Επιλογή eyelands: Αόρατος κλέφτης

Το eyelands όπως κάθε χρόνο από το Νοέμβριο μέχρι το καλοκαίρι δημοσιεύει τα διηγήματα του διεθνούς διαγωνισμού (ελληνικό τμήμα) που διακρίθηκαν στην κατηγορία Επιλογή Eyelands.  Διηγήματα από τον 9ο διαγωνισμό που είχε θέμα «Γύρω στα Μεσάνυχτα». -Η δημοσίευση θα ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2020. Τα διηγήματα δημοσιεύονται με τη σειρά υποβολής του κειμένου στον διαγωνισμό. Σειρά έχει το διήγημα:

 

 

 

Γύρω στα Μεσάνυχτα

Αόρατος κλέφτης

του Δημήτρη Πολίτη

Τα μάτια του Γιώργου άνοιξαν γουρλωμένα. Μήπως ονειρεύτηκε; Κοίταξε το ηλεκτρονικό ξυπνητήρι στο κομοδίνο δίπλα του. Οι πρασινωπή ανταύγεια της οθόνης του έδειχνε μία και κάτι μετά τα μεσάνυχτα. Ο ασυνήθιστος θόρυβος που τον ξύπνησε ακούστηκε ξανά. Αυτή τη φορά πιο δυνατός.- «Όχι! κλέφτες!…»άστραψε η σκέψη στο μυαλό του.Σηκώθηκε με προσοχή. Προχώρησε προσεκτικά προς την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, προσπαθώντας ν’αποφύγει κάθε θόρυβο. Με χίλιες προφυλάξεις έκανε μερικά βήματα στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Απόλυτη τάξη κι ηρεμία παντού. Μια σιγή πρωτοφανής κυριαρχούσε απ’ άκρη σ’ άκρη.Δεν ακουγόταν το παραμικρό. Ούτε τα κορναρίσματα, ούτε τα φρεναρίσματα από την πολυσύχναστη λεωφόρο που περνούσε μπροστά από το διαμέρισμά του. Που τον ξυπνούσαν και τον εκνεύριζαν τόσο, ιδιαίτερα τις ώρες της νύχτας. Περπατώντας στις μύτες των ποδιών του, κατευθύνθηκε προς την είσοδο του διαμερίσματος. Όλα στο χωλ και στο δωμάτιο της υποδοχής φαίνονταν ανέπαφα, ακριβώς όπως τά’ξερε. Για κάποιον περίεργο λόγο που δε μπορούσε να καταλάβει όμως, κάτι του φαινόταν αλλαγμένο. Διαφορετικό.

«Κι αν είναι κανένας ακόμα μέσα στο διαμέρισμα;»πανικοβλήθηκε.

Άρπαξε την πιο βαριά ομπρέλα από την ομπρελοθήκη δίπλα στην εξώπορτα. Την έσφιξε γερά στη δεξιά του χούφτα. «Τουλάχιστον αν πεταχτεί μπροστά μου θα αρχίσω να βαράω με την ομπρέλα κι όπου τον βρει!…»τόλμησε μερικά βήματα ακόμα. Σε κάθε καινούργια κίνηση, σε κάθε καινούργιο βήμα, οι χτύποι της καρδιάς του αυξάνονταν. Τούς άκουγε τώρα καθαρά ν’ αντηχούν όλο πιο δυνατοί στ’ αυτιά του.Αποφάσισε να μην ανάψει φως, τα μάτια του είχαν ήδη συνηθίσει στο σκοτάδι.Προσπέρασε την πόρτα του μπάνιου στα δεξιά του. Ήταν μισάνοιχτη, ακριβώς όπως την άφηνε πάντα, όπως την έβρισκε κάθε πρωί στη αγουροξυπνημένη φούρια του για τη δουλειά. Επέστρεψε δειλά στην κρεβατοκάμαρά του. Τα πάντα ήρεμα, ανέγγιχτα. Ανθρώπινο ίχνος πουθενά. Άνοιξε βιαστικά τις ντουλάπες.Έψαξε με την αφή τις τσέπες στα κρεμασμένα σακάκια στην κρεμάστρα, βγάζοντας ένα αναστεναγμό ανακούφισης. Το χαρτζιλίκι που κρατούσε πάντα για περίπτωση ανάγκης καλά κρυμμένο στην εσωτερική τσέπη του μαύρου του σακακιού ήταν εκεί άθικτο. Έσκυψε στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι και ψαχούλεψε τα συρτάρια.

