίς προκαταβολή. Αν του ζητούσαν, τι ντροπή… η μισή δική του… Το κλειδί το είχε ο περιπτεράς, που στην προκειμένη περίπτωση εκτελούσε χρέη μεσίτη, όπως και μια ιστορία για ένα μεγάλο έρωτα, δακρύβρεχτη και θλιβερή ιστορία σαν όλες τις ιστορίες των μεγάλων ερώτων, όπως και τον αριθμό τηλεφώνου της ηλικιωμένης ιδιοκτήτριας του δωματίου. «Αύριο, αύριο», του είπε η ευγενική φωνή στο ακουστικό, όλο κατανόηση, με την υπογραφή του συμφωνητικού που θα έπαιρναν απ’ το ίδιο περίπτερο.«Ας ξημερώσει πρώτα ο Θεός τη μέρα».

Πολύ τον ανακούφισε αυτή η παράταση, σαν την ανέλπιστη αναβολή μιας καταδίκης. Έσφιξε το κλειδί, λησμόνησε την ιστορία και κατευθύνθηκε για το δωμάτιο. Ήταν ένα μικρό σπιτάκι με μια σταλιά αυλή, κυκλωμένο από πολυκατοικίες ψηλές και βλοσυρές, ξερακιανές σκιές στον σκοτεινό δρόμο, μια και ο στύλος της ΔΕΗ το μόνο που κατάφερνε ήταν να βαθαίνει τις σκιές ακόμα πιο πολύ. «Ας ξημερώσει πρώτα ο Θεός τη μέρα».«Αύριο, αύριο».

Μέχρι το αύριο μεσολαβεί μια νύχτα, και αυτός έχει τουλάχιστον κάπου να μείνει. Κι αντί να σκέπτεται αδέσποτους σκύλους και αδέσποτους ανθρώπους στο παγκάκι θα μπορούσε να σκεφτεί αυτή τη μεγάλη σειρά δίχως που κατόρθωσε σε μία μόλις μέρα να δημιουργήσει. Βέβαια το δωμάτιο άδειο. Δεν το λες και φοβερή εύνοια της τύχης. Αλλά τι στα κομμάτια, δεν είχε κρεβάτι ή καναπέ ή έστω ένα ράντζο, είχε όμως ξύλινο πάτωμα, παλιό. Το πατούσες κι ένιωθες πως πονάει σαν γέρικο σώμα. Τέτοιο. Αλλά σε κάθε περίπτωση καλύτερο από παγκάκι ειδικά από αυτά τα καινούργια που είναι με τέτοιο τρόπο κατασκευασμένα ώστε να είναι απολύτως αδύνατο να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί ένα ανέστιο, ταλαίπωρο κορμί.

Τα μάτια του συνήθισαν γρήγορα στο σκοτάδι. Είδε το παράθυρο. Έκαμψε με σθένος την ισχνή του αντίσταση. Το άνοιξε. Γύρευε πόσο καιρό είχε ν’ ανοίξει. Μπήκε δροσιά και νυχτερινό φως. Πολύ καλύτερα. Έγειρε στο περβάζι. Εισέπνευσε βαθιά. Μαζί του και το δωμάτιο. Σαν να ξεφύσηξε από το βάθος μιας σπηλιάς και ξεφορτώθηκε με τη μία κάθε μυρωδιά βαριά κλεισούρας και αμπαρωμένης υγρασίας. Άφησε όλες της νύχτας τις μυρωδιές να πλημμυρίσουν κάθε γωνιά, γιασεμί μαζί με τσίκνα από το απέναντι σουβλατζίδικο, μαλακτικό λεβάντα από μια μπουγάδα απλωμένη μαζί με μυρωδιά από νοτισμένο χώμα. Κάποιος θα είχε ποτίσει. Τέντωσε σα λαγωνικό τη μύτη του να εντοπίσει έστω κάποιο ίχνος βανίλιας. Τίποτα. Πουθενά. Πόσο του έλειπε το άρωμά της. Τι εξάρτηση κι αυτή. Βανίλια. Σαν παγωτό χωνάκι. Βανίλια… Βανίλια… Πουθενά. Ας είναι. Να ξεγελάσει αυτή την απουσία, αυτό το έλλειμμα. Ψάχνει στις τσέπες του για τον καπνό. Στρίβει ένα τσιγάρο. Ανάβει σπίρτο. Καλός αντιπερισπασμός για τη βανίλια. Έπιασε. Φυσάει τον καπνό του. Καίει τα δίχως του με κάθε ρουφηξιά μέχρι να μείνει γόπα. Έμεινε. Την πέταξε. Το παράθυρο ανοιχτό. Κάνει ψύχρα. Είναι πάντα πιο έντονη η ψύχρα στα άδεια δωμάτια. Άνοιξε τη βαλίτσα. Βρήκε ένα φούτερ.Το ‘φερε στη μύτη. Το μύρισε βαθιά, αναζητώντας πάλι τη βανίλια. Της άρεσε να το φορά. Αν δεν το είχε πλύνει θα είχε ποτίσει το άρωμά της το βαμβάκι. Το είχε πλύνειγαμώτο. Ούτε στάλα. Το φόρεσε. Μάζεψε κουβάρι κι ό,τι άλλο βρήκε μέσα στη βαλίτσα, για προσκέφαλο. Τα τακτοποίησε προσεκτικά στη θέση του κεφαλιού και ξάπλωσε στο πάτωμα. Έτριξε αυτό απ’ τη συγκίνηση, σαν όλα τα γέρικα σώματα από τη νοσταλγία. Ανάσκελα με το βλέμμα στο ταβάνι. Χορεύουν γύρω γύρω όλα τα δίχως της ημέρας, της ζωής του τα δίχως τρελά διασκεδάζουν. Ανάβει κι άλλο τσιγάρο. Να χαλάσει το δαιμονικό τους πάρτι. Σαν να μερώνουν και σιγά να γλιστρούν έξω στη νύχτα από το ανοιχτό παράθυρο.

