Βραβευμένα Διηγήματα: Μάνα, της Ντόρας Παπαγεωργίου

Όπως συνηθίζουμε τις γιορτινές μέρες παρουσιάζουμε τα βραβευμένα μας διηγήματα από πρόσφατους διαγωνισμούς. Παρουσιάζουμε λοιπόν σήμερα το διήγημα της Ντόρας Παπαγεωργίου, που πήρε ένα από τα τρία ισότιμα βραβεία στον 9ο διαγωνισμό του eyelands με θέμα «Γύρω στα μεσάνυχτα». Το διήγημα αυτό όπως και όλα τα βραβευμένα και όσα μπήκαν στη μικρή λίστα μπορείτε να το βρείτε και στην ομώνυμη συλλογή από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Θα συνεχίσουμε με δύο ακόμη βραβευμένα διηγήματα αύριο, Κυριακή του Πάσχα και την Δευτέρα του Πάσχα. Καλή Ανάσταση σε όλες και όλους!

ελληνικά για ιστοσελίδα

 

Μάνα

της
 Ντόρα Παπαγεωργίου

 (Κρήτη: αρχές του προηγούμενου αιώνα)

Λέγαν πως ήταν ωραία γυναίκα η μάνα μου. Δεν ήταν όμορφη, συμπλήρωναν, μα είχε “κάτι”. Ξεχώριζε. Ο πατέρας μου, ο Σπήλιος  το ΄θελε το αγόρι, μα ο Θεός δεν του το έστειλε. Τι λαμπάδες του ‘ταξε, τι λάδια του πήγαινε για τα καντήλια. Εκείνος κάθε φορά τον κέρναγε θηλυκά. “Πού θα πάει;”, έλεγε με το νου του, “δεν θα γίνει το δικό σου. Εγώ τον γιο θα τονε κάνω”. Σαν γκαστρώθηκε η κυρά του για έκτη φορά, ήταν βέβαιος ότι είχε το γιο. Δεν μπορούσε η δόλια να πάρει τα πόδια της. Έπαψε και να τρώει. Όλο ζαλάδες και εμετούς έκανε. “Καλοστεριώνει ο λεβέντης μου”, καμάρωνε ο Σπήλιος. Και δώστου να κερνά στο καφενείο για τη χαρά που θα ΄ρθει.

Σαν έφτακε η ώρα, γερά έσφιγγε στην παλάμη του το κέρμα που θα ΄δινε, κατά το έθιμο, στο παιδί που θα του ‘φερνε το καλό μαντάτο. Μα το μαντάτο δεν ήταν καλό. Πάλι του ΄λαχε κορίτσι πράμα. Συννέφιασαν τα μάτια του. Από ντροπή έκλεισε το κέρμα στη φούχτα του παιδιού. Ανταριάστηκε η ψυχή του. Ούτε ένα βλέμμα δεν έριξε στη γυναίκα του. Μόνο ένα ξερό  “να μας ζήσει”, μη τον πιάσει στο στόμα της και η μαμή και κίνησε κατά το καφενείο. Την είχε την περηφάνεια του. Θα τους κέρναγε μια ρακή, μη καταλάβει κανείς την πίκρα του. Μαχαίρι όμως μπήχτηκε στην καρδιά του κείνο το “Πάλι κορίτσι; Ας είναι. Γερό να ΄ναι.” Ας είναι. Δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα. Στριφογύριζε στο κρεβάτι σαν πληγωμένη γελάδα. Βαριανάσαινε. Κι αυτό το άτιμο να κλαίει συνέχεια. Τα σωθικά του έσκιζε τούτη η τσιρίδα.  Πού να κλείσει μάτι! Άυπνη κι η κυρά του. Πονούσε η δόλια. Απ΄ την κούραση, απ΄ τη γέννα κι απ΄ την άρνησή του. Την αγαπούσε. Με τον τρόπο του. Σαν αντιγύρισε το βλέμμα του πάνω της και το ΄δε φοβισμένο και δακρυσμένο, κάτι σπάραξε μέσα του. Ντράπηκε. Τη χάιδεψε δειλά, σαν την πρώτη φορά και ξεστόμισε :”Να μας ζήσει γυναίκα. Παιδί του Θεού είναι”. Τούτη τη φορά το εννοούσε. Μετά γονάτισε στο εικονοστάσι και «Σχώρα με Θε μου. Ήθελα ένα γιο. Έτσι για τ΄ όνομα και για τα λόγια των χωριανών. Έσφαλα που τα ΄βαλα με το θέλημά σου. Κάτι παραπάνω ξέρεις εσύ».  Σαν να ξαλάφρωσε. Αλάφρυνε η ψυχή του.

