Βραβευμένα διηγήματα: Το Τρένο των Δώδεκα παρά Δέκα, του Κώστα Παπαϊωάννου

Όπως συνηθίζουμε τις γιορτινές μέρες παρουσιάζουμε τα βραβευμένα μας διηγήματα από πρόσφατους διαγωνισμούς. Παρουσιάζουμε λοιπόν σήμερα το δεύτερο στη σειρά βραβευμένο διήγημα, «Το Τρένο των Δώδεκα παρά Δέκα»,
του Κώστα Παπαϊωάννου που πήρε ένα από τα τρία ισότιμα βραβεία στον 9ο διαγωνισμό του eyelands με θέμα «Γύρω στα μεσάνυχτα». Το διήγημα αυτό όπως και όλα τα βραβευμένα και όσα μπήκαν στη μικρή λίστα μπορείτε να το βρείτε και στην ομώνυμη συλλογή από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Θα συνεχίσουμε με το τρίτο από τα βραβευμένα διηγήματα αύριο, Δευτέρα του Πάσχα. Καλή Ανάσταση σε όλες και όλους!

ελληνικά για ιστοσελίδαΤο Τρένο των Δώδεκα παρά Δέκα
του
Κώστα Παπαϊωάννου

 

Πάει, πέρασε ακόμα μια ανυπόφορα ζεστή μέρα, με τον ήλιο να πυροκαίει δρόμους, στέγες και τοίχους, και τον ιδρώτα να τρέχει ποτάμι στα πρόσωπα και στις ωμοπλάτες τους μεροκαματιάρηδες. Πήρε σειρά μια δροσερή νύχτα για να ξαποστάσει τον κάματο της μέρας και να ανακουφίσει τα ηλιοκαμένα κορμιά που απλώσανε ξεσκέπαστα στα κρεβάτια τους και αφεθήκανε στην κάθε παραξενιά του Μορφέα. Κι αυτός, πρόθυμος να τα ονειροσεργιανίσει σε ένοχα ερωτικά πάθη, ανείπωτες φαντασιώσεις καταξίωσης αλλά και σε εφιαλτικές αμαρτωλές τύψεις και πανικόβλητες ανατριχιαστικές φοβίες, όπως αυτός ετσιθελικά θα επέλεγε.

Το φεγγάρι βασίλευε στον μαύρο ουρανό, λαμπερό και ολόγιομο, και γύρω του σκόρπια αστέρια τρεμοσβήνανε νωχελικά, προσθέτοντας το δικό τους μυστήριο σ’ αυτήν την τεμπέλικη βουβή βραδιά. Μόνο τα αρσενικά τζιτζίκια, πατικωμένα από οίστρο, συνέχιζαν να τρίβουν τα πόδια τους στα πλευρά τους, καλώντας απεγνωσμένα τα θηλυκά για μιας σταλιάς ηδονικής ερωτοτροπίας.

Κάποιοι όμως αποστάτησαν και αρνήθηκαν πεισματικά να αφεθούν στα πλανεμένα πλοκάμια της υπνηλίας. Κάποιοι είχαν σχέδια και στρατηγική. Απλά περιμένανε καρτερικά την κατάλληλη στιγμή για να κινηθούν. Και όταν το χωριό θα βυθιζόταν ολοκληρωτικά στην σιωπή και την απραξία, σαν επίδοξοι άνομοι εραστές, θα πηδούσαν από το παράθυρο και θα δρασκέλιζαν το κατώφλι τους για να βάλουν μπροστά τη ριψοκίνδυνη αποστολή τους.

Ο Μίλτος, ξάγρυπνος στο κρεβάτι του, άπλωσε το χέρι του και άδραξε την καδένα του ρολογιού που παραμόνευε συνωμοτικά πάνω στο κομοδίνο. Κληρονομιά από τον παππού του, ο Μίλτος δεν το αποχωριζότανε ποτέ. Αυτός όμως δεν είχε γιλέκο με τσεπάκι, σαν τον παππού του για να το κουβαλάει, έτσι  το φορούσε στο λαιμό σαν μενταγιόν και όταν πήγαινε για ύπνο, το άφηνε δίπλα του, πάνω στο κομοδίνο. Έφερε το ρολόι στο φεγγαρόφωτο για να συμβουλευτεί την ώρα. Οι δείχτες έδειχναν την ώρα να είχε πάει έντεκα και δέκα. Σε σαράντα λεπτά θα περνούσε το τρένο. Πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Μιας και ήταν ο αρχηγός, έπρεπε να φτάσει πρώτος στο χώρο σύνταξης της ομάδας, συγκεκριμένα στο δυτικό τοίχωμα του παλιού κοιμητηρίου.

