Το νυχτερινό λεωφορείο με επιβάτη τον κύριο Πηρς, του Ιωσήφ Χατζηιωακειμίδη

Το Εyelands ολοκληρώνει τη μικρή λογοεχνική όαση του Αυγούστου με τη δημοσίευση του διηγήματος που πήρε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό του 2019

ΑΦΙΣΑ

Εyelands 9 – Ελληνικό τμήμα

ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ
Ιωσήφ Χατζηιωακειμίδης
Το νυχτερινό λεωφορείο με επιβάτη τον κύριο Πηρς

Σχεδόν μεσάνυχτα∙ το μεγάλο ρολόι της πλατείας χτύπησε ήδη έντεκα φορές. Η πλατεία είναι ένα από τα αξιοθέατα της πόλης. Μια ακόμη μέρα τελειώνει με γρήγορες ματιές και σκέψεις. Ένας τελευταίος έλεγχος στη ζωή, στα πράγματα. Πώς ψάχνεται ένας στις τσέπες να δει∙ να βρει τα κλειδιά ή τα τσιγάρα του. Ο συγγραφέας σκέφτεται και δοκιμάζει. Ο κύριος Πηρς πήρε ένα από τα τελευταία λεωφορεία της γραμμής. Έτσι κάνει τα βράδια με πολλή δουλειά. Το νυχτερινό λεωφορείο του κ. Πηρς. Το λογιστικό γραφείο, όπου εργάζεται, είναι ένα μεγάλο γραφείο με πολλούς και αξιόλογους πελάτες. Τη MORISON L.T.D, τον Όμιλο εταιρειών MARIN, αλλά και πλήθος ανώνυμων χρηστών των λογιστικών υπηρεσιών που προσφέρει. Ο κ. Πηρς πηγαίνει κάθε μέρα στις 9.30 το πρωί. Διευθετεί τα ραντεβού με τους πελάτες που τού έχει χρεωμένους η εταιρία. Ο κάθε υπάλληλος έχει τη λίστα του. Τα ραντεβού γίνονται συνήθως τις απογευματινές ώρες, μετά το μεσημεριανό διάλειμμα των 14:00 με 16:00. Ο κ. Πηρς στη 1:55 ακριβώς κλείνει τα πρωινά του κατάστιχα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ισολογισμοί σημαντικών εταιριών. Αξιόλογοι πελάτες που ψάχνουν ευκαιριακές σημαίες υπηρεσιών. Αυτοί, βέβαια, εκτοξεύουν έναν υπάλληλο στην ιεραρχία της εργασίας, αλλά μπορούν και να τον ταλαιπωρήσουν στην εταιρική ανέλιξη, αν κάτι δεν πάει καλά. Συχνά συμβαίνει αυτό. Το λογιστικό γραφείο είναι σαν το παιχνίδι φιδάκι, με σκάλες που σε προωθούν και φίδια που σε επιστρέφουν πίσω. Και αυτή είναι η φιλοσοφία του Πηρς για τη φύση της εργασία του.