Κι αλήθεια. Σαν να τον άκουσε  ο Θεός και σαν να του ΄κανε το χατίρι. Του ‘στειλε θηλυκό που ΄καμε για δέκα σερνικά. Σωστό αντράκι. Ειρήνη τη βάφτισε. Μα ήταν σίφουνας σωστός. Αλλού την άκουγες, αλλού την έβρισκες. Στιγμή δεν καθόταν.  Σχολειό πήγε μόνο κάποιες τάξεις στο δημοτικό. Δεν της πολυάρεσε. Να πρέπει να θυμάται απ΄ όξω λέξεις που δεν καταλάβαινε; Να ξεραίνει φύλλα από τις μουριές και τις λεμονιές και να τα βάζει σε ένα τετράδιο για να μάθει, λέει, να τα ξεχωρίζει; Να κάθεται ακίνητη, κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους και να κάνει αυτά που θέλει ο δάσκαλος; Κείνο τον χάρακα δεν τον χώνεψε ποτές. Κακήν κακώς το εγκατέλειψε λίγο πριν τελειώσει η προτελευταία χρονιά, όταν άρπαξε το χάρακα από το χέρι του δασκάλου για να πάψει να χτυπά τον Μιχαλάκη, που δεν ήξερε μάθημα. Ορφανός από πατέρα, ξημερωνόταν στο μαξιλάρι της άρρωστης μάνας του. Όλοι το ξέραν στο χωριό. Και βοηθούσαν όλο μπορούσαν τα παιδιά. Κι ο δάσκαλος το ΄ξερε. Και ζητούσε να του πει και μάθημα. Και δωσ΄ του ξυλιές στις παλάμες. Και δωσ΄ του κλάμα ο Μιχαλάκης. Ε!! δεν το άντεξε η Ρηνιώ. Άρπαξε το χάρακα κι απέ άνοιξε την πόρτα και δεν ξαναπάτησε. Στο σπίτι είπε μόνο μια φράση : «Εγώ σκολειό δεν ματαπάω, ο κόσμος να χαλάσει».

Η Ρηνιώ, ήταν άλλου Θεού παιδί. Λόγια δεν είχε πολλά. Λίγα και κοφτά. Μα πρώτη σ΄ όλες τις δουλειές του σπιτιού, στον αργαλειό, στα ζώα. Πριν καν σκεφτεί ο πατέρας, η κόρη είχε κάνει τα κουμάντα της. Κρυφογελούσε σαν θυμόταν κείνο το παλιό “Ας είναι…” . “Καπετάνισσα η Ρηνιώ σου”, του ΄λεγαν τώρα στο καφενείο, ”μόνο τα στιβάνια της λείπουν”. Μα και στο χορό πρώτη. Λίγωνε η ψυχή της σαν άκουγε λύρα. Μέρευαν τα στήθια της κι ούτε λεπτό δεν καθόταν. Τέτοιο χορό, χρόνια είχαν να δουν στο χωριό από θηλυκό. Τα πόδια της λες και δεν πατούσαν τη γη. Τα μάτια ψηλά. Σπαθιά τα χέρια. Κανέναν δε λόγιαζε. Για κείνη χόρευε. Με την ψυχή της.  Για κείνη παίζαν κι οι λυράρηδες. Για κείνη όλα τα βλέμματα. Καθάρια κι αντρίκια. Μα είχαν και ζήλεια και θυμό και παραδοχή. Δεν ήταν θηλυκό τούτο το πλάσμα. Ήταν αέρας, φωτιά και σίδερο.