«Όλα απείραχτα!»ανακουφίστηκε και προχώρησε με προσοχή στο δεύτερο υπνοδωμάτιο. Άνοιξε μία-μία τις ντουλάπες. Κι εκεί όλα ανέγγιχτα, σε απόλυτη τάξη. Το βλέμμα του έπεσε στο σκοτεινό όγκο από τις κουρασμένες κουρτίνες της μπαλκονόπορτας. «Δεν είναι δυνατόν!»παραξενεύτηκε. «Αυτές είναι οι παλιές κουρτίνες! Τι συμβαίνει εδώ μέσα; Πότε τις ξανακρεμάσαμε;Μήπως τρελάθηκα;»Η ίδια περίεργη κι ακατανόητη αίσθηση που τον είχε κυριεύσει από τη στιγμή που ξύπνησε,εξακολούθησε να τον πολιορκεί. Δε μπορούσε να βρει τίποτα πειραγμένο, τίποτα ασυνήθιστο. Κι όμως, εξακολουθούσε να αισθάνεται ότι κάτι δεν ήταν όπως το ήξερε. Τα βήματά του στον μακρόστενο διάδρομο τον οδήγησαν στην στενάχωρη κουζίνα, στο πίσω μέρος του διαμερίσματος. Άναψε το φως του απορροφητήρα.Το βλέμμα του γάζωσε στη στιγμή το μικροσκοπικό χώρο της,εξερευνώντας προσεκτικά την κάθε λεπτομέρεια. Κι εκεί όλα φαίνοντα νεντάξει. Το άδειο μπωλ με τα ξερά υπολείμματα του πρωινού της προηγούμενης μέρας παρατημένο στο τραπέζι. Μια μισοάδεια κούπα του καφέ δίπλα στην καφετιέρα, το υγρό υπόλειμμά της κρύο κι άοσμο. Άπλυτα ποτήρια στοιβαγμένα στο νεροχύτη. Η πόρτα του φούρνου των μικροκυμάτων μισάανοιχτη, με το χρονοδιακόπτη να αναβοσβήνει μηδέν ώρες και μηδέν λεπτά. Η βρύση του νεροχύτη έσταζε αργά και μονότονα. «Περίεργο, πάλι άρχισε να στάζει… νόμιζα ότι την είχαμε φτιάξει εδώ και χρόνια…» μονολόγησε δυνατά, σα να’θελε να ξυπνήσει τον εαυτό του από τον νυχτερινό λήθαργο.Τα μάτια του καρφώθηκαν στο ημερολόγιο που κρεμόταν δίπλα στο ψυγείο: 8 Νοεμβρίου 2008.

Κοκάλωσε.

Τσιμπήθηκε για να βεβαιωθεί.

«Μα τι γίνεται, τι συμβαίνει επιτέλους;! Αύριο πρωί, ημέρα των γενεθλίων μου, θα έπρεπε να έχουμε κανονικά 8 Νοεμβρίου του 2018!»σωριάστηκε σε πλήρη σύγχυσησε ένα σκαμπό, δίπλα στο μικροσκοπικό πάγκο της κουζίνας. Όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε δε μπορούσε να βρει εξήγηση. Το άγουρο ξύπνημα κι ο πανικός από τους άγνωστους θορύβους της νύχτας δεν τον άφηναν να φτάσει σε κάποιο λογικό συμπέρασμα. Αποφάσισε να επιθεωρήσει και τον τελευταίο χώρο του διαμερίσματός του που δεν είχε τσεκάρει – το αδειανό μπάνιο – για να σιγουρευτεί ότι δεν υπήρχε καμιά ανεπιθύμητη παρουσία στο διαμέρισμα. Αφού βεβαιώθηκε, πέρασε ξανά από την εξώπορτα και δοκίμασε την κλειδαριά γυρίζοντας το κλειδί κάμποσες φορές. Επέστρεψε και πάλι στην κουζίνα. Η ματιά του κόλλησε στο ημερολόγιο. Το κοίταξε με δυσπιστία. «2008… αδύνατον! Πούχάθηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια;… μήπως τα ονειρεύoμαι όλα αυτά;» το μυαλό του κόλλησε για μια φορά ακόμα σ’ αυτή την τελευταία σκέψη.

