Βραβευμένα διηγήματα: Η γάτα του Ισμίρ, του Μιχάλη Μακόγλου

Όπως συνηθίζουμε τις γιορτινές μέρες παρουσιάζουμε τα βραβευμένα μας διηγήματα από πρόσφατους διαγωνισμούς. Παρουσιάζουμε λοιπόν σήμερα το τρίτο στη σειρά βραβευμένο διήγημα, «Η γάτα του Ισμίρ», του Μιχάλη Μακόγλου που πήρε ένα από τα τρία ισότιμα βραβεία στον 9ο διαγωνισμό του eyelands με θέμα «Γύρω στα μεσάνυχτα». Το διήγημα αυτό όπως και όλα τα βραβευμένα και όσα μπήκαν στη μικρή λίστα μπορείτε να το βρείτε και στην ομώνυμη συλλογή από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες.  Χρόνια Πολλά σε όλες και όλους!

ελληνικά για ιστοσελίδα

Η γάτα του Ισμίρ
του
Μιχάλη Μακόγλου

 

Στη γειτονιά του Άη-Γιάννη, κοντά στα πρώην «άκτιστα», οι αγέλες των αδέσποτων γατών βρίσκονταν σε ασυνήθιστη αταξία. Τα ζωντανά περιφέρονταν όλη τη μέρα από δω κι από κει μέσα στη ζέστη, απελπισμένα για μια μπουκιά φαί. Όταν ο πρωτόγονός τους νους έπαιρνε είδηση ότι το τσιμεντένιο έδαφος δεν έκρυβε καμία λύτρωση, έβρισκαν η καθεμιά από μια σκιερή γωνιά και λούφαζαν αποκαμωμένες. Τα απογεύματα που έπεφτε ο ήλιος σκαρφάλωναν με υπερφυσικά άλματα στους βρωμερούς κάδους και έσκιζαν με τα αιχμηρά τους νύχια τις μαύρες σακούλες σκουπιδιών. Σπάνια όμως κατάφερναν να βρουν φαγώσιμα. Δεν ήταν άλλωστε εποχές για σπατάλες…

Η ασυνήθιστη κινητοποίηση των αιλουροειδών έκανε τους γείτονες να απορούν. Πρώτη φορά έβλεπαν τόσες γάτες να γυρίζουν στους δρόμους αλαφιασμένες, σαν να τις βρήκε κάποια τρομερή συμφορά. Τις περισσότερες ημέρες έμεναν καλά κρυμμένες σε μέρη με εύκολη πρόσβαση σε τροφή. Τους τελευταίους μήνες όμως είχε γίνει φανερό ότι δεν ήταν φτιαγμένες για τον κόσμο τον ανθρώπων. Δεν ήταν λίγες από αυτές που, ανήμπορες να προσαρμοστούν, βρήκαν τραγικό τέλος κάτω από βαριές λαστιχένιες ρόδες.

Τις νύχτες, όταν οι δρόμοι άδειαζαν και οι θόρυβοι σιωπούσαν, τα αδέσποτα ξεμυτούσαν μεθυσμένα από το κάλεσμα της φύσης. Οι κραυγές του ζευγαρώματός εισέβαλαν μέσα στα σπίτια από τα μισοκατεβασμένα πατζούρια και κρατούσαν ξύπνιους ακόμα και τους πιο βαριά κοιμώμενους. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι τα μικροκαμωμένα θηλαστικά είχαν λόγο που μαζεύονταν στη συγκεκριμένη γειτονιά. Ένα και μοναδικό ερώτημα λοιπόν τριβέλιζε τα εκνευρισμένα μυαλά των κατοίκων: ποιος κακοήθης, επιτέλους, τάιζε αυτά τα γατιά;

 

Λίγο πριν τις δώδεκα τη νύχτα, το μαύρο Τογιότα έκανε ξανά την εμφάνισή του. Το ταλαιπωρημένο όχημα ήταν σχεδόν αόρατο μέσα στο σκοτάδι. Ο θόρυβος του κινητήρα τράνταξε για λίγο την ήσυχη γειτονιά. Το παλιό αυτοκίνητο κατέβασε ταχύτητα και με ένα απαλό γύρισμα του τιμονιού βγήκε από το δρόμο. Τα φθαρμένα λάστιχα καβάλησαν με δυσκολία το πεζοδρόμιο και έπειτα από ένα βαρύ αγκομαχητό, βρέθηκαν στραγγαλισμένα από αγριόχορτα.

