Επιλογή Eyelands: Το βραβείο

 

Το eyelands όπως κάθε χρόνο από το Νοέμβριο μέχρι το καλοκαίρι δημοσιεύει τα διηγήματα του διεθνούς διαγωνισμού (ελληνικό τμήμα) που διακρίθηκαν στην κατηγορία Επιλογή Eyelands.  Διηγήματα από τον 9ο διαγωνισμό που είχε θέμα «Γύρω στα Μεσάνυχτα». -Η δημοσίευση των διηγημάτων ολοκληρώνεται με:

 

Το βραβείο

της

Κάλι Κεχαγιά

Γύρω στα ΜεσάνυχταΗ Λένα δούλευε τότε ως δικαστικός επιμελητής, σ’ έναν μεγαλοδικηγόρο στην Κομοτηνή κι έλειπε συχνά στην Ξάνθη και στην Καβάλα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι ακριβώς έκανε, μονάχα αυτό που είχε πει. Χτυπούσε την πόρτα και επέδιδε  στον ¨κατηγορούμενο¨ εξώδικα και δικόγραφα . Απλό ακουγόταν απ’ το στόμα της, κι έβγαζε αρκετά χρήματα, σίγουρα περισσότερα από μένα. Το πιο δύσκολο για κείνη ήταν ότι έπρεπε να φοράει τακούνια και τα βράδια παραπονιόταν για τα πόδια της. Και όχι ότι ερχόταν σε αντιπαράθεση με ανθρώπους που δεν ήξερε, που εισέβαλλε στη ζωή τους ξαφνικά, που συχνά έπρεπε να απαιτήσει κάποια πράγματα που εκείνοι τα ισχυρίζονταν αλλιώς.

Από άποψη συγγραφική εμένα μου φαινόταν πολύ ενδιαφέρον να χτυπάς μια άγνωστη πόρτα και να πληροφορείς κάποιον ότι έπρεπε να εμφανιστεί στο δικαστήριο, ότι κατάσχεται το χωράφι του ή να τον πετάς έξω από το σπίτι του. Της έλεγα να με πάρει μαζί της καμιά φορά, όμως με κοιτούσε λοξά και μου έλεγε «μη λες βλακείες». Η γκριμάτσα της εκείνη τη  στιγμή αποδίδονταν τέλεια στο μυαλό μου με μια σκηνή. Την φανταζόμουν  σε ένα γραφείο να κάθεται όλη μέρα και να υπογράφει απολύσεις, ατάραχη, και σε όλα τα χαρτιά να γράφει το όνομά μου. Σίγουρα πηδιέται με τον δικηγόρο, σκεφτόμουν τότε. Κανονικά θα έπρεπε να την παρακολουθήσω την πουτάνα, όμως πού, αυτά στοιχίζουν, να προσλάβω ιδιωτικό ντεντέκτιβ και μάλιστα σε άλλη πόλη. Να μου βγει ο κούκος αηδόνι δηλαδή, για να ανακαλύψω ότι με κερατώνει. Για να μην μιλήσω για κείνη την αλλόκοτη συμπεριφορά της, που όταν έμπαινε στο δωμάτιο και με πλησίαζε , έκανε έναν μορφασμό, κουνούσε το χέρι πέρα δώθε σαν να έδιωχνε μια πράσινη αλογόμυγα και μουρμούριζε ενοχλημένη «Κάτι βρωμάει εδώ…»

Εγώ πανίβλακας πετιόμουν επάνω, μύριζα τις μασχάλες μου βαθιά και ρωτούσα με αγωνία «Τι Λένα μου; Μήπως εγώ; Αλλά έκανα μπάνιο…»

«Όχι μωρέ», μου απαντούσε απογοητευμένη θαρρείς.

«Μήπως οι κάλτσες μου;» επέμενα εγώ, «σήμερα τις άλλαξα, ίσως οι πάτοι από τα παπούτσια…»

«Μπα, μπα, κάτι άλλο…» κι έβγαινε απ’ το δωμάτιο αφήνοντας εμένα να βουλιάζω μέσα σ’ αυτήν την υποψία της μπόχας, να οσφρίζομαι τριγύρω σαν λαγωνικό και να ψάχνω τη φωλιά της βρώμας.