«Κι η Χαρά;!…Η Χαρά πού είναι; Πού εξαφανίστηκε;!…» άρπαξε πανικόβλητος το κινητό του από τον πάγκο της κουζίνας και σχημάτισε βιαστικά το νούμερο της Χαράς. Του απάντησε η γνώριμη άγνωστη γυναικεία φωνή: «Ο αριθμός που καλέσατε, δεν είναι εν ενεργεία.»

Άναψε τα φώτα. Έτρεξε στην ντουλάπα της κρεβατοκάμαράς του να βρει τη γωνιά που είχε στριμώξει η Χαρά τα ρούχα και τα παπούτσια της. Ήταν μισοάδεια. Μόνο τα δικά του ρούχα και παπούτσια βρίσκονταν εκεί. Και μεταξύ τους, κάποια παλιότερα ρούχα του που ήταν σίγουρος ότι εδώ και καιρό τα είχεξεφορτωθεί σε κάποια αγαθοεργία που μάζευε ρούχα και παπούτσια για τους άπορους.

«Είναι δυνατόν; Δέκα χρόνια νεότερος;!…»προσπάθησε να συμμαζέψει το σκορποχώρι των μπερδεμένων του σκέψεων. «Δηλαδή τώρα είμαι ξανά σαράντα χρονών;…και πρέπει να ξαναπεράσω όλα αυτά που πέρασα τα τελευταία δέκα χρόνια από την αρχή για να ξαναφτάσω στα πενήντα μου;»τον περιέλουσε κρύος ιδρώτας. Σκηνές από τα τελευταία δέκα «κλεμμένα» χρόνια της ζωής του που χάθηκαν ξαφνικά μέσα σε μια νύχτα, ανακατεύτηκαν στο μυαλό του, αθέλητα αποσπάσματα από ταινία «Προσεχώς» στη θολή κινηματογραφική αίθουσα της μνήμης του. Η μακρόχρονη αρρώστια που τυράννησε τον πατέρα του τέσσερα ολόκληρα χρόνια κι η ταφή του το 2010. Η καρδιακή προσβολή της μητέρας του, που μη μπορώντας ν’αντέξει το χαμό του συντρόφου της, τον ακολούθησε απαρηγόρητη στον τάφο, μετά από μερικούς μήνες. Ο χαμός του Αντρέα, του καλύτερού παιδικού του φίλου σ΄ εκείνο το καταραμένο αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 2014. Η απελπισία της απόλυσής του, η αγωνιώδης και βασανιστική προσπάθεια εννιά ολόκληρων μηνών να ξαναβρεί δουλειά. Λύπες, θυμοί κι αγωνίες.Μα κι οιπιο χαρούμενες στιγμές της ζωής του. Η γνωριμία του με τη Χαρά. Οι πρώτοι μήνες του τρελού έρωτά τους το 2015. Η απόφαση να μοιραστούν το διαμέρισμά του και τη ζωή τους ένα χρόνο αργότερα. «Τι θα συμβεί άραγε στα επόμενα δέκα χρόνια στη ζωή μου; θα πρέπει να περάσω ξανά όλα αυτά που πέρασα; και τα καλά και τα κακά;” αναρωτήθηκε, συνειδητοποιώντας ότι η ξαφνική «απώλεια» αυτών των δέκα τελευταίων χρόνων από τη ζωή του του στερούσε ένα αναντικατάστατο κι αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του. Ένα τεράστιο ζωτικό κομμάτι της ίδιας της της ύπαρξης.

