Επιλογή Eyelands – Ο ήχος της επιμονής

Το eyelands όπως κάθε χρόνο από το Νοέμβριο μέχρι το καλοκαίρι δημοσιεύει τα διηγήματα του διεθνούς διαγωνισμού (ελληνικό τμήμα) που διακρίθηκαν στην κατηγορία Επιλογή Eyelands.  Διηγήματα από τον 9ο διαγωνισμό που είχε θέμα «Γύρω στα Μεσάνυχτα». -Η δημοσίευση θα ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2020. Τα διηγήματα δημοσιεύονται με τη σειρά υποβολής του κειμένου στον διαγωνισμό. Σειρά έχει το διήγημα:

Ο ήχος της επιμονής
του Κωνσταντίνου Αυγερινάκη

Γύρω στα Μεσάνυχτα

Άλλη μια μέρα που γύρισα αργά από την δουλειά.

Αφήνω την τσάντα και βγαίνω να πάρω λίγο αέρα.

Η νύχτα είναι μουντή, τα αυτοκίνητα τρέχουν ακόμα να βγουν στον αυτοκινητόδρομο και εγώ κατεβαίνω τον δρόμο με ένα βήμα γοργό και ένα μυαλό χαμένο στην καθημερινή ρουτίνα.

Η μουσική μου θυμίζει πως η σάρκα είναι θνητή, πως γερνάμε και εκείνη κουράζεται, πως έχει την δύναμη να δίνει και να παίρνει. Πόνος, χαρά, θλίψη, απόλαυση, θάνατος, ζωή.

Ο ήχος είναι στα όρια της κώφωσης. Σφίγγω τα χέρια μου ν’ αντέξω.

Δυο φάροι φωτιάς με προσπερνάνε και χάνονται στο κόκκινο της νύχτας.

Επιταχύνω και στην στροφή βλέπω την σκοτεινή ανηφόρα να προσμένει.

Η ώρα είναι δώδεκα.

***

Δεν θυμάμαι πόσο καιρό έχω να βγω από το σπίτι.

Ξέρω ότι είναι αργά αλλά δεν με νοιάζει. Καλύτερα εκεί έξω παρά στους τέσσερις τοίχους αυτού του τσιμεντένιου κελιού.

Σήμερα φτάνω στα φανάρια αλλά αποφασίζω να κάνω κάτι διαφορετικό. Δεν θα ακολουθήσω τον δρόμο που ακολούθησα και χθες, θα πάρω τον δρόμο που οδηγεί ψηλά στα χίλια δένδρα.

Διασχίζω την διάβαση και τα πόδια μου βυθίζονται στο λασπωμένο χώμα.

Σε λίγο τα φώτα χάνονται και μπροστά μου έχω μόνο νύχτα και δέντρα.

Είναι η στιγμή που διαπιστώνω πόσο φοβάμαι το σκοτάδι.

Κι όμως συνεχίζω να προχωράω.

Τα ακουστικά συνεχίζουν στην διαπασών, αλλά ο φόβος με κάνει να τα χαμηλώσω.

Η σιωπή της φύσης είναι εκκωφαντική.

Το σκοτάδι είναι καταιγιστικό.

Καταβροχθίζει συνειδήσεις.

Καταπίνει τον πόνο.

Τα δόντια μου σφίγγονται και συνειδητοποιώ πόσο μόνος είμαι.

Πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, μακριά από κόσμο, μακριά από ήχους, φωνές, διαταγές, αφεντικά, φίλους. Μόνο σκοτάδι, σιωπή και την ώρα να κοντεύει δώδεκα.

Μια στιγμή καθάρια.

***

Αυτή την φορά αποφάσισα να πάρω τον δρόμο ανάποδα. Να κατέβω την ανηφόρα, να τρέξω μαζί με τα αυτοκίνητα ως την άκρη της νύχτας, να ματώσω τα τύμπανα του αυτιού προτού γυρίσω στο σπίτι. Νόμιζα θα είναι πιο εύκολο να κοιμηθώ στην απόλυτη σιωπή του κρεβατιού από το ν’ ακούω τις στριγκλιές των ψυχοπαθών γειτόνων. Τα ανομολόγητα μυστικά, τα απειλητικά αντίο, τις προσβλητικές ενοχές, το πνιχτό κλαψούρισμα και τα βρισίδια, τα ατέλειωτα βρισίδια και τις φωνές. Μακάρι κάποιος να τους φώτιζε, να το βουλώσουν κάποια μέρα.