Έχει μια ωραία ησυχία. Κάπου κάπου το γάβγισμα κάποιου σκύλου, ένας γατοκαυγάς, ο ήχος  κάποιου αυτοκινήτου, ένα φρενάρισμα, μια εξάτμιση. Περνούν και χάνονται και το δωμάτιο ξαναβυθίζεται στη σιωπή και στις σκιές της νύχτας. Αν ήταν τώρα εδώ μαζί του όλα θα έμοιαζαν ωραία. Θα άκουγε τον ήχο απ’ τα μαλλιά της, από την αναπνοή της, των χειλιών το σφίξιμο, τα γυμνά της πέλματα πάνω στα σανίδια. Θα αγαλλίαζε το πάτωμα στο απαλό το βάδισμά της.Θα ήταν καλοκαίρι ζεστό και φωτεινό και τίποτα άλλο δεν θα είχε ανάγκη από ένα παγωτό βανίλια, από το στόμα της. Ένα σπίρτο ακόμα, μα να καεί μέχρι το τέλος, να λιβανίσει το δωμάτιο με μυρωδιά καμένου για να ξορκίσει αυτό το δίχως το δικό της, να κοιμηθεί, στον ύπνο να αφεθεί μπας και μερώσει αυτό το δίχως, το δικό της…

 

Γύρω στα μεσάνυχτα…

Τον χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Μπόρεσε με μια κίνηση, με κείνοτο χαστούκι να βγάλειόλο τον θυμό, όλο το άχτι και το γινάτι που του είχε μαζέψει. Δεν αντέδρασε. Δεν αμύνθηκε. Τίποτα.

Δεν ένιωσε καλύτερα. Καθόλου. Θα έφταιγε που δεν αντέδρασε, που δεν αμύνθηκε. Αυτό το τίποτα θα έφταιγε. Ξανασήκωσε το χέρι της. Θα το ξανάκανε. Θα τον χτυπούσε πάλι, γι’ αυτό και σήκωσε ξανά το χέρι της. Μήπως και αντιδρούσε, μήπως και αμυνόταν. Γι’ αυτό…

Εκείνος το γράπωσε με βία το λιγνό της χέρι απ’ τον καρπό και το δάγκωσε πιο δυνατά ακόμα.Τα δόντια του στη σάρκα της. Τι ανακούφιση αυτός ο πόνος. Το έστριψε έπειτα επιδέξια το άσπρο, το λιγνό της χέρι γύρω απ’ τη μέση της και με το ελεύθερο δικό του χέρι την έπιασε απ’ τον αυχένα.  Τώρα χτυπιούνταν με τα μάτια. Αυτά ήταν ύπουλα χτυπήματα που πόναγαν βαθιά και προκαλούσαν τραύματα ανεπούλωτα, δηλητηριώδη, θανατηφόρα. Καλύτερα τα δόντια. Προτιμότερα.

Τη φίλησε με πάθος μήπως κι απ’ τις ματιές γλιτώσει. Εκείνη αντιστεκόταν με λύσσα στο φιλί του. Τα μάτια και των δύο ανοιχτά και διεσταλμένα.