«Κι η Χαρά μου; Την έχασα για πάντα;…»η καρδιά του βούλιαξε«Θα σμίξουν και πάλι οι δρόμοι μας;… Θα μπορέσω άραγε να την ξανασυναντήσω;…Κι εγώ ο ηλίθιος που παραπονιόμουν ότι μεγαλώνω και γερνάω! Που αστειευόμουν συνέχεια ότι θα ’θελα να είμαι δέκα χρόνια νεότερος!…»έμεινε για κάμποσο να κοιτά αποσβολωμένος το κενό.

– «Όχι, όχι!…θέλω πίσω αυτά τα 10 χρόνια που μου έκλεψες! Δίχως να με ρωτήσεις! Χρόνε κλέφτη!»η θυμωμένη του φωνή αντήχησε δυνατή.«Τα θέλω πίσω τώρα αμέσως!»ούρλιαξε ακόμα πιο δυνατά, ξεσκίζοντας με τις λέξεις του τη σιωπή της νύχτας. Τα μάτια του σφάλισαν σφιχτά, σπρώχνοντας δάκρυα απελπισίας να τρέξουν στα μάγουλά του. Προσπάθησε με πείσμα να εξορκίσει αυτό που του συνέβαινε, να αποδιώξει αυτό το απροσδόκητο συναίσθημα της ασύλληπτης απώλειας που τον είχε κυριέψει.

Την ίδια στιγμή αισθάνθηκε τις τρίχες του κεφαλιού του να τεντώνονται όρθιες. Ένα άγγιγμα ελαφρό σαν αεράκι του χάιδεψε το σβέρκο. Σαν κάποιο αόρατο χέρι ν’ άγγιζε απαλά το πίσω μέρος του κεφαλιού του.

Τινάχτηκε απότομα.

– «Καλημερούδια! …Καλά ξυπνητούρια! Χρόνια σου πολλά!»η απαλή φωνή της Χαράςμε την ελαφριά Θεσσαλονικιώτικη προφορά που τόσο λάτρευε, ήχησε σχεδόν τραγουδιστή στ’ αυτιά του. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκε τα λεπτοκαμωμένα δάκτυλα της αγαπημένης του να τρέχουν απαλά στο τριχωτό του κεφαλιού του, καταλήγοντας στο μέτωπό του. Άνοιξε τα μάτια του. Αντίκρισε το φωτεινό χαμόγελό της κι εκείνη καθιστή δίπλα στο προσκεφάλι του. Προσπάθησε να συνειδητοποιήσει τί ακριβώς είχε συμβεί.Η Χαρά πρόσεξε αμέσως το μπερδεμένο του βλέμμα.

– «Τι  συμβαίνει; Εφιάλτη έβλεπες;… μου κακοκοιμήθηκες; δεν πιστεύω να σ’ έπιασε καμιά  κατάθλιψη επειδή γίνεσαι πενήντα χρονών σήμερα!» αστειεύτηκε συνεχίζοντας να του χαϊδεύει στοργικά τα μαλλιά. «Χρόνια σου,πολλά! Σήκω! το πρωινό μας περιμένειστην κουζίνα. Έλα μου!» τουέγνεψε ενθαρρυντικά με το κεφάλι.

-«Τι ημερομηνία έχουμε σήμερα;» τη ρώτησε ο Γιώργος γεμάτος αγωνία.

– «8 Νοεμβρίου. Η ημέρα των γενεθλίων σου – δε πιστεύω να το ξέχασες!»του έριξε μια δύσπιστη ματιά η Χαρά.

– «Τι χρονιά;»

– «Τι ερώτηση είναι αυτή! 2018 φυσικά…Μα… τι σου συμβαίνει; είσαι εντάξει;»η ματιά της μετατράπηκε σ’ ένα μεγάλο ερωτηματικό.

– «Δε… δε ξέρω… είχα μάλλον ένα περίεργο εφιάλτη…» ψιθύρισε ο Γιώργος βγάζονταςτη ίδια στιγμή μια τεράστια ανάσα ανακούφισης.

– «Όνειρο ήτανε και πάει!..»έσκυψε και τον φίλησε τρυφερά στο μάγουλο.