Σε πέντε λεπτά βρισκόταν εκεί και πριν συμπληρωθούν τα δέκα λεπτά, κατέφθασαν και οι υπόλοιποι πέντε. Όλοι γυμνασιόπαιδα δεκατριών με δεκαπέντε χρονών. Ο Μίλτος δεν ήταν ο πιο μεγάλος τους αλλά λόγω σωματικής διάπλασης και περισσότερο χαρακτήρα, προτάθηκε παμψηφεί για αρχηγός τους. Λιγομίλητος,  θαρραλέος, επινοητικός, οργανωμένος, είχε όλο το πακέτο ενός καταξιωμένου ηγέτη. Και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, τον σέβονταν και ακολουθούσαν πιστά και ευλαβικά, κάθε του υπόδειξη.

Κανείς δεν μίλησε. Όταν ο Μίλτος διαπίστωσε απαρτία, έκανε σινιάλο με το χέρι του να τον ακολουθήσουν. Περπατούσανε γραμμή πίσω από τον αρχηγό τους σε απόσταση ενάμιση μέτρο μεταξύ τους. Το βήμα τους σταθερό και αθόρυβο σαν της λεοπάρδαλης. Το βλέμμα τους, όπως πάντα,  μόνο μπροστά, να μην χάσουν αυτόν που προπορευόταν. Εκείνο το βράδυ, τους βοηθούσε εν μέρει, το ολόγιομο φεγγάρι σε όλη του την μεγαλοπρέπεια, φωτίζοντας τον δρόμο τους. Παράλληλα όμως, αυτό το φονικό φως θα μπορούσε να μαρτυρήσει σε ανεπιθύμητα μάτια την παρουσία τους. Γι’ αυτό, ο αρχηγός επέλεξε να μην ακολουθήσουν το χέρσο μονοπάτι που οδηγούσε στη γραμμή του σιδηρόδρομου,  αλλά να διασχίσουν ένα απέραντο καλαμποκοχώραφο. Οι κατάξερες καλαμποκιές ξεπερνούσαν τα δύο μέτρα, κρύβοντας ολοκληρωτικά το μπόι τους. Έπρεπε όμως να γλιστρούν σαν αεράκι ανάμεσα τους γιατί οποιαδήποτε επαφή με τα ξερά φύλλα του καλαμποκιού θα προκαλούσε προδοτικό θόρυβο. Η απόσταση μεταξύ τους τώρα ήταν στο ένα μέτρο. Πιθανόν μέσα στις καλαμποκιές να σέρνονταν φίδια και σκορπιοί. Τίποτα δεν τους πτοούσε. Ακολουθούσαν τυφλά, αμίλητοι και αποφασιστικοί, τον Μίλτο.

Αυτό που δεν αντιλήφθηκε κανένας από την ομάδα ήταν ότι, πέντε μέτρα πίσω από τον τελευταίο πεζοπόρο, τους ακολουθούσε κατά πόδας ένας έβδομος ιχνηλάτης. Σβέλτος και αθόρυβος, προσπαθούσε να μην χάσει από τα μάτια του τους προπορευόμενους. Δεν ήταν όμως απόλυτα εξοικειωμένος με τέτοιες νυχτερινές πορείες και σε μια στιγμή σκουντούφλησε πάνω σε μια πέτρα και έπεσε φαρδύς πλατύς πάνω στις παραπλήσιες καλαμποκιές. Οι κατάξερες καλαμποκιές υποδέχτηκαν το ασθενικό του κορμί με παρατεταμένο εκκωφαντικό κρότο. Αμέσως ο αρχηγός σήμανε συναγερμό. Άφησε ένα σύντομο οξύ σφύριγμα και όλη η ομάδα, σαν άρτια εκπαιδευμένοι λοκατζήδες, άπλωσε χάμω, δεξιά και αριστερά μέσα στις καλαμποκιές. Για λίγα λεπτά, κανείς δεν κουνήθηκε. Ο παρείσακτος πεζοπόρος κοίταξε δεξιά – αριστερά να εντοπίσει την ομάδα. Κανένα σημάδι τους. Προσπάθησε να αφουγκραστεί τα βήματα τους αλλά του κάκου. Δεν έφτανε αυτό, είδε μέσα στο φεγγαρόφωτο ένα φίδι να γλιστράει μπροστά του και να κρύβεται μέσα στις καλαμποκιές. Κρύος ιδρώτας τον περίλουσε. Άρχισε να ουρλιάζει πανικόβλητος:

-Τάκη! Μίλτο! Πού είσαστε βρε;

Ο Μίλτος σφύριξε ξανά και ολόκληρη η ομάδα έτρεξε να ταυτοποιήσει τον ανεπιθύμητο ακόλουθο τους. Σύντομα φάνηκε ότι τον θόρυβο τον προκάλεσε ο μικρότερος αδερφός του Τάκη, ο Ντίνος.

