Προδημοσίευση: Η ποίηση του Βιθέντε Αλεϊχάντρε

Το eyelands παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τρία ποιήματα του νομπελίστα Ισπανού ποιητή, Βιθέντε Αλεϊχάντρε. Η μετάφραση είναι της Νάνσυς Αγγελή. Το βιβλίο με επιλεγμένα ποιήματα του Αλεϊχάντρε θα κυκλοφορήσει από τις Παράξενες Μέρες το φθινόπωρο και ανήκει στα βιβλία του μεταφραστικού προγράμματος Παράξενες Μέρες στην Ευρώπη που ανατέθηκε στις εκδόσεις από την Δημιουργική Ευρώπη, πολιτιστικό φορέα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η μετάφραση είναι της Νάνσυς Αγγελή.

Aleixandre

Από τη συλλογή «Ámbito», (1928)

 Νύχτα βαθιά

Κάμπος γυμνός. Μόνη

η νύχτα κι άοπλη. Ο άνεμος

υπαινίσσεται βουβά

χτυπήματα κόντρα στο μουσαμά της.

 

H σκιά πέφτει βαριά,

ψυχρή, πάνω στο στήθος σου

το μετάξι της πένθιμο, μαύρο,

βαθύ. Μένει κλεισμένος

 

ο όγκος έτσι μέσα στης νύχτας

το υλικό, διαπρεπής, ήσυχος,

πάνω στο διαυγή, αργοπορημένο

χάρτη τ’ ουρανού.

 

Υπάρχουν αποτυχημένα άστρα,

γυαλιστεροί άξονες. Πάγοι

πλέουν στην επιφάνεια

παρασυρμένοι από το ρεύμα. Αργή παγωνιά.

 

Μια σκιά που περνά

πάνω απ’ το επιβλητικό

και βουβό περίβλημα, χτυπά, βλοσυρή,

το μυστικό της καμτσίκι.

Μαστίγωμα. Κοράλλια

από αίμα ή φως ή φωτιά

κάτω απ’ το μεταξωτό κάλυμμα προοιωνίζονται,

ραβδωτά, ύστερα υποχωρούν.

 

Ή σάρκα ή φως σαρκός

βαθύ. Ζει ο άνεμος

γιατί προμηνύει ριπές,

σταυροδρόμια, παύσεις, σιωπές.

 

Εφηβεία

Ερχόσουν κι έφευγες γλυκά,

απ’ άλλο μονοπάτι

σε άλλο μονοπάτι.  Σε βλέπω

κι ύστερα πάλι  δε σε βλέπω.

Περνάς από μια γέφυρα σε άλλη γέφυρα.

̶  Το πάτημα ελαφρύ,

το φως εύθυμα υποχωρεί    ̶

 

Παιδί μικρό που ήμουν εγώ κοιτώντας

κάτω στα νερά το ρεύμα,

και μες στην αντανάκλαση το πέρασμα σου

να χάνεται, να σβήνει.

 

Από τη συλλογή «Pasióndelatierra», (1935)

Ο θάνατος ή αίθουσα αναμονής ιατρείου

Έμπαιναν σταδιακά ένας ένας και οι αφαιμαγμένοι τοίχοι δεν ήταν από κρύο μάρμαρο. Έμπαιναν αμέτρητοι και χαιρετούσαν βγάζοντας το καπέλο τους. Μυωπικοί δαίμονες επισκέπτονταν τις καρδιές. Κοιτιόντουσαν καχύποπτα. Σφουγγάρια κείτονταν στα πατώματα κι οι σφίγγες δεν τους έδιναν σημασία. Μια γεύση ξερού χώματος κατέκλυζε ξαφνικά τις γλώσσες και γίνονταν συζητήσεις επί παντός επιστητού όπου όλοι γνώριζαν τα πάντα. Εκείνη η γυναίκα, εκείνη η κυρία επιχειρηματολογούσε με το καπέλο της και το στήθος όλων βυθίζονταν αργά. Νερά. Ναυάγιο. Ισορροπία βλεμμάτων. Ο ουρανός παρέμενε στη στάθμη του και ένας καπνός μακρινός έσωζε όλα τα πράγματα. Τα δάχτυλα του χεριού του γηραιότερου είχαν τόση θλίψη που ο διάδρομος έρχονταν κατά πάνω του αργά, σαν παρασυρμένος από το ρεύμα, γεμάτος ιστορίες.  Όλοι περνούσαν ακέραιοι και μια κουρτίνα καπνού γίνοταν όλη αίμα. Χωρίς κανείς να μπορεί να το εμποδίσει, τα πουκάμισα έτρεμαν κάτω από τα σακάκια και οι φίρμες των ρούχων ήταν κεντημένες πάνω στη σάρκα. «Πες, μ’ αγαπάς;». Η νεότερη χαμογελούσε γεμάτη υποσχέσεις. Αεράκι, αεράκι που έρχονταν από χαμηλά, διέλυε όλη την ομίχλη κι εκείνη έμενε γυμνή, ιριδίζουσα από τσαχπινιές φωνής, σκέτη προσωδία. «Σ’ αγαπώ, ναι, φοβιτσιάρα, κι ας λιώνεις σαν παγωτό». Την αγκάλιασε σαν μουσική. Τ’ αφτιά της σφύριζαν. Απόηχοι, όνειρα του μεσημεριού στέκονταν, κάθονταν στους λαιμούς σαν λυπημένο νερό. «Τα μάτια σου είναι τόσο ανοιχτόχρωμα που διαγράφουν το μυαλό σου». Ένα δάκρυ. Λευκές μύγες έκοβαν βόλτες άκεφα. Το φως από φτηνό περκάλι στριμώχνοταν στις γωνίες. Όλοι οι κύριοι καθισμένοι πάνω στην αθωότητα τους, χασμουριόταν δίχως την παραμικρή καχυποψία.  Ο έρωτας είναι υπόθεση του Κράτους. Διαβεβαιώνουμε πως  τα φιλιά δεν είναι biscuitglacé. Αν όμως άνοιγε τώρα αυτή η πόρτα, όλοι θα φιλιόμασταν στο στόμα. Τι αηδία που ο κόσμος δεν γυρνά γύρω από τον άξονα του! Θα  διώξω τους καημούς μου για να μπορέσουν να μ’ αγαπήσουν τα καναρίνια. Αυτοί, οι εραστές, παραμελούσαν το καθήκον τους και κουράζονταν σαν τα πουλιά. Πάνω στις καρέκλες τα σχήματα δεν είναι μεταλλικά. Σε φιλώ, οι βλεφαρίδες σου όμως… Οι βελόνες του άερα ήταν πάνω στα μέτωπα, τί σκοτεινή αποστολή αυτή του να σ’ αγαπώ. Οι τοίχοι από νίκελιο δεν δέχονταν το χάραμα, το γυρνούσαν πίσω λαβωμένο. Οι εραστές πετούσαν μασώντας το φως. Επιτρέψτε μου να σας πω. Οι γριές μετρούσαν θανάτους, θανάτους κι αναστέναζαν μέσα από τις δαντέλες τους. Τα γένια των υπολοίπων μεγάλωναν προς τη φρίκη. Η ώρα της κρίσης θα τις θερίσει χωρίς πόνο. Βεντάλιες από ύφασμα έμεναν ακίνητες, χάιδευαν δισταγμούς. Τρυφερότητα να σε προαισθάνεσαι οριζόντιο. Σύνορα.

