Επιλογή Eyelands – Αναλαμπή της Άννας Καρακατσάνη

 

Τις γιορτινές μέρες το λογοτεχνικό σας «νησί» συνηθίζει να σας προσφέρει περισσότερα κείμενα για ανάγνωση. Ένας λόγος παραπάνω, αυτές τις πολύ ιδιαίτερες μέρες της γιορτής αλλά και της καραντίνας, να σας συντροφέψουμε με περισσότερες επιλογές για διάβασμα. Ξεκινάμε με το καθιερωμένο -δυο φορές το μήνα- διήγημα από την επιλογή και θα συνεχίσουμε με τρία ακόμη διηγήματα μέχρι την Κυριακή του Πάσχα!

Γύρω στα ΜεσάνυχταΤο eyelands όπως κάθε χρόνο από το Νοέμβριο μέχρι το καλοκαίρι δημοσιεύει τα διηγήματα του διεθνούς διαγωνισμού (ελληνικό τμήμα) που διακρίθηκαν στην κατηγορία Επιλογή Eyelands.  Διηγήματα από τον 9ο διαγωνισμό που είχε θέμα «Γύρω στα Μεσάνυχτα». Η δημοσίευση θα ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2020. Τα διηγήματα δημοσιεύονται με τη σειρά υποβολής του κειμένου στον διαγωνισμό. Σειρά έχει το διήγημα:

Αναλαμπή
της  Άννας Καρακατσάνη

«Λοιπόν, λοιπόν, για να δούμε. Είναι όλα έτοιμα; Η μαγειρίτσα αχνίζει. Με μανιτάρια, για να τη φάει κι ο γαμπρός από τη Σουηδία, που πέρυσι κόντεψε να πάθει συγκοπή με την κανονική όταν κατάλαβε τι περιείχε. Κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες. Ποιος μπορεί να αντισταθεί σε αυτό το φαγητό; Μμμ μοσχομύρισε όλο το σπίτι. Να πάω το καλαθάκι με τα κόκκινα αυγά στο τραπέζι εδώ μπροστά, να το δουν οι μικρές μόλις μπουν. Τi άλλο; Τα σοκολατένια λαγουδάκια τους δίπλα στο καλαθάκι και η σαλάτα έτοιμη στο ψυγείο. Τα δώρα θα τους τα δώσω αύριο, τώρα θα νυστάζουν. Ίσα που θα φάνε και θα πέσουν ξερά τα πουλάκια μου. Τι της ήρθε της κόρης μου να κλείσει βραδινή πτήση ανήμερα μεγάλο Σάββατο; Πρώτα θ’ αναστήσουμε και μετά θα φθάσουν. Σίγουρα για οικονομία θα το έκανε. Τι να κάνει κι αυτή. Τώρα έχει οικογένεια, πρέπει να προσέχει.

Μα να, ακούγεται ήδη το «Δεύτε λάβετε φως». Θα προλάβω να πάω μέχρι το μπαλκόνι; Οι κινήσεις μου είναι όλο και πιο δύσκολες, τα βήματά μου μικρά. Έχω παντού στηρίγματα μέσα στο σπίτι για να μην πέσω. Και να είχα χρόνο να πάω στην εκκλησία απέναντι  δεν θα το διακινδύνευα. Αλλά δεν πρέπει να τα λέω αυτά. Γίνομαι κουραστική. Τώρα που θα έρθουν, θα τα ξεχάσω όλα για λίγο κι ας πονάω. Θα παίρνω κανένα χαπάκι παραπάνω και τέλος. Για μια βδομάδα δεν χάθηκε ο κόσμος. Ουφ, έφθασα. Πάνω στην ώρα. Να κι η Δέσποινα από δίπλα.»

-«Χριστός ανέστη, Δέσποινα»

-«Αληθώς ανέστη, Βασιλική μου. Ήρθαν τα παιδιά; Όχι ακόμη; Άντε, καλώς να τους δεχθείς»