Το να συγχωρείς είναι το να πονάς και στις μέρες μας κανείς δεν θέλει να πονάει, παρά μόνο οι άλλοι.Και συνεχίζεται, βράδυ με το βράδυ, ο καταιγισμός με ευθύνες και κατάρες και κανείς δεν λέει να σταματήσει να σκεφτεί και τους γύρω του.

Οι τοίχοι είναι φύλλα από χαρτί και οι φωνές καρφίτσες στο μυαλό των ονειροπόλων, που σκάνε σαν μπαλόνια, να τους γυρίσουν στην πραγματικότητα του ζεστού τσιμέντου.

Όπως και να ‘χει η ώρα κοντεύει δώδεκα και σχεδόν έχω φτάσει σπίτι, όταν ξάφνου βλέπω κάτι να κινείται πέρα στο σκοτάδι.

Βάζω τ’ακουστικά στην σίγαση.

Η τρίχα μου έχει σηκωθεί κάγκελο.

Τα αυτιά τεντώνονται σαν κεραίες ν’αφουγκραστούν την ηχώ  του αγνώστου.

Τα ξεραμένα χόρτα κινούνται ξανά.

Δεν ξέρω εάν πρέπει να πλησιάσω, αλλά τα πόδια μου πάνε προς το σκοτάδι.

Ένας απόκοσμος λυγμός υψώνεται και τα πόδια μου κοκκαλώνουν.

Τα σύννεφα κάνουν πέρα και η σελήνηασημίζει ένα αγρίμινα κατασπαράζει την ανθρώπινη θλίψη.

Η τριχωτή κορυφογραμμή της ραχοκοκαλιάς του πάλλεται με ευχαρίστηση καθώς βουτάει την μουσούδα στην σάρκα του θηράματος.

Παραπατώ και τα δυο φωτεινά του μάτια γυρίζουν να με δουν με περιφρόνηση και μίσος που διακόπτω την ιερή στιγμή του γεύματος.

Γυρίζω και φεύγω τρέχοντας χωρίς να κοιτάζω πίσω.

Σε λίγο βρίσκομαι ασθμαίνοντας έξω από την πόρτα του σπιτιού.

Η σιωπή της νύχτας δεν προϊδεάζει με τίποτα από τους τρόμους που κρύβει.

Βλέπω τ’ακουστικά στο χέρι.

Δεν θα κουφαθώ ούτε και σήμερα σκέφτομαι, ακόμα ένα βράδυ συνοδοιπόρος με τις κραυγές των αδίσταχτων γειτόνων.

 

***

 

Μέρες αργότερα, η ρουτίνα με έχει κάνει να ξεχάσω.

Αγρίμια, μίσος, μοναξιά, θλίψη, φόβος, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συγκρίνονται μπρος στην κούραση της καθημερινότητας.

Όλα ξεχνιούνται και ξεθωριάζουν μπρος στην στοίβα από υποχρεώσεις και ευθύνες που φορτώθηκαν έτσι αναπάντεχα, σχεδόν από το πουθενά.

Τα ακουστικά στην διαπασών και ο δρόμος σήμερα με έχει βγάλει λίγο πιο πέρα από το ρέμα.

Εκεί που λιάζονται τ’αυθαίρετα εδώ και χρόνια και κανείς δεν βιάζεται να δώσει λύση.

Προσμένουν την ώρα που δεν θα υπάρχει κάποιος να διεκδικήσει, να φωνάξει, ν’αντιδράσει, να πει κάτι, γιατί όλοι θα είναι πλέον φευγάτοι και μόνο μια σιωπή θα πλανιέται πάνω από τα σπίτια-καλύβες, ακατάλληλα για κατοίκηση, αλλά κατάλληλα για κατεδάφιση και μάθηση.

Εκεί στο σκοτάδι είδα μια ανθρώπινη σκιά να έρχεται κατά πάνω μου.

Περισσότερο απ’όλα τα πράγματα σ’αυτή την ζωή, φοβάμαι τους ανθρώπους.

Εγώ κατεβαίνω κι αυτός ανεβαίνει με φόρα.

Το σκοτάδι κρύβει το σκυφτό του πρόσωπο.

Η βροχή θολώνει τα γυαλιά μου.