Οι αδερφές της όλες παντρεύτηκαν και έφυγαν από το σπίτι. Κάποιες καλοπαντρεύτηκαν, κάποιες κακοπαντρεύτηκαν. Μα για κείνη φαίνεται πως η ώρα του γάμου αργούσε.  Σε κάποια λιγοστά και δειλά προξενιά, απάντησε θαρρετά “Όχι”. Δεν ήταν και η πρώτη σκέψη στο μυαλό της. Τώρα  που μεγάλωνε  η μάνα, η Ρηνιώ αφέντρα σε όλα. Στη μαγειρική, στο σπίτι, στα πρόβατα, στους εργάτες. Μόνη της κανόνιζε τις πλερωμές κι έκανε τ΄αλισβερίσια.  Στο υποστατικό οι εργάτες για τις ελιές, είχαν να λένε για την αξιοσύνη και τη σβελτάδα της. Ανήμερα της Παναγιάς, έφτασε στο σπίτι κι άλλο προξενιό. Ήταν για έναν νέο από γειτονικό χωριό. Την είχε δει να χορεύει στο πανηγύρι τ΄Αη-Λιός και μαγεύτηκε. Τούτη τη φορά, δεν ακούστηκε το όχι. Τον ήξερε τον νιο. Τον είχε βάλει στο μάτι. Κι ας νόμιζε εκείνος πως δεν τον είχε προσέξει. Όμορφο παλικάρι. Μαζεμένο. Κάτι στις κινήσεις του, της θύμιζαν τον πατέρα. Για πρώτη φορά λαχτάρησε η ψυχή της. Τον αναζητούσε τα βράδια στον ύπνο της. Και χωρίς δισταγμό είπε το “Ναι”. Στο σπίτι της παντρεύτηκε. Έτσι το ΄θελε. Και στην αυλή έγινε το γλέντι, κάτω από τις λεμονιές και τις πορτοκαλιές. Όλα εκείνη και οι αδερφάδες της τα φρόντισαν. Όλο το χωριό βρέθηκε στις χαρές της. Καμάρωνε ο πατέρας. Έκλαιγε η μάνα. Το σόι του γαμπρού, μακάριζε την τύχη για τον καλό γάμο και την άξια νύφη. Σαν ήρθε η ώρα του χορού, εκεί η Ρηνιώ τα ξέχασε όλα. Χόρεψε με τον άντρα της σαν να ΄ταν η τελευταία μέρα της στη γη. Ξημερώματα, άφηκε το σπίτι της κι έφυγε για το νέο της σπιτικό. Για μια στιγμή δείλιασε κι ένας λυγμός πνίγηκε στα σωθικά της.

Ήταν καλός ο άντρας της και την καμάρωνε. Στα μάτια την κοίταζε. Μα κι εκείνη δεν πήγαινε πίσω. Όλα τα χατίρια του έκανε. Τον αγαπούσε και τον νοιαζόταν τούτον τον ήσυχο και δουλευτή άντρα. Κι όταν τα βράδια ξάπλωναν  αγκαλιά οι δυο τους, τότε το θηλυκό φώναζε μέσα της και μεθυσμένη από ευτυχία έπιανε να σιγοτραγουδά και να τον νανουρίζει. Και σαν τον έπαιρνε ο ύπνος, έμενε ξάγρυπνη να τον κοιτά στο φως του φεγγαριού, να τον χαδεύει και να συλλογάται την καλή της τύχη.

Μα τούτη η τύχη δεν κράτησε πολύ. Στην πρώτη γέννα, το μωρό βγήκε μπλαβιασμένο από την κοιλιά της.  Κομποδέθηκε στο λαιμό του  ο λώρος και το ΄πνιξε. Έπεσε του θανατά η Ρηνιώ. Κακό σημάδι της  έστειλε ο Θεός. Μα έσφιξε τα δόντια και στήριξε τον άντρα της, που ΄νιωθε πως τον τρώει το μαράζι. Κι άμα τα βράδια, βαριανασαίνοντας, τον έπαιρνε ο ύπνος, εκείνη έμενε ξάγρυπνη να μετρά τι κακό έκανε και ο Θεός της πήρε το παιδί. Όλα τα σκεφτόταν, μα απάντηση δεν έβρισκε. Την ημέρεψαν όμως τα λόγια του πατέρα της: “Μην τιμωρείς τον εαυτό σου κόρη μου. Ήταν θέλημα Θεού. Είστε νέοι και γεροί. Θα κάνετε κι άλλα παιδιά”.

Στη δεύτερη εγκυμοσύνη, η μαμή ψαχούλεψε δύο κεφαλάκια. Μετά τον πόνο, διπλή χαρά. Μέχρι  την τελευταία  στιγμή, με την κοιλιά στο στόμα  η μάνα μου δούλευε στα χωράφια. Άμα ζεις στο χωριό δεν κατέεις  ξεκούραση κι αναπαμό. Τα ζωντανά θέλουν φροντίδα. Και “ζωντανά” η μάνα  δεν έλεγε μόνο τις κότες και την κατσίκα, μα κι όσα φύτευε στα χωράφια. Πατάτες, κρεμμύδια, σέλινα και κολοκύθια. Κι απέ ελιές, μηλιές, ροδιές.