Ο Γιώργος την κοίταξε στα μάτια. Το καστανό της βλέμμα ξεχείλιζε όπως πάντα από αγάπη και σιγουριά. Ήταν από μόνο του αρκετό να τον διαβεβαιώσει  ότι όλα ήταν όπως έπρεπε. Αισθάνθηκε ξαφνικά ότι απέκτησε το πιο απρόσμενο, το πιο φανταστικό γενέθλιο δώρο: ανέκτησε ξανά τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του!Ένα κύμα αγαλλίασης τον πλημύρισε καθώς τεντώθηκε με δύναμη και χασμουρήθηκε.

– «Περίεργο όνειρο… Σα να μπήκεκλέφτης στο σπίτικαι να μου έκλεψετα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής μου!»προσπάθησε με τα δάχτυλά στους κροτάφους να τιθασεύσειτο ανακατεμένο από τον ύπνο μαλλί του.

– «Χμμμ… Μάλλον το υποσυνείδητό σου, ήθελε να σού στείλει ένα γερό μάθημα για τις ανασφάλειες, τις φοβίες και την αβεβαιότητα του να μεγαλώνεις… Για το να συμβιβάζεσαι με την ηλικία σου και τα χρόνια σου, το να εκτιμάς τις μοναδικές εμπειρίες της κάθε χρονιάς, του κάθε μήνα, της κάθε μέρας, της κάθε στιγμής στη ζωή σου!…Ο αόρατος κλέφτης του ονείρου σου αποδείχτηκε τελικά παραπάνω από σοφός!»ξαναχαμογέλασε η Χαρά. «Χρόνια σου πολλά Γιωργάκο μου! Έλα τώρα…! Σήκω!»τον παρότρυνε προτείνοντάς του το δεξί της χέρι.

Μ’ ένα σάλτο γεμάτο ζωντάνια,ο Γιώργοςτο άρπαξε και πετάχτηκε ολόρθος, πετώντας τα σκεπάσματα στα πόδια του κρεβατιού. Τράβηξαν σφιχταγκαλιασμένοι προς την κουζίνα. Και ξάφνου, όλα του φάνηκαν πιο ζεστά και φωτεινά, πιο όμορφα και πιο χαρούμενα από ποτέ,εκείνο το σκοτεινό, το παγερό κι άχρωμο πρωινό του βροχερού Νοέμβρη.Εκείνο το πρωινό των πεντηκοστών γενεθλίων της ζωής του.

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

 Ο Δημήτρης Πολίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το Μάρτιο του 1960. Σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα, κλασσικές επιστήμες, ιταλική φιλολογία και μεταπτυχιακές σπουδές στην Επιστήμη των Πληροφοριών και στις Eυρωπαϊκές Δημόσιες Σχέσεις στο Δουβλίνο. Διετέλεσε επί έτη υπεύθυνος πληροφόρησης του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβιώσεως και Εργασίας, στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, με εξειδίκευση σε θέματα που αφορούν τις εργασιακές συνθήκες και την ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία. Έχει δημοσιεύσει στο παρελθόν άρθρα, παρουσιάσεις και συγγράμματα σχετικά με τις συνθήκες εργασίας, το εργασιακό περιβάλλον και την επαγγελματική υγιεινή και ασφάλεια στα Ελληνικά, Αγγλικά και Ιταλικά. Διηγήματά του έχουν διακριθεί κι έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικές και διεθνείς ανθολογίες, περιοδικά και ιστοσελίδες. Το πρώτο του μυθιστόρημα «Η κλεμμένη ζωή ενός εύθυμου ανθρώπου» δημοσιεύθηκε στα ελληνικά στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2012. Μεταφράστηκε κι εκδόθηκε στα αγγλικά το 2014. Το δεύτερο μυθιστόρημά του στα ελληνικά «Η επόμενη στάση» εκδόθηκε το 2018, ενώ η αγγλική του μετάφραση θα κυκλοφορήσει σύντομα. Αυτή την εποχή ζει στις Βρυξέλλες.

//

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΙΟΥΝΙΟΣ

Το πείραμα – Αγγελική Μπομπούλα

Το βραβείο – Κάλι Κεχαγιά