Το παρατημένο οικόπεδο είχε ζαρώσει φοβισμένο, περικυκλωμένο από τις πολυώροφες μεζονέτες που είχαν υψωθεί την τελευταία δεκαετία. Τα πυκνά χόρτα, που μέχρι πριν λίγους μήνες κρύβονταν αθόρυβα κάτω από το χώμα, είχαν τώρα αναθαρρήσει. Το ύψος τους έφτανε το ένα μέτρο και είχε γίνει ήδη κατοικία σιωπηλών, ακούραστων μυρμηγκιών και θορυβωδών γρύλων. Από το κέντρο του χορταριασμένου οικοπέδου ξεπρόβαλλε μια μικρή καλύβα, κρυμμένη σχεδόν ως τη σκεπή από την ανεξέλεγκτη χλωρίδα που βασίλευε γύρω της.

Το μαύρο αυτοκίνητο φρέναρε λίγα μέτρα πριν το οίκημα. Οι λευκές ακτίνες των προβολέων του έπεσαν πάνω στο κτίσμα σαν σε ηθοποιό επί σκηνής. Μόνο που η καλύβα δεν προσκαλούσε κανένα χειροκρότημα. Τα μισά κεραμίδια είχαν ξεκολλήσει από τη θέση τους. Οι κιτρινισμένοι τοίχοι είχαν πολύ καιρό να ασβεστωθούν και τα ξύλινα κουφώματα είχαν σχεδόν σαπίσει. Λίγα μέτρα από το καλύβι, τα άλλοτε καλοδιατηρημένα περιβόλια με τις ντομάτες είχαν πνιγεί από τα ζιζάνια.

Οι μπροστινές πόρτες του αυτοκινήτου άνοιξαν προσεκτικά και δυο ζευγάρια πόδια συνέθλιψαν κάτω από τις σόλες τους τα απείθαρχα χόρτα. Το αυτοκίνητο είχε σταματήσει ακριβώς πάνω από τις δυο παράλληλες γραμμές που είχαν χαράξει οι ρόδες του τις προηγούμενες ημέρες. Ο οδηγός, ένας άνδρας κοντά στα πενήντα, βάδισε αθόρυβα προς τις κοντινότερες μεζονέτες και βάλθηκε να περιεργάζεται τα πλατιά τους μπαλκόνια. Τα οργισμένα παράπονα της γειτονιάς είχανε φτάσει στα αυτιά του. Ευχήθηκε μέσα του να μην τους έπαιρναν είδηση οι ευερέθιστοι κάτοικοι, που ορκίστηκαν να βρουν τον ένοχο…

Η γυναίκα δεν έχασε χρόνο με προφυλάξεις. Ήταν η τελευταία μέρα και δεν την ένοιαζε ακόμα κι αν έστελναν ολόκληρο το αστυνομικό σώμα της Καλαμαριάς εναντίον της.  Αφού άφησε το βλέμμα της να αγκαλιάσει το χώρο, έσκυψε ξανά μέσα στο αυτοκίνητο και τράβηξε μια μεγάλη πλαστική σακούλα. Χωρίς δισταγμό, διέσχισε το οικόπεδο περνώντας μέσα από τα ψηλά χόρτα και στάθηκε μπροστά στην ξεχαρβαλωμένη πόρτα.

Η γυναίκα έσκυψε στο έδαφος, νιώθοντας τα μεσήλικα γόνατά της να τρίζουν. Με αθόρυβες κινήσεις ακούμπησε τη σακούλα μπροστά της και την άνοιξε διάπλατα.

Ύστερα, σήκωσε το κεφάλι και ψιθύρισε το γατίσιο κάλεσμα που είχε μάθει από μικρή:

«Ψψψψψψ».

Ο ψίθυρος, που μόλις ακουγόταν, υψώθηκε μέσα στη νύχτα και ξεδιπλώθηκε σε όλο το μήκος του οικοπέδου.

Η γυναίκα επανέλαβε άλλη μια φορά το κάλεσμα, καθώς άφηνε το βλέμμα  της να απλωθεί στο χώρο. Λίγο μέτρα από το κτίσμα, η μεγάλη ελιά έστεκε ακόμα περήφανη παρά το πέρασμα του χρόνου. Η σκιά της είχε προσφέρει πολλές φορές καταφύγιο στο μικρό κορίτσι με τις μακριές πλεξούδες. Δίπλα στο αιωνόβιο δέντρο, βρισκόταν κάποτε μπηγμένη στο χώμα μια μικροσκοπική χειροποίητη κούνια. Τα σκουριασμένα και από δεύτερο χέρι σίδερα έτριζαν δυνατά από το βάρος κάθε φορά που η μικρή πέταγε στον αέρα.