Ήταν εποχή του τρύγου. Μια γλυκιά μυρωδιά πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Πόσο λάτρευε να πατά με γυμνά πόδια τον μούστο και να χορεύει, να χορεύει. Κι εκεί πάνω στα ζάλα του κρασιού, την έπιασαν οι πόνοι. “Άειντε μ΄ έναν πόνο Ρηνιώ. Χορευταράς θα βγει. Άειντε και στο γάμο του τούτο το κρασί θα πιούμε”. Ώρες κοιλοπόναγε η δόλια. Μα έκανε κουράγιο και ούτε βογκητό δεν βγήκε απ΄το στόμα της. Από την πρώτη στιγμή που η “μεγάλη” ξεμύτισε απ΄ την κοιλιά της μάνας, κλάμα δεν ακούστηκε. Η  μαμή έπεσε πάνω της. Την κρέμασε ανάποδα, την χτύπησε απαλά στην πλάτη κι ύστερα λίγο πιο δυνατά, για ν΄ ακούσει όχι κλάμα, μα ένα σιγανό γουργουρητό, σαν νεογέννητο γατάκι. “Μας τρόμαξε το κοπέλι σου Ρηνιώ”, είπε γελώντας για πρώτη φορά η μαμή,  ακουμπώντας το  στην αγκαλιά της μάνας. Μετά ασχολήθηκε με μένα. Εγώ δεν θα της έκανα τη χάρη να με κρεμάσει και να με χτυπήσει. Τσίριξα από μόνη μου, πολύ δυνατά. Σαματά έκανα που ακούστηκε ως τ΄ αμπέλια. “Άκου το μωρέ φωνή”, είπε η μαμή,” λάθος σκέλια του ΄δωκε ο Θεός. Καπετάνισσα και τούτη, σαν και του λόγου σου Ρηνιώ”.

Γερός ο μποναμάς στη φούχτα του αγοριού που ΄φερε στον πατέρα το καλό μαντάτο. Κοκκίνησαν τα μάγουλά του. Πέταξε η καρδιά του.  Διπλή χαρά στο σπιτικό του. Ευχές και κεράσματα. Γλέντι και χορός. Αγκάλιασε και φίλησε τη γυναίκα του με μια γλύκα που όμοιά της η Ρήνα δεν είχε ξανανιώσει.

Δεν είναι που βγήκα δεύτερη απ΄ την κοιλιά της μάνας μου, με λίγα λεπτά διαφορά. Είναι  που πάντα ένιωθα πως σε όλα ήμουν δεύτερη. Και το γάλα  στο βυζί της, δεύτερη και στα βιαστικά. Το χάδι κλεφτό, το γέλιο παγωμένο, η αγκαλιά χώραγε μόνο ένα παιδί. Τότε δεν καταλάβαινα. Μόνο ζήλευα. Σε κάθε ήχο της “μεγάλης” έλαμπε το πρόσωπό της, ιστορίες ατελείωτες για εκείνη. Εμένα όλα μου φαινόταν ίδια. Η μάνα μου όμως ένιωθε ότι η μεγάλη μου αδελφή ήταν διαφορετική.  Κι έπεσε κατά πάνω της. Να τη φροντίζει, να την μεγαλώνει, να ζει μόνον γι’ αυτήν. Σκοπός της ζωής της έγινε η “μεγάλη”. Σαν όνειρο θυμάμαι τον πατέρα  να της σιγοψιθυρίζει. “Έχουμε κι άλλο παιδί κυρά μου. Θα το λιώσεις με τον καημό που σε τρώει”. “Τούτο έχει πιότερο ανάγκη”, του απάντησε, αλύγιστη. Μα όταν κανείς δεν την έβλεπε, άκουγες τον βαθύ της αναστεναγμό.