Η κυρά-Βασιλική στέκεται για λίγο στο στενό μπαλκόνι της με το κεράκι της στο χέρι, μια μικροκαμωμένη φιγούρα που ταλαντεύεται, λες, από τον άνεμο. Τα βεγγαλικά την τυφλώνουν, οι κροτίδες την ξεκουφαίνουν. Χαζεύει τον κόσμο που ήδη έχει αρχίσει να διαλύεται αφού έχει ανάψει τη λαμπάδα του. «Αποστολή εξετελέσθη» σκέφτεται. Από το τρίτο «Χριστός ανέστη» τρέχουν όλοι στο γιορτινό τραπέζι. Κι εκείνη παλιά έτσι έκανε, ψέματα να πει; Την τραβούσε η κόρη της, η Λίζα, από το χέρι. Γρήγορα να κάνουν τον σταυρό στην πόρτα, να τσουγκρίσουν τα αυγά και να φάνε επιτέλους το πολυπόθητο κατσικάκι. Οι δυο τους το τρώγανε, αφού ο άντρας της ήταν ψάλτης και όταν γύριζε από την εκκλησία, εκείνες είχαν ήδη αποκοιμηθεί. Μα αυτό καθόλου δεν μείωνε τον ενθουσιασμό της μικρής που πάντα εκτιμούσε υπέρ του δέοντος το καλό φαγητό. Το καταβρόχθιζε στην κυριολεξία.

Σε όλα του βιαστικό αυτό το κορίτσι. Όταν συνάντησε τον Χανς, ήταν μόλις είκοσι χρονών. Είχε πάει με το Εράσμους στη Σουηδία για ένα εξάμηνο. Η κυρά-Βασιλική χαμογελάει αναπολώντας εκείνη την εποχή. Θυμάται που η Λίζα στην αρχή δεν ήθελε ούτε να ακούσει για τη Σουηδία. Την είχε δηλώσει την τελευταία μέρα η φίλη της, η Μαίρη, χωρίς να τη ρωτήσει, κι έπειτα της ανακοίνωσε όλο χαρά ότι τις πήρανε.

«Πώς θα το αντέξω τόσο κρύο, βρε μαμά;» της έλεγε. «Εγώ την Ελλάδα δεν την αλλάζω με τίποτα. Σουηδία και μάλιστα το χειμώνα, δεν είμαστε καλά».

«Γιατί δεν δηλώσατε το θερινό εξάμηνο;» την είχε ρωτήσει η μητέρα της.

«Μα δεν υπήρχαν θέσεις στο θερινό. Τι νομίζεις; Τρελός είναι ο κόσμος; Εμείς δηλώσαμε συμμετοχή την τελευταία μέρα- η Μαίρη δηλαδή, γιατί εμένα ούτε που θα μου περνούσε από το μυαλό- και πήραμε ό, τι είχε απομείνει, δηλαδή το κρύο και το σκοτάδι. Α πα πα δεν πάω.»

Η μητέρα της δεν έλεγε ούτε ναι ούτε όχι. Η Μαιρούλα, επίσης, αμφιταλαντευόταν. Δεν θα πήγαινε χωρίς την κολλητή της. Τελικά, ήταν οι καθηγητές της που την έπεισαν να πάει. Η Σουηδία διέθετε εργαστήρια με πολύ προηγμένο εξοπλισμό, πολύ καλύτερες συνθήκες για έρευνα, εξαιρετικές εγκαταστάσεις. Η Λίζα, που ήταν άριστη φοιτήτρια, θα είχε την ευκαιρία να διευρύνει τους ορίζοντές της, να δει άλλες μεθόδους, να ψάξει ακόμη και για μεταπτυχιακό.

Είχαν αγοράσει ισοθερμικά εσώρουχα, χοντρά πουλόβερ, μπότες που δεν τις διαπερνούσε η βροχή και το χιόνι και άλλα προϊόντα που τα ανακάλυπταν τότε για πρώτη φορά. Προϊόντα που θα εξασφάλιζαν την επιβίωση στον “παγωμένο βορά”, όπως έλεγε η Λίζα.

«Παιδάκι μου, δεν πάμε για εξερεύνηση στον βόρειο πόλο. Σε εσωτερικούς χώρους θα κινούμαστε: πανεπιστήμιο-εστία-εστιατόριο, άντε και σε καμιά καφετέρια», την καθησύχαζε η Μαίρη που μετά βίας έκρυβε την ανυπομονησία της.

Τα πρώτα τηλεφωνήματα από την Ουψάλα αναλώθηκαν σε πρακτικά θέματα: πώς βρήκαν δωμάτιο στην εστία, η διαδρομή ως το πανεπιστήμιο, τέτοια. Μετά, όμως, άρχισε να διαφαίνεται ένας ενθουσιασμός που καθησύχασε την κυρά-Βασιλική: το παιδί περνούσε καλά, είχε προσαρμοστεί γρήγορα στο νέο του περιβάλλον. Αυτό στην αρχή. Γιατί μετά άρχισε να αναρωτιέται.