Όταν μου ήρθε mail απ’ τον εκδοτικό ¨με χαρά σας πληροφορούμε ότι το διήγημά σας Θερμά Λουτρά κατέκτησε την πρώτη θέση στο διαγωνισμό…¨, η Λένα έλειπε, εγώ ένιωσα την καρδιά μου να βγαίνει λίγο έξω απ’ το περίγραμμά της κι έτρεξα να ξαναδιαβάσω την ιστορία μου.

 

Περιέγραφα με αστείο τρόπο τις απεγνωσμένες προσπάθειες του παππού μου να δραπετεύσει κάποτε από το σπίτι της γιαγιάς. Εγώ ήμουνα μικρός τότε. Ο παππούς μου έπαιρνε τ’ αυτοκίνητο, έφτανε μέχρι ένα σημείο έξω από την πόλη, συνήθως στα πρώτα διόδια, τον ανακάλυπταν οι γιοι του και τον γυρνούσαν πίσω. Ήταν προφανώς μια απλή κίνηση γι’ αυτούς.  Η πορεία του μου θύμιζε την υπεράνθρωπη προσπάθεια μιας χελώνας να διασχίσει έναν φαρδύ πολυσύχναστο δρόμο για να φτάσει απέναντι και να χαθεί στο δάσος. Κι αφού με κόπο διένυε μια μικρή απόσταση για μας, τεράστια όμως για τα μέτρα της χελώνας, ένα δυνατό χέρι την σήκωνε και την τοποθετούσε πάλι στην αρχή για να μην την πατήσουν τ’ αυτοκίνητα. Και η χελώνα πάλι ξεκινούσε. Ήταν κάτι που επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά. Στην αρχή του πήραν τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Συνέχισε όμως αυτός να φεύγει με τα πόδια, αλλά πάλι τον έβρισκαν και τον γυρνούσαν πίσω.

«Ρε μπαμπά, έλα στα καλά σου», του έλεγαν,   «ο κόσμος δεν χωρίζει στα 78».

«Μα δεν μπορώ, με καταπιέζει, θέλω να φύγω…», έλεγε αυτός.

Μετά άρχισαν να τον κλειδώνουν και στο σπίτι. Ειδικά το βράδυ. Η γιαγιά μου φυλούσε το κλειδί στην τσέπη της ρόμπας της. Μετά αρρώστησε και δεν μπορούσε πια να περπατήσει, οπότε ξεκλείδωσαν την πόρτα. Ήταν ακίνδυνος. Έπαθε αλτσχάιμερ κι έφυγε από τη ζωή γυρνώντας σιγά σιγά στη μορφή που είχε πρωτοέρθει. Τότε πια, πολύ αργά, πήγα και του έβαλα κρυφά στη χούφτα το κλειδί του αυτοκινήτου του. Δεν μιλούσε αλλά το έκλεισε σφιχτά κι όταν πέθανε με πολύ κόπο του άνοιξαν τα δάχτυλα για να του το πάρουν πάλι.

 

Παρακάτω υπήρχε ο σύνδεσμος του ταξιδιωτικού γραφείου και οι προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το ταξίδι. Μας παρείχαν διαμονή στα ενοικιαζόμενα, λουξ, παραδοσιακά διαμερίσματα ¨Λέντας¨, που ήταν χτισμένα στην περιοχή Λέντας, στο νότιο Ηράκλειο. Ήταν το βραβείο. Τελευταία όλοι μοιράζανε ταξίδια, τα κουπόνια των εφημερίδων, οι πόντοι από τις αγορές ρούχων, από τα supermarket, από τα πρατήρια καυσίμων και τώρα ακόμη και τα διηγήματα. Λες και ήθελαν με το ζόρι να μας στείλουν όλους διακοπές. Δε βαριέσαι, σκέφτηκα. Ίσως  αυτό το ταξίδι λοιπόν να ήταν μια λύση τελικά στη βαλτωμένη σχέση μας.

 

Ακούστηκε να γυρνάει το κλειδί. Άνοιξε η πόρτα. Δύο μαύρες γόβες ρίχτηκαν μέσα αλλοπρόσαλλα κι ακολούθησαν αργά οι κουρασμένες, αλλά πάντα θεσπέσιες γάμπες της Λένας.