Την ίδια λύσσα είχε έξω η νύχτα. Το παράθυρο άνοιξε απότομα κι  ένας άνεμος μπήκε με φόρα στο δωμάτιο κι έκανε τα κορμιά να τεντωθούν ριγώντας στο αναπάντεχο ψύχος και να επιδοθούν στην πάλη με ένταση ακόμη μεγαλύτερη. Σαν το θεριό που του κατάφεραν αιφνίδια και απροειδοποίητα εντελώς την καμτσικιά κι εκείνο αγριεύει και τανύζεται κι ορμάει τυφλά.

Δεν ήξερες αν στα πρόσωπα έσταζαν στάλες βροχής που έφερνε ο άνεμος ή δάκρυα πόνου και θυμού. Μια φουρτούνα τα πρόσωπα, να στάζουν θάλασσα αλμυρή. Πώς γίνεται καμιά φορά σε μια αγκαλιά να πνίγεσαι στην άβυσσο. Μια αγκαλιά θαλασσινή και μαύρη, χολιασμένη.

Δυο σώματα χτυπιούνται ανελέητα πάνω σε έπιπλα και τοίχους.Σπάνε πράγματα.Έρμαια ενός καταστροφικού τυφώνα σε πολύ κλειστό χώρο. Αφού είναι αυτοί σπασμένοι πώς επιτρέπεται να μείνει αράγιστο το βάζο και ακέραια η κορνίζα με τη φωτογραφία που τους έδειχνε αγκαλιά και έσταζε λατρεία. Αφού είναι αυτοί σπασμένοι τίποτα πια δεν δικαιούται να μείνει αρραγές. Ούτε το κοχύλι που της μάζεψε απ’ τον βυθό το καλοκαίρι εκείνο, ούτε τα λουλούδια που του μάζεψε σ’ εκείνη την κορφή που τα είχανε ποτίσει οι θεοί με νέκταρ κι εκείνη τα αποξήρανε με προσοχή για να τα βλέπει στο γραφείο του να εμπνέεται, ούτε η παρτιτούρα με τις νότες του έρωτα, ούτε τα γράμματα κι οι λέξεις οι δικές της, το άσπρο του πουκάμισο, το κόκκινο φουστάνι της, ο δίσκος που έψαχνε για τόσους μήνες, το βιβλίο με τα σονέτα που της διάβαζε τις νύχτες που αγρυπνούσε. Αφού είναι αυτοί σπασμένοι τίποτα όρθιο δεν θα μείνει.

Δυο ψυχές ραγίζουν από ανικανοποίητο πόθο. Το πάθος βάφει κόκκινη τη νύχτα, άλικο της ψυχής το αίμα. Όταν ματώνουν οι ψυχές μην περιμένεις «άφεςαυτοίς». Καμιά την άλλη  δεν συγχωρεί γι’ αυτό το ανικανοποίητο. Μάχη μέχρις εσχάτων. Δίχως νικητή. Δίχως ηττημένο. Μάχη για τη μάχη. Μέχρι την τελική εξαφάνιση και των δύο. Τον αφανισμό. Την κατακρήμνιση. Την ολική εξουδετέρωση. Αφού όχι μαζί. Τότε κανείς. Μονάχα στάχτη. Αφού όχι μαζί. Τότε κανείς.

Άχρηστα όλα. Ρούχα, φωτογραφίες, θυμητάρια, πράγματα, μνήμες, ελπίδες, όνειρα, προσδοκίες. Άχρηστα. Σπασμένα, ξεσκισμένα, σπαραγμένα σ’ ένα αξεδιάλυτο κουβάρι πάνω στο υγρό πάτωμα. Στο ξύλινο πάτωμα που είναι χαραγμένα ίχνη χορού.Ίχνη από ένα αργεντίνικοτάνγκο. Ο άντρας οδηγεί, η γυναίκα ακολουθεί. Ακολουθεί όμως γιατί θέλει να ακολουθήσει, προσφέρει την περήφανη υποταγή της δώρο, γιατί με τον χορό οι δύο γίνονται ένα και δεν υπάρχει πια καθοδηγητής και καθοδηγούμενος αλλά μόνο δύο σώματα σε ένα, παραδομένο στη μέθη του χορού, στου έρωτα την ιερή ζαλάδα και τον μανικό στροβιλισμό.

Δυο σώματα σε ένα, απαλλαγμένα από βάρη που κανένας δεν αντέχει να σηκώσει. Ένα σώμα μόνο είναι βάρος αρκετό. Ένας ιερός  βωμός, για ανθρωποθυσία έτοιμος. Τίποτα άλλο. Ένα απλό ανθρώπινο σώμα. Αίμα, δέρμα, κόκαλα. Σε θέλω. Σε τρώω. Σε πίνω. Πεινάω. Διψάω. Πεθαίνω. Δίχως ταυτότητα. Δίχως ηλικία. Δίχως θρησκεία. Δίχως επάγγελμα. Δίχως έχω. Δίχως είμαι.  Ένα απλό ανθρώπινο σώμα, δεμένο με ένα άλλο. Ένα με το άλλο. Δέρμα. Αίμα. Κόκαλα. Κρέας. Ένα σώμα προς άμεση χρήση και ανάλωση. Για έρωτα ή για θάνατο. Για αφανισμό.