Κάνω στην άκρη όσο πλησιάζω, σχεδόν θα σκαρφαλώσω το τσιμεντένιο ντουβάρι που μου γδέρνει πλέον το χέρι.

Η σκιά είναι πλέον στα 5 μέτρα

Σηκώνει το κεφάλι και βλέπω έναν άνθρωπο ταλαίπωρο, έναν άνθρωπο γεμάτο θλίψη και κούραση, έναν άνθρωπο σαν κι εμένα.

Ποιος άλλος άλλωστε θα κυκλοφορούσε τέτοια ώρα, εάν δεν είχε κάτι να πει στον εαυτό του.

Κάτι ν’ακούσειη ψυχή του στην σιωπή της νύχτας.

Η ώρα είναι δώδεκα.

 

***

 

Σήμερα δεν έχω κουράγιο για περπάτημα.

Απλά βγήκα λίγο στο μπαλκόνι, είδα τη νύχτα και αποφάσισα πως σήμερα τα πάντα θυμίζουν το χθες.

Μια σκιά να τρέχει στο δάσος, ένας περαστικός διασχίζει τον δρόμο σκυφτός.

Ίσως φοβάμαι.

Καλύτερα να κάτσω μέσα σκέφτηκα.

Το γραφείο πιο πέρα με φωνάζει να πάω κοντά του.

Αυτός ο παλιός φίλος.

Κάθομαι.

Βλέπω όλα αυτά τα πράγματα που κάποτε μου λέγαν κάτι.

Όλα αυτά τα πράγματα που με συντροφεύαν για βράδια ολόκληρα.

Η πράσινη λάμπα με το ζεστό κίτρινο φως, τα μολύβια, οι σβήστρες, τα λευκά χαρτιά.

Πλέον έχουν τα πάντα έχουν σιωπήσει.

Ποιο το νόημα να γράψεις κάτι που δεν θα το διαβάσει κανείς, ποιο το νόημα να υποφέρεις τα φαντάσματα της νύχτας, ποιο το νόημα να ζεις για τα μεσάνυχτα;

Όλα είναι εκεί έξω και περιμένουν, όλα είναι στο υπνοδωμάτιο και προσμένουν να με ξυπνήσουν, όλα είναι μέσα μου και καταστρέφουν το ταλαίπωρο πνεύμα.

Βάζω ένα ουίσκι, ίσως αυτό βοηθήσει λίγο τα πράγματα.

Διώχνει τον πόνο, διώχνει τις αναμνήσεις, διυλίζει τις καλές από τις κακές σκέψεις και αφήνει άθικτα τα γεγονότα.Κάνει εκείνη την πένα να χορεύει πάνω στο χαρτί και να λέει τις ιστορίες που προσμένουν να ειπωθούν.

Ο κούκος σκούζει δώδεκα φορές στο παλιό ρολόι.

Πιάνω ένα χαρτί και το φέρνω κοντά μου.

Το μελάνι αρχίζει να λερώνει τις λευκές σελίδες.

Στις αρχές όπως πάντα είναι κάποιες καρικατούρες του υποσυνείδητου.

Απηχήσεις της μέρας, θύμησες μιας γκρίζας ρουτίνας, άχρηστα πράγματα.

Σαν να πετάς βότσαλο σε λίμνη και όπως πάντα ο πιο κοντινός κύκλος είναι και ο μικρότερος, ο λιγότερο ουσιώδης για την ψυχή.

Περνάει η ώρα και οι θύμησες ξεμακραίνουν, το βότσαλο κάνει τον δεύτερο παφλασμό και το υποσυνείδητο ξεμακραίνει σε κάτι ουσιώδες που να συνέβη πριν κανα μήνα, καμιά βδομάδα, πριν κάποιες μέρες και το είχα ξεχάσει.

Μάχες με ανθρώπους περαστικούς, μάχες μικρές που ίσως βάραιναν και δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Η πρώτη κωδωνοκρουσία.

Το βότσαλο πηδάει πιο γρήγορα και ο τρίτος κυματισμός είναι πραγματικότητα.Όλη αυτή η μοναξιά ξάφνου ζωγραφίζεται σαν κύμα εκεί μπροστά μου. Οι φίλοι που έγιναν εχθροί, οι υποκριτές που παραμένουν φίλοι, οι ευθύνες που συσσωρεύτηκαν και εξερράγησαν σαν ηφαίστειο που μολύνει την ψυχή με λάβα άγχους και θλίψης.