Βρήκαμε ένα επταήμερο μέσα Ιουνίου, η αλήθεια είναι ότι όλες οι δημοφιλείς ημερομηνίες ήταν καπαρωμένες από το ταξιδιωτικό και στριμωχτήκαμε σε ένα καράβι απ’ τον Πειραιά για Ηράκλειο. Μόλις ξανοιχτήκαμε λίγο η Λένα κοιμήθηκε στις τρεις θέσεις που προσπαθούσαν να συγκρατήσουν το κορμί της, ενώ εγώ στην τέταρτη θέση, σαν πιστός σκύλος είχα πάρει αγκαλιά τα πόδια της. Έτσι ήταν πάντα, τον ύπνο και την αυτοπεποίθηση η Λένα τα είχε στο τσεπάκι της. Δίπλα μου κι απέναντι στο σαλόνι του πλοίου μια ομάδα ηλικιωμένων κυριών περιέγραφαν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες πώς έκαναν εκκαθάριση το ψυγείο πριν φύγουν, πόσες κιλότες και ρομπάκια πήραν μαζί τους. Μου συμπεριφέρονταν σαν να ήμουν αόρατος, κάτι που μου συμβαίνει συχνά, κι αυτό είναι κάτι που με χαλαρώνει ιδιαίτερα, όταν ξαφνικά η διπλανή μου, λες και από ώρα είχαμε πιάσει μαζί την κουβέντα, γύρισε τόσο φυσικά και με ρώτησε «Κι εσείς, με τα κουπόνια της εφημερίδος;»

«Ναι, κι εγώ με τα κουπόνια», το παραδέχτηκα αμήχανα, κοκκινίζοντας σαν ένοχος.

Η ηλικιωμένη στράφηκε στη φίλη της. «Δεν σου έλεγα; Όλος ο κόσμος μ’ αυτά τα κουπόνια πάει».

Και ξαναέγινα αόρατος.

 

 

Ο Λέντας, που το όνομά του κανονικά ήταν Κοτσυφάκης, αλλά αμέσως του κολλήσαμε το όνομα των διαμερισμάτων και της περιοχής μια και ήταν άρρηκτα δεμένος μαζί τους, ήταν ένας ξερακιανός Κρητικός που μας υποδέχτηκε εγκάρδια. «Ο συγγραφέας», έλεγε για μένα σε μια σκιά που τριγυρνούσε δίπλα του, η γυναίκα του, που καθάριζε και τα δωμάτια.

Ο Λέντας λοιπόν είχε χτίσει τα πέτρινα, λευκά σπιτάκια του απ’ την πλευρά του Λιβυκού. Σ’ αυτό το γκρι, βραχώδες τοπίο που πύρωνε, το καθένα ήταν ένα μικρό καταφύγιο, αποκομμένο από τα υπόλοιπα και τον έξω κόσμο. Ο Λέντας ή ο Θεός ή κάποιος αρχιτέκτονας τελοσπάντων τα είχε καρφώσει στην πλαγιά, συνδέονταν μεταξύ τους και κατέληγαν στην έρημη παραλία με δαιδαλώδη σκαλάκια. Έκανα τρεις φορές τη διαδρομή, κάτω από τον ήλιο του Λιβυκού, με τον ιδρώτα να στάζει κουβαλώντας τις βαλίτσες μας. Ως συνήθως η Λένα δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ποια συνολάκια θα φορούσε πρωί- μεσημέρι- βράδυ με αποτέλεσμα να πακετάρει όλη της την ντουλάπα, την οποία ως γνήσιο αρσενικό κουβαλούσα εγώ. Απ’ την άλλη εγώ δεν μπορούσα ν’ αποφασίσω ποια βιβλία θα ήθελα να διαβάζω ανάλογα με τη διάθεση που θα είχα πρωί- μεσημέρι- βράδυ, με αποτέλεσμα να δημιουργήσω ένα ασήκωτο φορτίο βιβλίων για τους ώμους και τη συνείδησή μου. Με κάποιον τρόπο σ’ αυτό ταιριάζαμε με τη Λένα, ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους καταλήγαμε στο ίδιο σημείο. Ότι δηλαδή όταν φεύγαμε εκδρομή λες και είχαμε το φόβο ότι δεν θα επιστρέφαμε ξανά πίσω κι έτσι αναγκαζόμασταν να σέρνουμε μαζί μας οτιδήποτε ο καθένας θεωρούσε σημαντικό. Το δύσκολο ήταν απλώς ότι τα φορτωνόμουν όλα εγώ.