Κάποια βράδια, σαν κι αυτό, κατάκοπος, περασμένες 23:00, επιστρέφει στο σπίτι ολομόναχος και στεγνός. Αυτό είναι το καθιερωμένο πρωτόκολλο. Στέκεται υποδειγματικά στη στάση και παρατηρεί το λεωφορείο που θα πιάσει. Να το,  έρχεται, κόβει μαλακά ταχύτητα. Ο οδηγός σταματάει μπροστά του και συνήθως τον χαιρετάει, εκτός αν είναι κάποιος καινούργιος, οπότε μένει να περάσει λίγος χρόνος. Να γίνει η γνωριμία. Να πλησιάσουν οι άνθρωποι. Να πούνε γεια. Η άνοδος στο λεωφορείο αποτελεί και το πρώτο βήμα αποκοπής  από τον εργασιακό χώρο. Αν σταματούσα εδώ, ο κύριος Πηρς θα ένιωθε ελεύθερος από τους αριθμούς και τα βιβλία, θα έκλεινε τα μάτια, μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Όμως, η επιστροφή του συνεχίζεται με τα μάτια σε λειτουργία. Αυτή η ολιγάνθρωπη ώρα του επιτρέπει να κάθεται στην ίδια θέση. Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης.  Κοιτάζει στον δρόμο. Το καπέλο βγαίνει από το κεφάλι του. Είναι ένα κοινό καπέλο. Το χρώμα μπορεί να είναι καφέ ή μαύρο, ίσως πλατύγυρο, δεν έχει σημασία. Το αγοράζει κάποιος και με κλειστά μάτια. Άλλωστε, το εκτιμά πολύ και του αρέσει αυτή η κοινοτυπία του σχήματος του και η τέλεια εφαρμογή στο κεφάλι. Ακατανόητη θεωρεί τη διάχυση της μορφής, σαντα γκροτέσκο σώματα στις ζωγραφιές του Μποτέρο. Το βγάλσιμο του καπέλου σηματοδοτεί και την πρώτη ανάπαυλα του πολεμιστή. Έλα, βγάλε το κράνος, καλέ μου στρατιώτη. Παρατηρεί προσεκτικά έξω στο δρόμο, όχι τόσο μέσα στο λεωφορείο που είναι σχεδόν άδειο. Ίσως πιστεύει ότι έξω είναι η πραγματικότητα. Μάλλον είναι σίγουρος. Έχει ισχυρές πεποιθήσεις. Σε λίγο βγάζει την καμπαρντίνα του, είναι βροχερό το μέρος. Χρειάζεται η καμπαρντίνα. Το να παρακολουθεί τον καιρό το θεωρεί ανώφελο πλέον, γιατί η βροχή βρίσκει τον τρόπο και επιβάλλεται στον ήλιο και στον αστεράτο ουρανό. Η ομπρέλα του, η μαύρη ομπρέλα είναι κρεμασμένη στην πλάτη του μπροστινού καθίσματος και συχνά πυκνά διορθώνει τη θέση της, βήχοντας αμήχανα. Είναι ένας διάλογος του ανθρώπου Πηρς με τα πράγματά του, τα αντικείμενα, την ομπρέλα του. Λίγο-λίγο ξεκουμπώνει το σακάκι του. Αυτό έχει όλα του τα κουμπιά κουμπωμένα. Λάμπουν ασημιά στο σκούρο ύφασμα. Μόλις ξεκουμπώσει το πρώτο κουμπί το λεωφορείο σταματά στην πρώτη στάση, Παλαιό Τέρμα. Η περιοχή έχει αναβαθμιστεί, καινούργιες αστικές κατοικίες. Πολυτελείς μεζονέτες καλύπτουν την παλιά αλάνα. Γνωρίζει τους ενοίκους εκεί σχεδόν όλους. Ξέρει ποιος κοιμάται, ποιος βλέπει τηλεόραση, τις συνήθειες τους, λίγο πριν από τις δώδεκα. Πριν το ρολόι της πλατείας περάσει στις μικρές ώρες. ¨Έχει όμως επιλέξει κάποιους, σαν σκάουτερ που επιλέγει παίκτες του μπέιζμπολ ή του ράγκμπι για την ομάδα του. Το βλέμμα πέφτει πάντα στον κύριο Φ. Έτσι τον έχει ονομάσει, κ. Φ. -Να πω ότι το Φ. προκύπτει από το φιλόζωος. Ο κ.