-Τι θέλεις εσύ εδώ; τσίριξε οργισμένος ο Τάκης.

-Εσύ τον κουβάλησες, Τάκη; ρώτησε ο αρχηγός

-Όχι, Μίλτο, στ’ ορκίζομαι! Κουβέντα δεν του έχω κάνει.

Ο Ντίνος σηκώθηκε και ξεσκόνισε αμήχανα τα ρούχα του.

-Δεν μου είπε τίποτε ο Τάκης. Τυχαία σας μυρίστηκα από μόνος μου και σας ακολουθώ κάθε βράδυ.

-Και γιατί μας ακολουθείς; Ρώτησε ο αρχηγός.

-Θέλω να περάσω μαζί σας τις ράγες του τρένου.

-Αυτό δεν μπορεί να γίνει. Μόνο μαθητές του γυμνασίου περνούν τις ράγες. Εσύ στην τρίτη δημοτικού είσαι ακόμα.

-Εγώ όμως θέλω να τις περάσω!

Ο Τάκης θίχτηκε με την αναίδεια του μικρού του αδερφού και τον άρπαξε από τον ώμο:

-Άντε, τράβα σπίτι τώρα να μην σε πάρω στις κλωτσιές. Και μην ανοίξεις το στόμα σου πουθενά γιατί θα σου το φλομώσω με κοπριά!

Αποφασισμένος ο Ντίνος έσπρωξε μακριά το χέρι του Τάκη:

-Αν δεν με αφήσετε να περάσω μαζί σας τις ράγες, θα σας μαρτυρήσω όλους στον κοινοτάρχη!

Οργισμένος ο Τάκης τον άρπαξε από τον λαιμό αλλά ο ψύχραιμος αρχηγός τον έσπρωξε πίσω. Ο Μίλτος διαισθάνθηκε την αποφασιστικότητα του Ντίνου και την καταστροφή που θα έφερνε  η τυχόν μαρτυρία του. Η μόνη του ελπίδα ήταν να τον φέρει μόνο του αντιμέτωπο με το τόλμημα και να τον κάνει να αποτραβηχτεί.

-Εντάξει, Ντίνο. Θα περάσεις τις ράγες μαζί μας αλλά όχι απόψε. Θα τις περάσεις μόνος σου αύριο το βράδυ. Αυτό θα είναι και το βάφτισμα σου για να ενταχθείς στην ομάδα μας.

Ο Ντίνος έσκυψε βουβός το κεφάλι υπονοώντας ότι η συμφωνία έκλεισε.     Ο Μίλτος συμβουλεύτηκε το ρολόι του και κτύπησε το μέτωπο του με την παλάμη του.

-Πω, πω! Το τρένο περνάει σε δέκα λεπτά, Ανοίξτε το βήμα σας.

Πράγματι ο βηματισμός έγινε πιο γοργός και κάτι θορυβώδη ψιλοσπρωξίματα των φύλλων δεν είχαν πια σημασία. Σε εφτά λεπτά φτάσανε στην σιδηροδρομική γραμμή. Αριστερά τους και σε απόσταση δέκα μέτρα ορθωνόταν η σήραγγα από μέσα της οποίας σε λίγο θα πρόβαλε το τρένο. Για την ώρα η σήραγγα ήταν βουβή και σκοτεινή. Δεξιά τους, η ατέλειωτη σιδερένια σειρά από ράγες. Παραταχθήκανε σε σειρά ένα πόδι πίσω παράλληλα από της ράγες, με τον αρχηγό κοντά στη σήραγγα.