Στην κρεβατοκάμαρα υπήρχαν δυο χτιστές καμάρες, που τη χώριζαν απ’ το σαλονάκι, με παράθυρο την ατελείωτη θάλασσα κι εμείς στο περιθώριο να τριγυρνάμε γύρω από το κάδρο σαν τις κατσαρίδες. Κρεβάτι με οροφή και τούλια. Αισθάνθηκα γελοίος.

Ο Λέντας ήταν επίσης ψαράς. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγε όταν περνούσε κάθε πρωί απ’ τα σπίτια και μας έδειχνε με καμάρι τι έπιασε. Εκτός αν είχε ολόκληρο επιτελείο τελικά στη δούλεψή του για να μας ευχαριστήσει, αν όλη η γύρω περιοχή ήταν φτιαχτή για τους τουρίστες και στην πραγματικότητα ήταν όλοι υπάλληλοί του. Τα ψάρια τα πουλούσε δηλαδή, δεν τα χάριζε. Και η αλήθεια είναι ότι φάγαμε πολύ φρέσκο ψάρι. Ψάρι, θέα, ησυχία, ήλιο και σεξ, όλα με το κουτάλι.

 

Μετά τις πέντε μέρες αρχίσαμε να αγριεύουμε απ’ τη γαλήνη του τόπου. Αρχίσαμε να λέμε μήπως τα ψάρια που μας τάιζε ήταν ποτισμένα με τίποτα ψυχοτρόπες ουσίες. Στην παραλία σπάνια συναντούσαμε άλλους από τα σπίτια, ενώ το ξέραμε πως είχε πληρότητα. Η  Λένα επέμενε να κάνουμε γυμνοί, «αφού δεν υπάρχει ψυχή», γκρίνιαζε.  Κι όμως, εγώ φανταζόμουν τον Λέντα να κάθεται κάπου ψηλά με τα κιάλια και να μας παρακολουθεί. Βγάζαμε τα μαγιό κρυφά μέσα στη θάλασσα. Τα μεσημέρια που πηδιόμασταν στο δωμάτιο προσπαθώντας να ξεβαλτώσουμε τη σχέση μας- και η Λένα μπορώ να πω το προσπάθησε πολύ, αφού μου επέτρεψε να την πάρω από πίσω, κάτι που γινόταν με το σταγονόμετρο και σε ειδικές μόνο περιπτώσεις- σκοτώνοντας τον ελεύθερο χρόνο και κάνοντας διάλειμμα εγώ απ’ τον χαμένο χρόνο του Προυστ και η Λένα ποιος ξέρει από τι, είχα μια παράξενη αίσθηση. Κι όταν μετά καθόμασταν στο μπαλκόνι και περνούσε ο Λέντας να επιθεωρήσει αν περνούσαμε καλά και πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν, ο τρόπος που με κοιτούσε, ήταν σαν να ήξερε τι παίχτηκε το μεσημέρι στο κρεβάτι μας. Ένα πρωί κατέβηκε η Λένα μόνη για βουτιά κι έκανα το δωμάτιο φύλλο και φτερό. Έψαξα πάνω στο πολύφωτο, στα προβολάκια του καθρέφτη, σκαρφάλωσα στα κουρτινόξυλα, ψηλάφισα τα κάδρα με τα ανάκτορα της Κνωσού, το κεφαλάρι του κρεβατιού, κατέβασα τα τούλια. Τίποτα. Όλα καθαρά, ούτε κάμερες, ούτε μικρόφωνα, ούτε τίποτα. Κάτι τέτοια δεν μπορούσα να τα πω στη Λένα. Έτρωγε φρίκες και με περνούσε για παρανοϊκό.