Η γυναίκα σήκωσε άλλη μια φορά το κεφάλι και έβγαλε τον ίδιο ήχο από τα χείλη της. Αυτή τη φορά, ένα κύμα από νιαουρίσματα έφτασε από το πουθενά σε απάντηση. Μισή ντουζίνα γάτες κάθε χρώματος ξεπρόβαλαν μέσα από τα χόρτα βαδίζοντας προς το μέρος της. Κάθε νύχτα περίμεναν το κάλεσμά της και κάθε νύχτα έβγαιναν να τη συναντήσουν…

Τα αιλουροειδή την πλησίασαν χωρίς φόβο και έχωσαν τη μουσούδα τους βαθιά μέσα στη σακούλα, καταβροχθίζοντας τα υπολείμματα των ψαριών και του κρέατος που τους είχαν φέρει. Μία λευκή γάτα παράτησε αδιάφορα το γεύμα της και ήρθε να τριφτεί ναζιάρικα στα πόδια της γυναίκας. Όσο οι πρώτες γάτες κατάπιναν λαίμαργα το φαγητό, όλο και περισσότερες συνέχισαν να ξεπροβάλλουν μέσα από την υψηλή βλάστηση. Σύντομα, το οικόπεδο είχε πλημμυρίσει ολόκληρο από αδέσποτα γατιά. Ο αριθμός τους είχε ξεπεράσει τα είκοσι και δε σταματούσε. Τα νιαουρίσματά ενώθηκαν αρμονικά σε μια χορωδία από κραυγές ικανοποίησης…

Την ίδια στιγμή, ένα φως άναψε στο κοντινότερο παράθυρο και μια φωνή γεμάτη εκνευρισμό τρόμαξε τα ζωντανά. Ο άνδρας που βρισκόταν σε επιφυλακή της φώναξε σιγανά να φύγουν, αλλά εκείνη τον αγνόησε. Δεν την ένοιαζε πια…

Σηκώθηκε από το χώμα και βάδισε αργά προς την καλύβα. Το εξασκημένο χέρι της απλώθηκε στο πόμολο και το γύρισε χωρίς προσπάθεια. Η μυρωδιά της σκόνης της έκοψε την ανάσα. Τις προηγούμενες νύχτες δεν είχε τολμήσει να μπει στην καλύβα. Κάθε φορά που έκανε να σπρώξει την ξύλινη πόρτα, τα μάτια της γέμιζαν με δάκρυα και οι τύψεις κατέτρωγαν τα σωθικά της. Απόψε όμως ήταν η τελευταία νύχτα… Με το στομάχι της δεμένο κόμπο, η γυναίκα έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά, μέσα στο σκοτάδι. Τα δάχτυλά της βρήκαν στα τυφλά τον διακόπτη δίπλα στην πόρτα. Ένα αδύναμο κίτρινο φως γέμισε το δωμάτιο. Το μικρό σπιτάκι δεν είχε χολ. Η πόρτα κοίταζε κατευθείαν την κουζίνα. Ήταν άδεια, σχεδόν γυμνή. Ένα μικρό τραπέζι και μια καρέκλα ήταν στριμωγμένα πρόχειρα σε μια γωνία. Το μικρό ψυγείο είχε σταματήσει από καιρό να λειτουργεί και τα στραβά ράφια στον τοίχο περιείχαν μόνο ό,τι χρειαζόταν ένα άτομο για να ζήσει.

Στα αυτιά της έφτασαν από μακριά οι φωνές των εκνευρισμένων κατοίκων που είχαν βγει στα μπαλκόνια. Γύρισε αδιάφορα την πλάτη στον σαματά και μπήκε πιο βαθιά μέσα στο σπίτι. Μόλις δυο δωμάτια και ένα μικρό μπάνιο συμπλήρωναν το καχεκτικό πάζλ του οικήματος. Τα βήματά της την οδήγησαν με δική τους σχεδόν βούληση στην είσοδο ενός από τα δωμάτια. Στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα μπροστά στην γνώριμη πόρτα και έπειτα από ένα μικρό δισταγμό την έσπρωξε ελαφρά.

Το κοντό ξύλινο κρεβάτι ήταν ακόμη στρωμένο με ένα λευκό πλεκτό στρωσίδι. Το ανοιχτό ερμαράκι στα αριστερά της ήταν γεμάτο από μικροσκοπικές μπλούζες και πολύχρωμα φουστανάκια. Στο σκονισμένο κομοδίνο δίπλα της, μία κορνίζα έστεκε καθαρή και γυαλισμένη. Η φωτογραφία έδειχνε ένα γατάκι να χουζουρεύει βαθειά στην αγκαλιά ενός μικρού κοριτσιού με μακριές λεπτές πλεξούδες.