Για μια ακόμη φορά θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με την λυσσαλέα ορμή του ατσαλένιου σερπετού. Το κάθε δευτερόλεπτο ήταν μοιραίο. Ένα μικρό λάθος στον υπολογισμό του χρόνου, ένα μικρό παραπάτημα θα οδηγούσε στον θάνατο. Αυτή ήταν και η μαγεία του τολμήματος. Η αδρεναλίνη στα ύψη. Η πρωτόγνωρη τεστοστερόνη φαρμάκωνε τα τρυφερά παιδικά κορμάκια και τα μεταμόρφωνε σε τραχείς παράτολμους άνδρες που για μερικά δευτερόλεπτα δεν νοιάζονταν τι πάει να πει φόβος θανάτου. Η ηδονή της επιτυχίας ήταν ασύγκριτα πιο μεγάλη από το να ξεμονάχιαζαν από ένα γυμνό κοριτσόπουλο. Και τότε, θεριακλήδες θα πρότασσαν τον γρόνθο τους στο φεγγάρι καλώντας το να υποκλιθεί στο μεγαλείο της αποκοτιάς τους.

Οι οδηγίες ήταν ξεκάθαρες. Το βλέμμα μόνο μπροστά. Σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να κοιτάξουν τα φώτα του τρένου. Μόλις άκουγαν το «πάμε» του αρχηγού, θα ορμούσαν και θα διασταύρωναν τις ράγες. Οι δρασκελιές τους μεγάλες και σταθερές και στο τέλος μια βουτιά στο κενό για να μην τους χτυπήσει το τρένο. Τα πάντα ήταν έρμαια στους σωστούς υπολογισμούς του Μίλτου. Ούτε και αυτός θα κοίταζε μέσα στη φωτεινή σήραγγα. Μέτρο του ήταν ο ήχος από το  αγκομάχημα της μηχανής ενώ πλησίαζε την έξοδο της σήραγγας και το βογκητό τον τροχών από το ασήκωτο φορτίο που κουβαλούσαν κυλώντας ορμητικά πάνω στις ράγες.

Ο Μίλτος ήθελε να κατατρομάξει τον Ντίνο για να αλλάξει γνώμη και να κάτσει στα αβγά του. Έτσι, θα εξαντλούσε κάθε περιθώριο πριν βροντοφωνάξει το περιβόητο «πάμε». Η οδηγίες προς τον Ντίνο ήταν να μείνει δύο μέτρα πίσω από τις ράγες και να τις διασταυρώσει μετά που θα περνούσε και το τελευταίο βαγόνι. Κανείς δεν του είπε να μην κοιτάζει στη σήραγγα. Έτσι, μόλις ακούστηκε το τρένο να πλησιάζει, άρχισε να φωτίζετε και η σήραγγα. Ο Ντίνος κάρφωσε τα μάτια του μέσα στη σκοτεινή τρύπα. Με κομμένη την ανάσα άκουγε το θόρυβο της μηχανής να πλησιάζει και έβλεπε το φως της σήραγγας να μεγαλώνει.

Το πρόσωπο του τρένου πρόβαλε από την έξοδο και ο αρχηγός δεν είχε ακόμη φωνάξει. Ο Ντίνος έτρεμε σαν το ψάρι έξω από το νερό. Έκλεισε τα μάτια του με τις παλάμες του και κάθισε ανακούρκουδα. Το «πάμε» του Μίλτου και το πέρασμα της μηχανής από μπροστά του ήταν ένα ηχητικό μπουρδουκλωμένο κουβάρι. Πέρασε και το τελευταίο βαγόνι αλλά ο Ντίνος έμεινε με τα μάτια κλειστά. Όταν το τρένο απομακρύνθηκε αρκετά, κατέβασε τις παλάμες του και άνοιξε δειλά – δειλά τα μάτια του. Ανάμενε να δει τις ράγες αιματοβαμμένες και πασπαλισμένες με ανθρώπινες σάρκες. Μπα! Η ομάδα για ακόμη μια φορά έκανε αυτό που ήξερε να κάνει πάντα. Παραταγμένοι κάθετα πάνω στη γραμμή και με το πρόσωπο τους γυρισμένο προς τη σήραγγα, κατουρούσαν αμέριμνοι, σφραγίζοντας με το κάτουρο τους την επικράτεια τους πάνω στις ράγες. Πήγε και ο Ντίνος, στάθηκε  δίπλα τους και κατούρησε κι αυτός με ανακούφιση.