Η πόλη ήταν υπέροχη, οι εκκλησίες οι καλύτερες του κόσμου, το πανεπιστήμιο τέλειο και οι Σουηδοί, καθόλου ψυχροί, πολύ καλύτεροι από αυτό που περίμενε.

Οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν όταν μίλησε για πρώτη φορά στο τηλέφωνο με την Μαίρη, η οποία παραπονιόταν για τα πάντα: ήταν συνέχεια άρρωστη, έκανε πολύ κρύο, δεν της άρεσε το φαγητό…

Ώστε δεν περνούσαν όλοι τέλεια στην Σουηδία…

Στο επόμενο τηλεφώνημα ήρθε η αποκάλυψη. Η Λίζα ήταν ερωτευμένη. Τον έλεγαν Χανς και ήταν απλά τέλειος: ωραίος σαν θεός, περιποιητικός, ευγενικός, αστείος και …αυτό της το κράτησε για το τέλος η κόρη της, καθηγητής στο πανεπιστήμιο.

«Μα, εσύ είσαι μόλις είκοσι χρονών. Δεν καταλαβαίνεις ότι σε χρησιμοποιεί; Μόλις τελειώσει το εξάμηνο, θα σε ξεχάσει. Θα βρει άλλη στη θέση σου».

Η μικρή, όμως, ήταν ανένδοτη. Ο έρωτας την είχε βαρέσει κατακούτελα, ή μάλλον κατάκαρδα. Δεν είχε πείρα από αυτά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν σοβαρή και προσγειωμένη, αφοσιωμένη στις σπουδές της. Τώρα, όμως… Η μητέρα της ανησύχησε πολύ. Τους υπόλοιπους τρεις μήνες τους πέρασε μέσα στην αγωνία, με συνεχή τηλεφωνήματα που συνήθως η κόρη της αγνοούσε. Την παρηγορούσε η σκέψη πως όταν θα επέστρεφε, θα τέλειωναν τα βάσανά της. Θα τον ξεχνούσε και η ζωή θα συνεχιζόταν με τη Λίζα, όπως ήταν παλιά. Έπεσε σε όλα έξω. Και ευτυχώς, δηλαδή.

Οι δύο φίλες επέστρεψαν τον Απρίλιο, Πάσχα ήταν και τότε, μεγάλη εβδομάδα. Η Μαίρη ανακουφισμένη, η Λίζα μην μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Όλα της φαίνονταν μίζερα και ανούσια. Μόνο όταν μιλούσε μαζί του- δηλαδή, καθημερινά- επανέρχονταν το χαμόγελο στα χείλη της. Όχι μόνο δεν τον ξέχασε, αλλά η απόσταση σαν να μεγάλωνε το πάθος της γι’ αυτόν.

Ώσπου, ένα απόγευμα του Ιουλίου ο Σουηδός τους χτύπησε την πόρτα. Έτσι απλά. Ήθελε, λέει, να τους κάνει έκπληξη. Και τι έκπληξη! Ταμπλάς της ήρθε της καημένης της κυρά-Βασιλικής. Δεν ήξερε πού να κρυφτεί και τι να κάνει, ενώ η Λίζα έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Τελικά, όμως, ο Χανς την κέρδισε. Όχι επειδή ήταν ωραίος – που δεν ήταν ιδιαίτερα – ούτε γιατί είχε άνεση στους τρόπους και μόρφωση. Αυτά μπορεί να ήταν σημαντικά σε άλλους κύκλους. Εκείνη ήταν μια απλή γυναίκα, ένα γυμνάσιο είχε βγάλει κι έπειτα είχε αρχίσει να δουλεύει για το μεροκάματο. Είχε δει ατιμίες κι από μορφωμένους κι από αμόρφωτους. Αυτό που διαισθάνθηκε αμέσως ήταν ότι την αγαπούσε την κόρη της, ότι θα της στεκόταν, θα την φρόντιζε και στα καλά και στα δύσκολα. Κάτι που σ’ εκείνη είχε λείψει, αφού ο δικός της ο Στέλλιος είχε «φύγει» νωρίς.

Το καλοκαίρι εκείνο, το καλύτερο της ζωής της, όπως αναπολεί ακόμη και σήμερα η Λίζα, πέρασε μέσα σ’ ένα στρόβιλο ενθουσιασμού και χαράς. Τις φωτογραφίες από τότε τις έχει φυλάξει και τις κοιτάζει συνέχεια η κυρά-Βασιλική, όχι όμως τόσο συχνά όσο εκείνες των εγγονών της που είναι στο κομοδίνο της, δίπλα στο κρεβάτι της, όπου περνάει όλο και περισσότερο χρόνο.