Κωνσταντίνα τη βάφτισαν. Κι εμένα Ελένη. Να γιορτάζουμε την ίδια μέρα. Άργησε να μιλήσει. Στα δυόμιση, το όνομά της κατάφερε να το πει “Τάτι”. Από τότε όλοι έτσι τη φώναζαν. Τώρα πια νομίζω πως κανείς δεν θυμάται  το καλό της όνομα. Την αγαπούσα την Τάτι μου. Κάθε μέρα μάζευε από τις γλάστρες και τις πεζούλες τα αγριόχορτα και τα λουλουδάκια, τα ΄δενε με χρωματιστές κλωστές απ΄ τον αργαλειό της  μάνας και μου τα χάριζε. Σαν ένιωθα τα μάτια της πάνω μου, μεγάλα, υγρά και μελιά σαν τα στάχυα του χωραφιού τον Αύγουστο,  μου ΄ρχόταν να την σφίξω στην αγκαλιά μου, να την πνίξω στα φιλιά να την φυσήξω στο πρόσωπο να γιάνει. Έτσι μου ΄λεγε ο πατέρας, σαν έκλαιγα μικρή, όταν γρατσουνιζόταν το γόνατό μου. “Έλα να το φυσήξω εγώ, να γιάνει”. Μα πιο πολύ την αγαπούσα σαν με ρωτούσαν όλοι στο δρόμο “Τι κάνει η αδερφούλα σου Λενιώ; Τι λένε οι δικοί σου; Οι γιατροί; Θα γίνει καλά;”  Σαν ρώτησα την πρώτη φορά τον πατέρα κι εγώ τα ίδια, αναστέναξε, με κοίταξε βαθιά στα μάτια, χάδεψε τα κοτσίδια μου και μου ΄πε: “Άμα σε ξαναρωτήσουν να τους λες Λενιώ μου, πως το κοπέλι μας  θα γίνει καλά και την άλλη φορά εμένα να ρωτήσουν”. Ποτέ δεν έμαθα αν ρώτησαν τον πατέρα μου, με την Τάτι πάντως γρήγορα έπαψαν ν΄ ασχολούνται.

Σιγά σιγά όλα στο σπίτι ήρθαν δεύτερα. Ο άντρας, το νοικοκυριό, τα ζωντανά. Τα στόματα βουβάθηκαν. Τα μάτια ξεθώριασαν. Οι αποστάσεις μεγάλωσαν. Το σπίτι σαν να μίκρυνε, άρχισε να μας πλακώνει. Ο πατέρας αργούσε να γυρίσει πια από τα χωράφια. Μόνο τα βράδια, πίνοντας τη ρακή, που τώρα του ΄γινε μεγάλη συνήθεια, μ΄ έπαιρνε στα γόνατά του, με χάιδευε και μου ψιθύριζε μαντινάδες. Πονεμένες. Για αγάπες χαμένες, για όνειρα φευγάτα. Μ΄ άρεσε τούτη η αγκαλιά και τούτη η φωνή. Ζούσα την κάθε μέρα για τούτη τη στιγμή. Έτσι μεγάλωσα. Με βραδινές στιγμές με τον πατέρα. Με μαντινάδες. Και με μια μαχαιριά στην καρδιά. Μόνη μου. Μα μεγαλώνοντας δεν αδίκησα τη μάνα. Με πλήγωνε η ματιά που ποτέ δεν μου χαρίστηκε. Όσο με θύμωνε, τόσο την καταλάβαινα. Ή, τουλάχιστον, έτσι συνήθιζα να λέω στον εαυτό μου.

Βουβοί, σ΄ ένα σπίτι βουβό, πέρασαν τα χρόνια. Βουβά κι εκείνα. Σημαδεμένα από μαντινάδες, αναστεναγμούς και μπουκετάκια μ΄ αγριόχορτα. Πρώτος έφυγε ο πατέρας. Άργησε να γυρίσει ένα βράδυ από τα χωράφια. Αλαφιάστηκε η μάνα. Μ΄ έστειλε να τον ψάξω. Κι εκεί τον βρήκα. Κάτω από την ελιά, πεσμένος μπρούμυτα, ακίνητος. Αποτρελάθηκα. Ουρλιάζοντας έτρεξα σ΄ όλο το χωριό διαλαλώντας το κακό. Όλο το βράδυ μάτι δεν έκλεισα. Μούσκεψε το στρώμα από το κλάμα μου. Μα στο ξόδι του βουβάθηκα. Στέρεψα. Δεν του ‘πρεπαν κλάματα. Μόνο μαντινάδες και χοροί. Ήταν λεβέντης ο πατέρας μου.