Και κοιτάζω λίγο πιο μέσα και βλέπω όλα αυτά τα κατάμαυρα σύννεφα και οι στεναχώριες που συσσωρεύτηκαν και απειλούν με καταιγίδα που ετοιμάζεται να ρημάξει τα εαρινά σπαρτά της χαράς. Όλα αυτά που έσπειρα τα τελευταία χρόνια.

Και το βότσαλο ξεμακραίνει και ο παφλασμός δημιουργεί ένα νήμα τεράστιο που περικλείει όλα τα υπόλοιπα.

Και βλέπω βαθιά.

Θυμάμαι εκείνες τις μακρινές στιγμές σαν ονείρατα, σαν να μην συνέβησαν ποτέ. Κι όμως είναι εκεί.

Τρώνε την ψυχή μου, τρώνε τα σωθικά μου.

Όπως την μέρα που με άφησε μόνο εκείνη η ζεστή αγκαλιά και έχασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Νόμιζα πως γεννήθηκα για να είμαστε οι δυο μαζί.

Και ύστερα σκοτάδι.

Δρόμος. Μοναξιά. Και θλίψη. Πάντα θλίψη.

Καταραμένη ή ώρα και η στιγμή που οι σιωπές μας χώρισαν.

Μόνος από την μια στιγμή στην άλλη.

Και για πάντα.

Μόνος να κουβαλάς το διαολεμένο βαρίδι, για να το στήσεις εκεί ψηλά που σ’ έχουν ορίσει.

Κι όσο το πας βαραίνει.

Κι όσο το πας, κανένας να μην είναι εκεί κοντά να ξαποστάσεις.

Μόνο αυτοί που θα αρπάξουν το πόδι να σε βαρύνουν.

Μόνο αυτοί που θα σε φτύσουν, θα σε χτυπήσουν, θα σε βρίσουν καθώς θα περνάς από τα δύσβατα σοκάκια της Ιερουσαλήμ.

Και το βότσαλο πλέον να βυθίζεται στο άπατο, κατασκότεινο ωκεανό της αβύσσου και συ να έχεις χαθεί χρόνια τώρα.

Το ουίσκι έκανε τελικά δουλειά σκέφτομαι.

Τσαλακώνω το χαρτί και το πετάω στον κάδο τον αχρήστων.

Εξάλλου δεν θα το διάβαζε κανένας.

Πλησιάζω το παράθυρο με το ποτήρι στο χέρι.

Η Σελήνη έχει διαλύσει τα σύννεφα και πλέον φωτίζει το δάσος με το κατοπτρικό προσωπείο του ήλιου.

Η σκιά έχει φύγει.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Κωνσταντινος Αυγερινάκης: Πίσω από τα κακοδιατηρημένα γυαλιά, τα ανακατεμένα μαλλιά και το ενίοτε τρεμάμενο χέρι κρύβεται ένα εξίσου μπερδεμένο και κακοδιατηρημένο μυαλό. Μαθηματικό μυαλό αν μη τι άλλο, χωρίς ιδιαίτερα καλή σύνταξη της γλώσσας, ούτε γνώστης δύσπεπτου και ακατανόητου λεξιλογίου. Στο σχολείο συνέχεια πάτωνε στα μαθήματα φιλολογίας, ιστορίας και κειμένων (το μάθημα με τις περισσότερες απουσίες). Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να διαβάζει ακατάπαυστα και χωρίς κρίση τους αγαπημένους του κλασσικούς, άντε και επιστημονικής φαντασίας συγγραφείς. Τα έργα δεν είναι για να κρίνονται αλλά για να καταβροχθίζονται από αδηφάγα πνεύματα, λέει κάθε φορά που βρίσκεται σε κάποια βιβλιοφάγα παρέα. Έκτοτε πίνει, παρατηρεί και γράφει κυρίως τις πρώτες ώρες, εκείνες που ακόμα δεν έχει βγει το φως, αλλά ούτε το μυαλό έχει θολώσει επαρκώς για να τον ρίξει ζαλισμένο στο κρεβάτι.

////////////////////////////

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΜΑΙΟΣ
Αόρατος κλέφτης – Δημήτρης Πολίτης

ΙΟΥΝΙΟΣ
Το πείραμα – Αγγελική Μπομπούλα

Το βραβείο – Κάλι Κεχαγιά