Έξω από την καλύβα, μια ντουζίνα χείλη ανοιγόκλειναν έξαλλα, αφήνοντας να βγουν από μέσα τους οι χειρότερες βρισιές…

Η γυναίκα άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί μια τελευταία φορά στο χώρο. Ύστερα πήρε μια βαθειά ανάσα και ετοιμάστηκε να αποχωρήσει. Κάτι όμως την κράτησε καρφωμένη στη θέση της. Στο χαμηλότερο ράφι του ερμαριού βρισκόταν ακουμπισμένο ένα μεγάλο άλμπουμ με φωτογραφίες. Πλησίασε το έπιπλο και πήρε το άλμπουμ στα χέρια της. Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου ήταν γεμάτες φωτογραφίες από τα παιδικά χρόνια του κοριτσιού με τις πλεξούδες. Τα πρώτα της βήματα, το πρώτο της μπάνιο στη θάλασσα, η πρώτη της μέρα στο σχολείο… Γύριζε τις σελίδες βιαστικά χαζεύοντας τα καμώματά της, όταν έπεσε πάνω σε μία και μοναδική φωτογραφία ενός λεπτού άνδρα με λευκά μαλλιά.

Τα γέρικα γόνατα του ηλικιωμένου άγγιζαν απαλά το χώμα. μπροστά από το σπίτι. Γύρω του, δεκάδες γάτες της γειτονιάς καταβρόχθιζαν με μανία τα αποφάγια του μεσημεριανού τραπεζιού από μια σακούλα μπροστά στα πόδια του. Ένα πλατύ χαμόγελο στόλιζε το ηλιοκαμένο πρόσωπό του, κάτω από τα ζεστά, καλοσυνάτα μάτια του… Ο αδύνατος γεράκος έμοιαζε να κοιτά έξω από τη φωτογραφία, με τα γαλήνια μάτια του να ψιθυρίζουν παρηγορητικά: «δεν πειράζει». Η γυναίκα όμως συνέχισε να κοιτά τη φωτογραφία βουρκωμένη, γεμάτη τύψεις.

Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου ήταν κολλημένη προσεκτικά μια καφετιά και χωρίς χρώματα φωτογραφία, σχεδόν σαν καμένη. Ένας νεαρός άνδρας κοιτούσε σοβαρός το φακό, με μια ανοιχτόχρωμη γάτα ξαπλωμένη στα πόδια του. Η γυναίκα είχε ακούσει πολλές φορές την ιστορία. Ο άνδρας της φωτογραφίας, γιος εμπόρου στη Σμύρνη, είχε φύγει μαζί με την οικογένειά του παιδί ακόμα τη μέρα της Καταστροφής. Το ταλαιπωρημένο πλοιάριο, που έπλεε με το ζόρι, τους είχε αφήσει σε αυτήν την απομακρυσμένη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Ο άνδρας πάντα ισχυριζόταν ότι η γάτα που κρατούσε στην αγκαλιά του ήταν η ίδια που είχε παιδί στο Ισμίρ, όπως αποκαλούσε τη Σμύρνη στα τούρκικα. Του άρεσε να υπερηφανεύεται ότι, φεύγοντας από την πόλη, είχε καταφέρει να κρύψει το νεογέννητο τότε γατάκι στο πανωφόρι του και το είχε φέρει κρυφά στις Νέες Χώρες. Ήλπιζε, έλεγε, να προσέφερε έτσι και σε εκείνη μια καλύτερη μοίρα από εκείνη που της επιφύλασσε η πατρίδα. Με κάθε ευκαιρία που έβρισκε, έπιανε να διηγείται με μάτια που έλαμπαν, πώς είχε κρύψει το γατάκι από τους στρατιώτες και τους χωροφύλακες, ταΐζοντας το από το συσσίτιο που δικαιούταν η οικογένειά του.

Η γυναίκα δεν ήξερε κατά πόσον η ιστορία ήταν αληθινή. Της φαινόταν αδύνατον να κατάφερε ένα μικρό παιδί να κρύψει μια γάτα από τις ίδιες αρχές που είχαν περάσει τους ανθρώπους από απολυμαντήρια. Εκείνος όμως επέμενε και η ίδια ήθελε να το πιστέψει…

«Όλες οι γάτες που συναντά κανείς στην Καλαμαριά είναι απόγονοι της γάτας του Ισμίρ», θυμήθηκε.