«Άντε να δούμε. Τώρα, όπου να ‘ναι, πρέπει να έρθουν. Πήγε δωδεκάμισι η ώρα. Ίσως δεν βρίσκουν ταξί. Όσο τα σκέφτομαι τα παιδάκια μου… Ένα χρόνο έχω να τα δω. Η μικρή ήταν έξι μηνών μωράκι και τώρα, μου λένε πως την κυνηγάνε πάνω-κάτω σ’ όλο το σπίτι. Είναι και μεζονέτα βλέπεις. Έτσι τα κάνουνε τα σπίτια εκεί στη Σουηδία, στενά και ψηλά. Τρεις όροφοι: σε άλλον όροφο τα δωμάτια των παιδιών, σε άλλον η κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού, κάτω το καθιστικό και η κουζίνα, μπροστά μικρή αυλή με γκαζόν και ψησταριά. Και γύρω ολόιδια σπίτια στη σειρά. Όχι πως έχω πάει. Να’ ναι καλά το ίντερνετ και η κόρη μου που άμα την πιάσει μου τα περιγράφει από το τηλέφωνο τόσο αναλυτικά που νομίζω ότι τα βλέπω όλα μπροστά μου σαν σε ταινία. Η μεγάλη μου εγγόνα που μόλις έκλεισε τα τρία όλο μιλάει. Ροδάνι πάει η γλώσσα της. Και στις δύο γλώσσες, το άτιμο. Τους έχει τρελάνει, μου λέει η Λίζα. Ωραία θα είναι να με τρελάνει κι εμένα λίγο. Εγώ πια όλο μόνη μου μιλάω. Από παλιά το είχα το χούι, μα τώρα παράγινε. Αφού φοβάμαι μην το κάνω καμιά φορά και έξω από το σπίτι και με περάσουν για τρελή.

Τι είναι αυτό; Κουδούνι;»

Η κυρά-Βασιλική πάει όσο πιο γρήγορα μπορεί στην πόρτα. Την ανοίγει, μα δεν είναι κανείς. Ο ήχος εξακολουθεί. Ψάχνει γύρω της. Πάνω στο τραπέζι, δίπλα στα λαγουδάκια, βλέπει το κινητό της να δονείται. Το αρπάζει με χαρά, αλλά ο ήχος έχει ήδη σταματήσει. Μετά από δύο λεπτά ακούγεται το μπιπ για τα μηνύματα. Βάζει τα γυαλιά της που κρέμονται από μια αλυσιδίτσα στο λαιμό της και διαβάζει:

«Μαμά, η πτήση ακυρώθηκε λόγω έκτακτων καιρικών συνθηκών. Χιονίζει πάρα πολύ εδώ και φυσάει. Μετά από τρεις ώρες αναμονή στο αεροδρόμιο γυρίσαμε σπίτι. Τα κορίτσια κοιμούνται. Δεν ξέρουμε πότε θα έρθουμε. Θα το κανονίσουμε σύντομα. Μην στεναχωριέσαι. Χρόνια πολλά.»

Η κυρά-Βασιλική μένει αρκετή ώρα να κοιτάζει την οθόνη, ώσπου τα μάτια της θολώνουν. Στη συνέχεια, κατευθύνεται αργά προς την κατσαρόλα με τη μαγειρίτσα. Βάζει λίγο σε ένα πιατάκι και κάθεται στο τραπέζι. Ανάβει την τηλεόραση.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Άννα Καρακατσάνη: Γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα με το σύζυγο και τους δύο γιους μου. Έχω σπουδάσει γαλλική φιλολογία και εργάζομαι εδώ και αρκετά χρόνια στο Δημόσιο. Έχω, επίσης, διδάξει γαλλικά σε παιδιά, κάτι που μου άρεσε πολύ. Στις «παράξενες μέρες» έστειλα κείμενό μου για πρώτη φορά το 2015 και έκτοτε επανέρχομαι συστηματικά.

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Πρωταγωνιστές – Αναστασία Μπαμπούλα

ΜΑΙΟΣ
Ο ήχος της επιμονής – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης
Αόρατος κλέφτης – Δημήτρης Πολίτης

ΙΟΥΝΙΟΣ
Το πείραμα – Αγγελική Μπομπούλα
Το βραβείο – Κάλι Κεχαγιά