Φ. είναι φιλόζωος. Έχει κυρίως σκύλους και παπαγάλους. Τονίζει ιδιαίτερα το γράμμα Φ. Φαίνεται ότι αυξάνει το βαθμό φιλοζωίας.-Φφφ. Τα σκυλόσπιτα είναι στη σειρά σαν ηλεκτρικά πατίνια στο μητροπολιτικό πάρκο, το ένα δίπλα στο άλλο. Μέσα στο σπίτι υπάρχουν δεκάδες παπαγάλοι, πολύχρωμοι. Ο φωτισμός στον δρόμο επιτρέπει να παρατηρεί επαρκώς τον κύριο Φ. και τις κινήσεις του. Από το πρώτο νυχτερινό δρομολόγιο ήξερε με ποιους θα πάει. Ήταν σίγουρος για τον Φ. αλλά και τους άλλους. Άλλωστε, έχει ρυθμίσει την παρατήρηση με τέτοιο τρόπο που του επιτρέπει να επεξεργάζεται περιοδικά τους στόχους ενδιαφέροντος. Τα μεγάλα παράθυρα των σπιτιών λειτουργούν σαν κινηματογραφική οθόνη, ενώ τα έντονα φώτα στο σπίτι βοηθούν στο να βλέπει λεπτομέρειες. Σημαντικές λεπτομέρειες. Για παράδειγμα μπορεί να διακρίνει την εικόνα ενός πειρατή με έναν παπαγάλο στον ώμο ζωγραφισμένο σε ένα κουτί. Είναι τροφή για παπαγάλους. Μπορεί να την αναγνωρίσει. Ο κύριος Φ. ταΐζει με αυτήν την τροφή τους παπαγάλους του. Τους βλέπει κάποια στιγμή να μαζεύονται πάνω και γύρω από το χέρι του. Μπορεί σχεδόν να διαβάσει τα χείλη του κυρίου Φ. Και να υποθέσει ότι οι παπαγάλοι του μιλούν. Διάλογος με τα πάνω του και τα κάτω του. Τρυφερός και με εντάσεις. Ο διάθεσή του Φ. πάει κι έρχεται σαν μπάλα στο φλίπερ. -Γιατί όμως να έχει ενδιαφέρον ο κύριος Πηρς; Ένας τόσο κοινός τύπος φαινομενικά. Ας τον δούμε. Ίσως κάνει την έκπληξη.-νιώθω ότι μπορεί να μου δώσει τις λύσεις κάπως. Στη συνέχεια εστιάζει δίπλα. Στο ζευγάρι με το αγγελικό πρόσωπο. Τα φώτα είναι χαμηλωμένα στο σπίτι τους, λίγο κίτρινα και λίγο γαλάζια. Είναι ψηλά, σαν να πετούν. Συνήθως χάνονται ο ένας δίπλα στον άλλο, σε έναν καναπέ, και κοιτούν έξω ή άλλες φορές τους βλέπει στο μπαράκι τους, στο βάθος, να κάθονται σε υπερυψωμένα σκαμπό. Οι κινήσεις τους είναι αρμονικές και γλυκές. Αυτός παίζει πολλές φορές πιάνο και αυτή τραγουδά, κρατώντας με το ένα χέρι το στήθος μη τυχόν και φύγει και πετάξει μακριά μαζί με την καρδιά της. Φαντάζεται ο κ. Πηρς τη μουσική να παίζει και τη γυναικεία φωνή να διασχίζει τα μόρια του αέρα και να κυριαρχεί στον χώρο, ενώ οι ώμοι του άνδρα με τις επιδέξιες κινήσεις τους προσπαθούν να αποφύγουν τα μουσικές αφίξεις, για να μη διασαλευτεί ο ρυθμός. Τα μαλλιά τους είναι ξανθά και μακριά, φορούν πάντα λευκά. Είναι οι άγγελοι του, οι καλοί του άγγελοι. Φαντάζεται ότι αυτή είναι και κάτι παραπάνω, είναι τραγουδίστρια στην μητροπολιτική όπερα και αυτός διαπρεπής μαέστρος. Γνωρίστηκαν στις πρόβες του Κουρέα της Σεβίλλης. Αυτός την έσωσε σε αρκετά φωνητικά χασίματα, πνιγμούς, και αυτό ήταν. Έγινε ο δικός της φύλακας άγγελος. Ο κύριος Πηρς έχει τους αγγέλους του-αυτό είναι σημαντικό, είναι κάτι για τον Πηρς. Το τυχερό ζευγάρι στο γειτονικό διαμέρισμα κέρδισε το σπίτι σε κάποιο διαγωνισμό. Τράβηξαν την τυχερή εντολή. Ο κ. Πηρς προσπερνά γρήγορα