Έρωτας; Όχι βέβαια. Πόλεμος. Σφαγή. Όλα τα όπλα είναι θεμιτά, όλα τα μέσα δίκαια. Δίχως ποινές ή άλλου είδους επιπτώσεις. Δίχως κανένα απολύτως ελαφρυντικό, ασφαλώς. Δίχως δικαιολογίες και δίχως προφάσεις. Δίχως κρίση και δίχως κριτή. Και να είχε όμως. Ποιος νοιάζεται; Αρκεί τώρα να καταφέρουν αυτό το καίριο πλήγμα στου άλλου την υπόσταση κι ύστερα ας γίνει ότι διάολο θέλει. Ας έρθουν να τους πιάσουν εκεί επί τω έργω με το αίμα ακόμη να στάζει απ’ τα φονικά τους χέρια και τα πτώματα ακόμη ζεστά να ψυχορραγούν αργά και μόνα.Μονάχα στάχτη. Αφού όχι μαζί. Τότε κανείς.Όταν πια το ένα ξαναγίνει αδιάφορο δύο. Ας γίνει ό,τι διάολο θέλει ύστερα.

 

Γιατί ύστερα ο χρόνος θα σβήσει τις μορφές τους απ’ το μαυροπίνακα της ζωής. Θα μείνουν δυο πρόσωπα άδεια. Δίχως μάτια. Δίχως μύτες. Δίχως στόματα. Δυο σβησμένα πρόσωπα με το μωσαϊκό του χρόνου, να αλλοιώνει ανεπανόρθωτα τις μορφές, που μόνο ο έρωτας ήταν που τις έκανε σημαντικές.   Τι ρόλο έπαιζαν τα μάτια αν δεν ήταν για να βλέπονται και τι ήθελαν τις μύτες αν δεν ήταν για να ρουφάει ο ένας του άλλου τη μυρωδιά, τον φόβο, τον πανικό, τον ιδρώτα και τον πόθο του και τι γύρευαν τα στόματα σ’ αυτά τα πρόσωπα αν δεν ήταν για να παίρνουν και να δίνουν  και να κλέβουν και να επιβάλουν τα φιλιά τους.

Αφού όχι μαζί. Τότε κανείς. Ας μείνει άδειο το δωμάτιο για πάντα κι από το πάντα πιο πολύ ακόμα.

 

Ξύπνησε πριν χαράξει αλαφιασμένος. Στο στόμα γεύση, παγωτό βανίλια. Όνειρο τάχα; Όλα τα σπίρτα του καμένα. Τα ίχνη της πάλης του χορού ήταν εκεί χαραγμένα στο ξύλινο πάτωμα. Τα ψηλαφεί με τα δάχτυλα.Το δωμάτιο δεν ήταν ποτέ άδειο τις νύχτες. Το παράθυρο ανοιχτό. Μια μυρωδιά θαλασσινή. Θα μπήκε μάλλον από κει. Μα πόσο κοντά είναι η θάλασσα; Η πόλη σε λίγο θα ξυπνήσει κι αυτή. Θα ξημερώσει σε λίγο ο Θεός τη μέρα. Σαν βγει το φως του ήλιου το λαμπρό θα σβήσει τις σκιές της νύχτας,  όπως ακριβώς σβήνει η καθημερινότητα όλους τους μεγάλους έρωτες.

Αν της τηλεφωνούσε τώρα (;)

//

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γιώτα Αναγνώστου
Γεννήθηκα το 1971 στην Αθήνα. Ζω από τη δικηγορία και μου αρέσει να γράφω, αλλά πιο πολύ να διαβάζω.

 

//

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Ο κύριος Α. – Ελένη Καρφάκη

ΜΑΡΤΙΟΣ

Γυρω στα μεσάνυχτα – Ερμιόνη Γιαλύτη

Το πρώτο αστέρι – Αθανασία Ρόβα

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Αναλαμπή – Άννα Καρακατσάνη

Πρωταγωνιστές – Αναστασία Μπαμπούλα

ΜΑΙΟΣ

Ο ήχος της επιμονής – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης

Αόρατος κλέφτης – Δημήτρης Πολίτης

ΙΟΥΝΙΟΣ

Το πείραμα – Αγγελική Μπομπούλα

Το βραβείο – Κάλι Κεχαγιά