Το έκτο βράδυ είπαμε για βόλτα να πάμε στο διπλανό χωριό, για αλλαγή. Πρώτη φορά ¨ντυθήκαμε¨ και νιώσαμε άβολα μετά από τόσες μέρες με τα μαγιό και τα φανελάκια. Πριν βγούμε απ’ το σπιτάκι κοντοστάθηκα.

«Να το πούμε στον Λέντα όμως…»

«Γιατί, τι τον κόφτει αυτόν;» ρώτησε επιθετικά η Λένα.

«Ε πώς, να του το πούμε…»

«Τρέχαπέστο!» είπε η Λένα και γύρισε δυνατά το πόμολο της πόρτας.

Ο Λέντας ήταν απέναντι, καθισμένος στο τοιχάκι. Χαμογέλασε και σήκωσε το χέρι ψηλά να μας χαιρετήσει. Πλησίασα.

«Φαγώθηκε να δει το διπλανό χωριό. Βρε σαν εδώ που είμαστε έχει καλύτερο; Της το λέω, αλλά δεν ακούει, γυναίκες…»

 

 

Το διπλανό χωριό, που τουλάχιστον υπήρχε, γιατί το δικό μας δεν το είδαμε ποτέ, μες το κατακαλόκαιρο ήταν στολισμένο σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο. Με τα χρωματιστά του λαμπιόνια στα δέντρα και στα παραθαλάσσια ταβερνάκια, είχε μετατραπεί σε ένα υπαίθριο πάλκο, κι εμείς, εγώ και η Λένα ήμασταν θαρρείς τα μεγάλα ονόματα της βραδιάς, αυτοί που βγαίνουν στο τέλος. Ως τότε σουλατσάραμε πάνω κάτω στη σκάλα του λιμανιού με βήματα βαριά και με τη σκέψη πως ίσως και να μην έφταιγε ο Λέντας.

Στην αρχή της προβλήτας ένα σταματημένο κόκκινο ντάτσουν γεμάτο καρπούζια. Η πόρτα της καρότσας ήταν ανοιχτή και στην άκρη καθόταν η γύφτισσα. Μεσήλικη και ταλαιπωρημένη. Μαυριδερή με τα μαλλιά της πιασμένα, με κείνα τα χρωματιστά, άπλυτα ρούχα που περπατάς κι ακούγονται  καμπανάκια.

«Είναι γλυκά», μου πρότεινε και μια σειρά από χρυσά δόντια πρόβαλλαν μπροστά μου.

Καρπούζι, σκέφτηκα. Το είχα λαχταρίσει. Ζουμερό και δροσερό.

«Να πάρουμε;» σκούντησα τη Λένα.

«Ποιος θα το φάει καημένε; Δυο άτομα είμαστε».

«Έχεις δίκιο» της είπα, «δεν αξίζει, ποιος θα το φάει…»

Γυρίσαμε κουρασμένοι και η Λένα έπεσε αμέσως για ύπνο. Τα σπιτάκια άναβαν στην πλαγιά σαν φαναράκια που ετοιμάζονται να αφεθούν στον ουρανό. Πήρα να κατεβαίνω τα σκαλιά, να βγω στην παραλία. Ήταν γύρω στα μεσάνυχτα κι αισθανόμουν πάνω μου το ζεστό κύμα του Λιβυκού. Πρώτη φορά είχα κατέβει τόσο νότια στην Ελλάδα, φανταζόμουν απ’ την απέναντι πλευρά πυραμίδες και καμήλες, κελεμπίες να φουσκώνουν απ’ τον καυτό αέρα του Λιβυκού. Μέσα απ’ τη θάλασσα ακούστηκαν παφλασμοί και γέλια. Μια ανθρώπινη μπάλα, χέρια και πόδια μπλεγμένα μέσα στο σκοτεινό νερό, αναδύονταν και βυθίζονταν. Όλες μου οι αισθήσεις επικεντρωθήκαν εκεί, έγιναν όραση, να δω, να δω πιο καθαρά, να τα δω όλα.