τους μοιραίους γείτονες. Ο κύριος Πηρς χάνει τον κόσμο του  μέχρι την επόμενη στάση. Έχει ήδη ξεκουμπώσει τα κουμπιά από το σακάκι του. Η γραβάτα του χαλαρώνει μέσα στα επιδέξια δάκτυλα του. Τόσο μαλακά και λεπτά. Η επόμενη στάση σε κεντρικό σημείο βρίσκεται απέναντι από κάδους και κώδωνες. Όλα τα σκουπίδια είναι εδώ. Σούπερ Μάρκετ περιττών αντικειμένων. Τι να δει ο κ. Πηρς; Αρχίζει και χαμογελά. Μια ομάδα από ρακοσυλλέκτες πλησιάζει τους κάδους με απειλητικές διαθέσεις. Είναι μάλλον κάθε βράδυ οι ίδιοι. Αυτοί απαλλάσσουν τους κάδους από το βάρος του αστικού πολιτισμού, ιδιαίτερα σε μεσοαστικές συνοικίες. Εκεί βαραίνει ο πολιτισμός αυτός.  Ο κύριος Πηρς χαμογέλασε. Μήπως νιώθει ασφάλεια και έπαρση για τη θέση που βρίσκεται;  Όχι ο Κ. Πηρς είναι ηθικός, πρέπει να είναι ηθικός, να αρέσει. Αν υπήρχε ένας κατάλογος ρακοσυλλεκτών. Βέβαια, ένας λογιστής σκέφτεται καταλογικά. Να, μια οικογένεια, ο πατέρας οδηγά το τρίκυκλο, η μητέρα  δίπλα εντοπίζει το στόχο και τα παιδιά βουτούν μέσα στον κάδο και εκτοξεύουν από μέσα ρούχα, παιχνίδια, μπανανόφλουδες και απολειφάδια  του αστικού πολιτισμού. Ο κύριος Πηρς γελά ελαφρώς.-Όχι δεν είναι ανάλγητος ο Κύριος Πηρς. Οργίζεται ο κ. Πηρς, βράζει μέσα του. Δεν μπορεί να το κάνουν αυτό. Είναι όμως από την άλλη μια ομάδα, μια οικογενειακή επιχείρηση. Ο κ. Πηρς χαμογελά και πάλι, βλέπει μια άλλη ομάδα με αυτοσχέδια καροτσάκια που τα φορούν μακρόστενα και μεγάλα κουτιά κλιματιστικών. Αναγνωρίζει τις μάρκες. Οι ιδιοκτήτες κρατούν στο ένα χέρι τρίαινες ή ακόντια ιδιοφυώς φτιαγμένα με γάντζο, στο άλλο χέρι κρατούν φακούς αναμμένους. Τα φώτα του πολιτισμού, Τα Φώτα Της Πόλης. Καμακώνουν και πετούν με εκπληκτική ταχύτητα τα ρούχα, και διάφορα άλλα πράγματα στο κουτί. Μέτα θα δουν τι έχουν. Ο ανταγωνισμός τους ωθεί σε αρπαχτές, σαν βουτηχτές σε αλμυρά νερά.  Ανταγωνίζονται, μονομάχοι στην αρένα, και μεταξύ τους και με άλλες απειλητικές ομάδες. Ο κ. Πηρς έχει ηθικό κοινωνικό πρόσημο και συνείδηση. Βλέπει μέσα στα πράγματα. Μα, αυτοί επιτελούν κοινωνικό έργο, ζουν στις παρυφές με αξιοπρέπεια. –Θα μπορούσε και να δακρύσει, το δάκρυ θα κυλούσε απαλά και θα έπεφτε μπροστά του, στο δάπεδο του λεωφορείου. Ο κ. Πηρς, καβάλα  στο μεσονύχτιο λεωφορείο, απομακρύνεται. Θα μπορούσε να φτάσει σπίτι στην επόμενη στάση ή μήπως όχι; Η επόμενη στάση τον καταπλήσσει πάντα. Όταν πηγαίνει το πρωί στη δουλειά οι ήχοι και οι μυρωδιές των συνεργείων κυριαρχούν. Μία λέξη του έρχεται, «μάστορας», και μία άλλη, «συνεργείο». Αποτελεί μια εμπορική γειτονιά που συνορεύει σχεδόν με τη συνοικία του, αν δεν διαμεσολαβούσε το δάσος. Το βράδυ το νέον κατακλύζει το δρόμο και όμορφα κορίτσια προσφέρουν τμήματα του σώματος του σε επαπειλούμενους πελάτες. Ο κ. Πηρς φτιάχνει διαλόγους με τους πελάτες και τα κορίτσια, ενώ στέκεται σοβαρός, ανέκφραστος.