Η σειρήνα της αστυνομίας ακούστηκε δυνατά απ’ έξω. Θα την είχαν καλέσει οι γείτονες… Η γυναίκα σκούπισε τα μάτια της και βγήκε από το δωμάτιο, πιέζοντας πάνω στον κόρφο της το άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Ήλπιζε, ο πατέρας της, όπου κι αν βρισκόταν, να τη συγχωρούσε που πουλούσε ένα από τα τελευταία προσφυγικά σπιτάκια που απέμεναν στην Καλαμαριά. Αν δεν ήταν χρεωμένη λόγω της κρίσης, θα το κρατούσε∙ έστω κι αν δεν ζούσε εκεί…

«Όλες οι γάτες που συναντά κανείς στην Καλαμαριά είναι απόγονοι της γάτας του Ισμίρ». Έτσι της έλεγε ο πατέρας της από τότε που ήταν μικρή. Γι’ αυτό και ο άνδρας δε ξεχνούσε ποτέ να φροντίσει τα «ταλαιπωρημένα αδέσποτα από την πατρίδα» που μαζεύονταν στη γειτονιά του, όπως ακριβώς έκανε κι ο δικός του πατέρας. Είχαν έρθει κι αυτά για μια καλύτερη μοίρα και κάποιος έπρεπε να τους την προσφέρει… Ο ηλικιωμένος άνδρας δεν παρέλειψε ποτέ να κάνει το καθήκον του. Ακόμη κι όταν αρρώστησε βαριά από καρκίνο και ίσα που ανέπνεε, έβγαινε κούτσα-κούτσα στην αυλή με τη σακούλα και μοιραζόταν ότι είχε στο σπίτι με τα ζωντανά. Το καλύβι με τον καιρό είχε αρχίσει να γεμίζει αγριόχορτα, τα κεραμίδια είχαν αρχίσει να πέφτουν, αλλά οι γάτες του γένους του Ισμίρ έμεναν πάντα χορτάτες.

Μια δυνατή φωνή κάλεσε τη γυναίκα να βγει από το σπίτι. Μάλλον κάποιου αστυνομικού… Έριξε ένα τελευταίο βλέμμα νοσταλγίας στο σπίτι των παιδικών της χρόνων. Το άλμπουμ με τις φωτογραφίες παρέμενε σφιγμένο στοργικά μέσα στα χέρια της. Η γυναίκα στράφηκε κουρασμένα προς τα μπλε φώτα του περιπολικού και τα ενοχλημένα νιαουρίσματα των αδέσποτων που έχαναν το γεύμα τους. «Πωλείται όπως είναι», έλεγε η αγγελία. Κανείς όμως δε θα έμενε σε τέτοιο αχούρι. Αύριο θα γινόταν η κατεδάφιση και σε ένα μήνα θα ξεκινούσαν οι εργασίες κατασκευής μίας ακόμη πολυώροφης μεζονέτας.

Μέχρι τότε, όμως, εκείνη θα ερχόταν κάθε νύχτα, παρά τις διαμαρτυρίες των γειτόνων, να ταΐζει τα ζωντανά, όπως έκανε ο πατέρας της και ο παππούς της πριν από αυτόν. Την πονούσε να τα βλέπει άρρωστα, να τριγυρνάνε πεινασμένα στους δρόμους της αφιλόξενης αυτής γειτονιάς. Το χωράφι που αποτύπωσε τα βήματα των προγόνων της θα φυλακιζόταν κάτω από τόνους τσιμέντο, αλλά εκείνη θα μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι η οικογένειά της είχε γεμίσει την Καλαμαριά με πολλές γενιές από γάτες του Ισμίρ. Άλλωστε, ότι ίσχυε για τους πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην πόλη, ίσχυε και γι’ αυτές. Οι πατούσες των προγόνων τους είχαν αγγίξει τα ιερά χώματα της χαμένης πατρίδας…

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Μιχάλης I. Μακόγλου  γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές σε μεταπτυχιακό επίπεδο στον κλάδο της Πολιτικής Ιστορίας. Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε σε μικρή ηλικία, με τη συγγραφή μικρών ιστοριών και θεατρικών. Το 2017 το διήγημά του «Μαγική Πόλη» δημοσιεύτηκε στην ανθολογία «Παράξενες μέρες στη Θεσσαλονίκη» από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Το 2019 το διήγημά του «Προσμένοντας τα αγριολούλουδα» συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Ιστορίες της Άνοιξης» (Παράξενες Μέρες).