Κρύφτηκα πίσω από τ’ αρμυρίκια. Το απαγορευμένο με είχε εξιτάρει, είχα ερεθιστεί και δεν έβλεπα τίποτα στην ουσία, όμως ήταν ένα ερωτευμένο ζευγάρι που χαϊδολογιόταν τα μεσάνυχτα στο σκοτεινό πέλαγος του Λιβυκού. Όταν η γυναίκα βγήκε από το νερό, κράτησα την αναπνοή μου.  Τα μαλλιά της ήταν πολύ μακριά και κολλούσαν πάνω της. Στη στιγμή ενεργοποιήθηκε απροσδόκητα ο αυτόματος φωτισμός της παραλίας. Κοίταξα ψηλά στα φώτα. Μα ήταν δυνατόν; Το χέρι της μάνας μου διακτινίσηκε από τον διακόπτη του παιδικού δωματίου μου στην παραλία της νότιας Κρήτης. Τώρα τα έβλεπα όλα καθαρά. Χαλάστηκα. Η γυναίκα δεν ήταν οπτασία. Ήταν χοντρή και πλαδαρή, τα στήθη της έπεφταν βαριά με τις ρώγες σε πλήρη στύση. Κρατούσε τον άντρα από το χέρι που ακολουθούσε πίσω της, ήταν κι αυτός χοντρός, αλλά γεροδεμένος, γεμάτος τρίχες, σαν παλαιστής. Κάτι του είπε σε γλώσσα που δεν κατάλαβα, του χαμογέλασε και κάτι γνώριμο άστραψε. Αυτή ήταν. Ήταν η γύφτισσα και το χέρι μου που είχε ξεκουμπώσει το παντελόνι, από ώρα είχε πάρει το δικό του δρόμο, κι ανεβοκατέβαινε πιο γρήγορα. Η γυναίκα πήρε την πετσέτα που ήταν αφημένη στην αμμουδιά, την άνοιξε διάπλατα και τύλιξε μέσα τον άντρα σαν μωρό που βαφτίστηκε. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι με την πετσέτα ανάμεσά τους λίγη ώρα. Φόρεσαν αργά τα ρούχα τους και ξεμάκρυναν πιασμένοι χέρι- χέρι. Η παλάμη μου κολλούσε, την έτριψα στην άμμο. Σίγουρα θα πήγαιναν προς το ντάτσουν, θα το είχαν παρατήσει πιο πέρα. Αυτά σκαρφαλώνουν και στις αμμουδιές.

Απαλλάχτηκα από το παντελόνι, έκλεισα τα μάτια και χάθηκα στο νερό. Όταν τα άνοιξα, μα το Θεό, καρπούζια ήταν ολόγυρά μου και επέπλεαν. Καρπούζια πέρα ως πέρα σε όλο το Λιβυκό και μέσα στη νύχτα έμοιαζαν περισσότερο με αβύθιστα καβούκια από χελώνες ψόφιες που ξέρασε το πέλαγος.

 

 /ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ/

Κάλι Κεχαγιά:  Γεννήθηκα και ζω στη Θεσσαλονίκη, παρακολούθησα και παρακολουθώ σεμινάρια δημιουργικής γραφής απ’ τα οποία έχουν προκύψει δύο συλλογικά βιβλία, το «Υπάρχει…», βρίσκεται σε ηλεκτρονική μορφή στο ISSUU,  και «Ιστορίες του Άλλοτε», από τις εκδόσεις  iWrite. Διήγημά μου έχει συμπεριληφθεί στο συλλογικό βιβλίο ¨Απόσκευές¨ του 8ου διεθνή διαγωνισμού του eyelands.  Από τα πρώτα μαθήματα δημιουργικής γραφής  μου αποκαλύφθηκε ένας κόσμος και προσπαθώ να φτιάχνω ιστορίες και ν’ αναζητώ το γιατί πίσω απ’ τα πρόσωπα. Πριν χρόνια σπούδασα Πολιτικών Έργων Υποδομής, πρώτον γιατί μου άρεσε έτσι που ακούγεται και δεύτερον για να μάθω να συνδέω ανθρώπους και πόλεις με σήραγγες, γέφυρες και δρόμους.Το ξέρετε κι εσείς όμως, οι πιο γερές γέφυρες στην ανθρωπότητα χτίζονται με τα βιβλία.