-Πόσο πάνε τα χείλια, μωρό μου;

– 10 φίλε, 10 για σένα.

-πόσο πάνε τα…;

-10!

(…)

Οι αριθμοί ταιριάζουν με το επάγγελμά του. Σε πόση απόσταση στέκεται ο κύριος Πηρς από τις συναλλαγές αυτές; Πώς βλέπει τα πράγματα; Τα πόδια του χτυπούν νευρικά στο δάπεδο του λεωφορείου. Τα χέρια του σφίγγουν την κουπαστή. Οι κόρες των ματιών του διαστέλλονται. Είναι έτοιμος να σηκωθεί, να γίνει βίαιος. Η πόρτα κλείνει. Το λεωφορείο τρέχει στον προορισμό του. Τώρα περνά το δάσος. Πάντα το δάσος τον τρομάζει, όχι το πρωί τόσο, όσο το βράδυ. «Το δάσος που διασχίζω», έτσι το λέει. Η φαντασία κατακλύζει τη σκέψη του. Η πόλη ξεχνιέται. Μάγισσες σχίζουν τους διαδρόμους ανάμεσα στα δέντρα και το τρελό λαμπάκι τις ακολουθεί. Πομπή ξέφρενη. Νιώθει την αναπνοή τους και ακουμπά τα μέλη τους. Οι γριές των απωθούν, οι νέες και όμορφες μπορεί να τον παγιδέψουν. Τα δέντρα γέρνουν προς το λεωφορείο και ο κ. Πηρς αγωνιά. Βλέπει τα μάτια από τις κουκουβάγιες να περιστρέφοντες λαμπερά. –κατάλαβες ότι ο κ. Πηρς φοβάται το δάσος. Μετρά μέσα του. Κλείνει τα μάτια του. Τα ρούχα του πια είναι λυτά. Μόλις ανοίγει τα μάτια βρίσκεται και πάλι στην πόλη. Δεν τη φοβάται αυτήν. Είναι καθάριος πια, σαν ταξιδευτής που εξάντλησε το ταξίδι του και πέταξε στον άνεμο το εισιτήριο του. Μπορεί να πει την ιστορία του. Το λεωφορείο σταματά στην πλατεία. Ρίχνει μια τελευταία ματιά πίσω του, είναι άδειο. Ο οδηγός ανασηκώνει το καπέλο. Του λέει καληνύχτα.

-καληνύχτα

Κοιτάζει γύρω του. –δεν ξέρει πού να πάει; Το μεγάλο ρολόι της πλατείας φωτίζει τον τόπο. Τα σχήματα και τα χρώματα στο πλακόστρωτο είναι ακανόνιστα, επιμελώς ακανόνιστα, υπακούουν σε κάποιο ρυθμό. Αυτό γυαλίζει από το νερό της βροχής που το σκεπάζει και αποκτά μια ελαφρά χλομάδα. Τι αναζητά; Σταματά για λίγο, βρίσκεται ακριβώς στη μέση της πλατείας, κάτι ψάχνει. Προχωρά στο κέντρο ακριβώς, σαν επιδέξιος γεωμέτρης. Στο σιντριβάνι. Στο παλιό σιντριβάνι. Είναι ένα ροκοκό σιντριβάνι, ένα χαρούμενο σιντριβάνι με ξωτικά και νεράιδες. Εκεί κουμπώνει το παντελόνι του. Δένει προσεκτικά τη ζώνη του. Τα κουμπιά του πουκαμίσου του εφαρμόζουν μεθοδικά στις θέσεις τους. Δεν υπάρχει ούτε μια αστοχία. -Πόσο τακτικός είσαι, καλέ μου κ. Πηρς! Πόσο καλός στρατιώτης του ονείρου! Το σακάκι κουμπώνει και τα γυαλιστερά κουμπιά  μπαίνουν στις θέσεις του. Η γραβάτα σφίγγει. Ο Κ. Πηρς προχωρά. Το καπέλο εφαρμόζει στο γκριζωπό του κεφάλι. Η ομπρέλα κάθεται αναπαυτικά στο μπράτσο του. Όχι, δεν θα την ανοίξει, βρέχει μόνο λίγο, ανεπαίσθητα. Το ρολόι δείχνει να τείνει στις XII. Οι μικρές ώρες είναι στο παρασκήνιο του χρόνου για λίγο ακόμη. Προχωρά, κάτω από το Φανό της πλατείας ανοίγει την εφημερίδα του. Φαίνεται να κοιτάζει στο μέρος μου, τον διακρίνω, σχεδόν βλέπω με ακρίβεια όλα του τα χαρακτηριστικά. Σε έχω κ. Πηρς. Βέβαια, θα μπορούσε να πει και αυτός το ίδιο για μένα.

-Σ’ έχω.