Το πρώτο βράδυ, όταν αργά έφυγε κι ο τελευταίος χωριανός κι έκλεισε ξοπίσω του η πόρτα, απομείναμε σ΄ ένα άδειο δωμάτιο. Η μάνα αμίλητη, χάιδεψε και τις δυο μας και μας έβαλε να φάμε. Εκείνη δεν άγγιξε τίποτα. Ολόρθη κι αλύγιστη στεκόταν. Μετά  σχεδόν μας διάταξε να πλαγιάσουμε, γιατί ήταν “δύσκολη μέρα” κι έκλεισε την μεσιανή πόρτα. Ποιος θα κοιμόταν τούτο το βράδυ; Μ΄ έτρωγε η αγωνία κι ο φόβος που την έβλεπα να υποφέρει. Βολόδερνα σαν αγρίμι στο στρώμα. Μην κάνει καμιά τρέλα; Κι εκεί γύρω στα μεσάνυχτα, μέσα σε μια ηχηρή ησυχία, σηκώθηκα και παραμέρισα ελάχιστα  την πόρτα. Τόσο όσο να μην τρίξει. Κόλλησα τα μάτια μου στο άνοιγμα και την είδα. Πρόσθεσε λάδι στο καντήλι, άναψε νέο κάρβουνο στο θυμιατό. Χάιδεψε με τ΄ακροδάχτυλά της τη φωτογραφία του πατέρα.  Έπιασε να σιγομουρμουρά έναν πονεμένο σκοπό. Σαν αυτούς π΄ άκουα κάθε βράδυ από κείνον. Μα τούτη η φωνή είχε μια αλλόκοτη γλύκα. Είχε καημό και μεράκι. Άγρια και τρυφερή συνάμα.  Και τότε… άρχισε να χορεύει. Μπροστά στη φωτογραφία και στο εικόνισμα. Απόμεινα να την κοιτώ. Δεν την είχα ματαδεί να χορεύει. Το σώμα της σαν να ψήλωσε. Τα μάτια της κάρβουνα αναμμένα. Η πλάτη κυπαρίσσι  στητό. Δεν ήταν η μάνα μου τούτη δω. Ήταν θεριό. Δεν ήταν μια μαυροφορεμένη χήρα. Ήταν αγρίμι, αερικό. Τούτος ο χορός μπήκε μέσα μου σαν κύμα μανιασμένης θάλασσας και με ταρακούνησε. Σε κάθε της στροφή το κεφάλι μου γύριζε. Απόμεινα να την κοιτώ και να γίνομαι μικρή, ολοένα και  πιο μικρή. Πέρασα από μια χαραμάδα της πόρτας και στροβιλίστηκα μαζί της. Με παρέσυρε ο σπαραγμός στα σωθικά της. Μπλέχτηκα στα φουστάνια της και μπήκα μέσα της. Κι όσο χόρευε, με κοιλοπόναγε. Με ξαναγέννησε. Την αντίκρυσα για πρώτη φορά. Την αγάπησα ξανά από την αρχή τούτη τη μάνα. Την έκανα κομμάτι της ψυχής μου. Έσμιξα με τον πόνο της. Κάθε αποχωρισμός και μία γέννα. Και κάθε γέννα κι ένα αντίο. Σαν η φωνή άρχισε να μερεύει και να γίνεται πιο σιγανή, απόκαμε. Σωριάστηκε στην καρέκλα, έβαλε το κεφάλι μέσα στα χέρια και αναφιλητά τράνταξαν τις πλάτες που ξαναπήραν το πρωτινό τους σχήμα. Έλαμψε η νύχτα με φως. Κι εγώ, άλλος άνθρωπος πια, έκλεισα απαλά την πόρτα και ξάπλωσα δίπλα στην μεγάλη μου αδερφή. Την φίλησα και κράτησα σφιχτά το χέρι της μέσα στο δικό μου.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ντόρα Παπαγεωργίου: Γεννήθηκα στα Γιάννενα και ζω στην Αθήνα. Είμαι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. Σπούδασα ελληνική φιλολογία και είμαι εν ενεργεία εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχω βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς ποίησης, παραμυθιού, θεάτρου και διηγήματος. ματικοί ορίζοντες Εφαλτήριο λόγου τέχνης και πολιτισμού, 2017 κ.α.) Δείγματα της δουλειάς μου έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, λογοτεχνικά περιοδικά, ιστολόγια και καλλιτεχνικά ημερολόγια.