Στα μάτια του Ντίνου, ο Μίλτος και η ομάδα του ήταν μια εξάδα ημίθεοι, ατρόμητοι τιτάνες που νικήσανε τον φόβο τους, γενναίοι σπαρτιάτες μονομάχοι που τα βάλανε με τον χάρο, φτεροπόδαροι αρχάγγελοι που δαμάσανε το ατσάλινο μαινόμενο θεριό και το αφήσανε να σέρνεται ταπεινωμένο πάνω στις σιδερένιες ράγες. Παρά το κοψοχόλιασμα, τίποτε δεν τον σταματούσε να δεχθεί το βάφτισμα. Ούτε και οι ολοήμερες φοβέρες και προτροπές του Τάκη που τον καλούσαν για να κάνει πίσω. Έτσι, εκεί που ο Μίλτος πρόσμενε ότι ο εννιάχρονος Ντίνος θα κιότευε και θα επέλεγε τα φουστάνια της μάνας του, το επόμενο βράδυ τον βρήκε να περιμένει πρώτος τους υπόλοιπους στον δυτικό τοίχο του παλιού νεκροταφείου.

Πλέον δεν υπήρχε επιστροφή. Το βάφτισμα έπρεπε να πάρει τον δρόμο του. Αφού εξακριβώθηκε απαρτία, η πομπή ξεκίνησε με τον αρχηγό μπροστά και πίσω του τον επίδοξο νεοφώτιστο. Οι άλλοι ακολουθούσαν κάπως βαριεστημένοι, μιας και δεν θα διάβαιναν εκείνο το βράδυ τις ράγες. Έπρεπε να σεβαστούν την τυπική διάταξη του τελετουργικού και να θυμηθούν και το δικό τους βάφτισμα.

Φτάσανε δεκαπέντε λεπτά πριν τα μεσάνυχτα. Το φεγγάρι ασήμωνε τις σιδερένιες γραμμές. Ένα σμήνος νυχτερίδες όρμησε έξω από τη σήραγγα ψάχνοντας για τροφή, Ο αρχηγός έστησε τον Ντίνο μόνο του, ένα πόδι πίσω από τις ράγες και του ζήτησε να περιμένει. Τον άφησε εκεί να αναλογιστεί αν είχαν την απαιτούμενη ψυχική δύναμη είχαν τα πνεμόνια του, τρέφοντας μια αμυδρή ελπίδα ότι την ύστατη στιγμή,  ο Ντίνος θα τα παρατούσε. Άδικος κόπος. Ο μικρός ήταν αποφασισμένος. Σίγουρα δεν θα άφηνε το τρένο να πλησιάσει τόσο κοντά, όπως το προηγούμενο βράδυ, για να φωνάξει το «πέρνα». Ήξερε όμως ότι ο φόβος και ο τρόμος θα μπορούσε να του αλυσοδέσει τα πόδια και να μην τα κουνούσε ούτε σπιθαμή. Και έτσι ο μικρός θα γινόταν ρεντίκολο μπροστά στους υπόλοιπους. Τα χειρότερα δεν τα σκέφτηκε ο Μίλτος.

-Άκουσε με προσεκτικά Ντίνο. Σε καμιά περίπτωση δεν θα κοιτάξεις αριστερά σου προς τη σήραγγα. Μόλις φωνάξω «πέρνα» θα ορμήσεις και θα δρασκελίσεις τις ράγες. Τρεις δρασκελιές είναι αρκετές για να περάσεις απέναντι. Να σηκώνεις τα πόδια σου ψηλά για να μην σκουντουφλήσεις τα σίδερα. Μετά την τρίτη δρασκελιά, να κάνεις βουτιά μπροστά και να πέσεις με τα χέρια.

Ο Ντίνος έβαλε τρεις φορές το σταυρό του και ανάμενε όπως τους δρομείς που περιμένουν το πρόσταγμα του αφέτη για να τρέξουν το εκατοστάρι τους. Οι υπόλοιποι καθίσανε ανακούρκουδα και σκαλίζανε το χώμα με ένα ξυλαράκι. Γι’ αυτούς ήταν μια ανιαρή διαδικασία που απλά τους στέρησε μιας ώρας ύπνο.