Τα μάτια του είναι καστανά, όχι είναι καστανοπράσινα. Τι σύμπτωση σαν τα δικά μου. Διάβολε. Το στέρνο του είναι ανοιχτό, πλατύ, κάποτε γυμναζόταν. Περπατά κάπως. Ναι, ναι σίγουρα έχει πλατυποδία. Το ξέρω αυτό. Ανοίγει την εφημερίδα και διαβάζει. Ο κ. Πηρς επέστρεψε πιο αργά σήμερα από την εργασία του. Κάποιες φορές συμβαίνει αυτό και ο κ. Πηρς φτάνει  μεσάνυχτα στον προορισμό του με το νυχτερινό λεωφορείο. Ο κύριος Φ. απελευθέρωσε όλους τους παπαγάλους του. Αυτοί γέμισαν τη νύχτα με χρώματα και φτερά. Φτερά πολύχρωμα παντού, κάτω από το φεγγάρι. Τα σκυλιά του κυρίου Φ. γέμισαν την πόλη άμαθα και πεινασμένα. Κινήθηκαν στους κάδους. Άνθρωποι και σκύλοι έδωσαν μια μάχη επιβίωσης στους κάδους. Μια ηρωική μάχη.  Οι άνθρωποι νίκησαν, οι κάδοι τους ανήκουν. Η πόλη αναστατώθηκε. Οι μελωδία του πιάνου και η αγγελική φωνή έφεραν την ειρήνη.  Με κοιτάζει και πλησιάζει. Νομίζω ότι σηκώνει το χέρι και ετοιμάζεται να με χαιρετήσει. Πού είναι οι καλοί σου τρόποι και η διακριτικότητα σου, καλέ μου Πηρς; Τα όμορφα κορίτσια κρατούν τα μέλη τους και τα κρατούν σφικτά. Οι πελάτες δεν μπορούν να δανειστούν τα χείλη τους, τα χέρια τους, ένα τους πόδι, κάτι από το σώμα τους.

-Πόσο πάνε τα χείλια, μωρό μου;

-Δεν πάνε, φίλε, δεν πάνε. Ποτέ δεν πήγαιναν…

Η μεγάλη φωτιά του δάσους. Καίγεται από άκρη σε άκρη. Οι κουκουβάγιες δεν κοιτούν με τα μεγάλα τους μάτια, ταξίδεψαν αλλού, οι ήχοι δεν υπάρχουν πια, σίγησαν. Οι μάγισσες και το τρελό φωτάκι πέταξαν μακριά. Ο νόμος της πόλης επικρατεί εκεί. Ανακούφιση στον κ. Πηρς. Κλείνει την εφημερίδα, την διπλώνει προσεκτικά. Με κοιτάζει. Οι δείκτες, μικρός και μεγάλος, του ρολογιού της πλατείας αγκαλιάζονται μεταξύ τους. Ο Πηρς έρχεται προς το μέρος μου. Πρέπει να τον αντιμετωπίσω, να τον δω στα μάτια. Είμαι έτοιμος να απαντήσω στις ερωτήσεις του; Θα μου ζητήσει σίγουρα εξηγήσεις Δεν ξέρω τι να του πω∙ τι να απολογηθώ. Δεν είμαι έτοιμος γι αυτόν.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

2Ιωσήφ Χατζηιωακειμίδης : Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Στην περιοχή Χαριλάου πέρασα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Σπούδασα κλασική φιλολογία  και στη συνέχεια μέσω Α.Σ.Ε.Π.  διορίστηκα στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου εργάζομαι μέχρι σήμερα ως καθηγητής Λυκείου στα Δυτικά της Πόλης, στο 2ο Γ.Ε.Λ. Σταυρούπολης. Επιπλέον, ολοκλήρωσα δύο κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών, Δημιουργική γραφή στο Π. Δ. Μακεδονίας και Παραστασιολογία στο τμήμα θεάτρου στο Α.Π.Θ.  Έχω συμμετάσχει σε συνέδρια και σεμινάρια με εισηγήσεις μου σχετικές με τα ομηρικά έπη, τον Θουκυδίδη  και το αρχαίο θέατρο, ιδιαίτερα  το σατυρικό δράμα. Τα συγγραφικά μου ενδιαφέροντα μου εστιάζονται στη συγγραφή διηγήματος, μυθιστορήματος και θεατρικού έργου