Η μεγάλη ώρα πλησίαζε μέσα απ’ το πούσι. Η αίθουσα αχνοκοιμόταν πάνω σε μια θάλασσα από πορτοκαλόφλουδες. Θα κάναμε κουπί άσπλαχνοι αν ο παλμός δεν βρίσκονταν στον καρπό. Η θάλασσα είναι πικρή. Το φιλί σου μου κάθησε βαρύ στο στομάχι. Πλησιάζει η ώρα. Η πόρτα, έτοιμη ν’ ανοίξει, βάφονταν ζοφερό κίτρινο, λυπούμενη για την αδεξιότητα της. Που να σε βρω, αχ, νόημα της ζωής, αν δεν υπάρχει πια χρόνος. Όλα τα πλάσματα περίμεναν την φωνή του Ιεχωβά αστραφτερή από λευκό μέταλλο. Οι εραστές φιλιόνταν πάνω απ’ τα ονόματα. Τα μαντίλια ήταν αναισθητικά κι έκαναν χαλκωματένια την αναιμική σάρκα. Εφτά και δέκα. Η πόρτα πετούσε δίχως πούπουλα κι ο άγγελος Κυρίου ανήγγειλε την Μαρία. Να περάσει ο πρώτος παρακαλώ.

Ο Βιθέντε Αλεϊχάντρε |1898 – 1984|, ήταν Ισπανός ποιητής από τη Σεβίλλη και ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ’27» της Ισπανίας. Σπούδασε νομικά και οικονομικά στο πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και από το 1925 αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία και ιδιαίτερα στην ποίηση. Υπήρξε μέλος της αποκαλούμενης γενιάς του 1927, ωστόσο η ποίησή του φέρει μια προσωπική σφραγίδα, όχι μόνο λόγω της πρωτότυπης τεχνικής της (εκτεταμένος στίχος, με ρυθμό σχεδόν αφηγηματικό) αλλά και επειδή η έμπνευσή της είναι σταθερά νεορομαντική. Από την πρώτη του συλλογή, με τίτλο Ο περίβολος (Ambito, 1928) μέχρι τη Σκιά του Παραδείσου (Sombra del Paraiso, 1944) και την Τελευταία γέννα (Νacimiento ultimo, 1953), η ποίησή του αντανακλά τη δραματική αντίληψη του καλλιτέχνη για τη φύση, όπου ο έρωτας είναι συγχρόνως ζωή και καταστροφή. Στα τελευταία ποιητικά του έργα, Ιστορία της καρδιάς (La Historia del Corazon, 1954), Σε ένα ευρύ πεδίο (En un Vasto Dominio, 1962) και Παρουσίες (Presencias, 1965) ο Α. υμνεί τον άνθρωπο και κυρίως την ομαδική ζωή. Το 1977 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.

H Νάνσυ Αγγελή γεννήθηκε στην Εύβοια το 1982. Σπούδασε δημοσιογραφία και από το 2008 ζει στην Ισπανία όπου ασχολείται με την λογοτεχνική μετάφραση και την διδασκαλία ξένων γλωσσών. Είναι τακτική συνεργάτης του ιστότοπου για το μικρό διήγημα «Πλανόδιον- Ιστορίες Μπονζάι». Διηγήματα και μεταφράσεις της συμπεριλαμβάνονται σε διάφορα περιοδικά του διαδικτύου καθώς και στα συλλογικά έργα «Ιστορίες Μπονζάι» (2014- 2016), εκδ. Γαβριηλίδης. Έχει εκδώσει δυο συλλογές διηγημάτων. Η πρώτη ήταν «Μια μέρα απόλυτης ησυχίας» από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, το 2015. Από τις εκδόσεις Σμίλη κυκλοφορεί η συλλογή μικρών πεζών «Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ’ ένα άλλο».