Το τρένο ακούστηκε να πλησιάζει. Σε λίγο η σήραγγα άρχισε να φωτίζετε. Ο Μίλτος έδωσε χρόνο που ισοδυναμούσε τρεις φορές πέρασμα των ραγών. Και μετά, βροντοφώναξε το «πέρνα». Ο Ντίνος πετάχτηκε σαν ελατήριο και έκανε μια δρασκελιά. Και εκεί που όλοι περιμένανε μια πανεύκολη διάβαση…. ήρθε το χάος. Ο Ντίνος, σαν τη γυναίκα του Λωτ που κοίταξε πίσω τη φλεγόμενη πόλη της ακολασίας και έγινε στήλη άλατος, κοίταξε αριστερά προς τη φωτιζόμενη σήραγγα και μαρμάρωσε. Είδε τα φώτα του τρένου να γίνονται αγριεμένα μάτια που στάζανε αίμα. Είδε την πρόσοψη του τρένου να ανοίγει σαν ένα λυσσασμένο στόμα του δράκου που ορμούσε πάνω στις ράγες να τον καταβροχθίσει. Ο Μίλτος ούρλιαζε «πέρνα» ξανά και ξανά. Οι υπόλοιποι πεταχτήκανε πάνω και βλέπανε με κομμένη την ανάσα. Ο Τάκης ένιωθε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του και ούρλιαζε κι αυτός «πέρνα». Ο Ντίνος όμως δεν άκουγε κανένα. Κοίταζε τα αιμοβόρα μάτια και το ορθάνοιχτο στόμα του τρένου και αφέθηκε να τον καταπιεί.

Όταν το τρένο πια έφθασε στην έξοδο της σήραγγας, σήμανε ή ώρα του αρχηγού. Ο Μίλτος όρμησε, αγκάλιασε τον Ντίνο και τον παρέσυρε στην απέναντι μεριά. Το φουριόζο τρένο ίσα που πρόλαβε και κτύπησε τον Μίλτο στη φτέρνα και του παρέσυρε το αριστερό παπούτσι.

Ο μονομάχος Αχιλλέας κτυπήθηκε στην φτέρνα και νικήθηκε από το σερπετό που χαχανίζοντας συνέχισε το σύρσιμο του πάνω στις σιδερένιες γραμμές και χάθηκε στο σκοτάδι.

Ο Ντίνος γλύτωσε. Ο απολογισμός, κάποια ασήμαντα γδαρσίματα και ένα χαμένο παπούτσι. Ο Μίλτος κατάφερε να τον περάσει απέναντι, σώο. Πέρασε όμως μόνο το κορμί του Ντίνου. Δεν πέρασε και την ψυχή του. Παρά μόνο, η κατατρομαγμένη ψυχή έμεινε εκεί αποσβολωμένη  στις ράγες για να την ισοπεδώσει και να την διαμελίσει στο πέρασμα του το τρένο. Ο Ντίνος δεν ξαναμίλησε ποτέ. Κι ας τον κουβαλήσανε στον Ταξιάρχη, στην Παναγία τη Μαλεβή, ακόμα και στον Πανάγιο Τάφο.

Έτσι, κανείς δεν έμαθε για το άδοξο βάφτισμα του και για το ανόητο παιχνίδι με τον θάνατο, που μετά το συμβάν η ομάδα το εγκατέλειψε. Κατάλοιπο της νεανικής εκείνης τρέλας, ήταν τα εφιαλτικά ουρλιαχτά του Μίλτου κάποια βράδια που, λουσμένος στον ιδρώτα, ξεφώνιζε ένα ακαταλαβίστικο «πέρνα». Ο Ντίνος δεν φώναξε ποτέ στον ύπνο του. Γιατί δεν είχε πια μαζί του την ψυχή και τη μνήμη. Την ψυχή του την παρέσυρε στο διάβα του το τρένο και τη μνήμη του συμβάντος του την έσβησε ο φύλακας άγγελος του, για να κρατηθεί το μυαλό του σε αέναη μακάρια γαλήνη.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Κώστας Παπαϊωάννου: Γεννήθηκα στη Λευκωσία. Σπούδασα ψυχολογία και εργάστηκα μια ζωή στην ασφαλιστική βιομηχανία. Άρχισα να γράφω και να διαβάζω λογοτεχνία στα εξήντα μου. Σύντομα αντιλήφθηκα ότι αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, θα φοιτούσα σε ελληνόφωνο γυμνάσιο και θα σπούδαζα ελληνική λογοτεχνία. Κάθε έργο που γράφω, είτε μυθιστόρημα, είτε διήγημα, ακόμα και ποίημα, είναι μια διαφυγή για μένα από τις απρόσμενα ανυπόφορες συνθήκες διαβίωσης που βιώνω, ελέω οικονομικής κρίσης. Κάθε επιβράβευση που παίρνω για κάποιο έργο μου είναι ένα στοργικό κτύπημα στην πλάτη για να συνεχίσω. Και το Eyelands μου δίνει τακτικά. Τους ευχαριστώ.