Οι ναυαγοί και «κάτι σαν ποιήματα», της Αρσινόης Τρύφωνος

Το eyelands ξεκινάει τη φθινοπωρινή του διαδρομή με τη δημοσίευση ενός μικρού διηγήματος και μερικών ποιημάτων της νεαρής συγγραφέως και ποιήτριας Αρσινόης Τρύφωνος. Να θυμάστε ότι το «νησί» είναι πάντα έτοιμο να φιλοξενήσει και τη δική σας λογοτεχνική δουλειά. Αυτό είναι άλλωστε που μας αρέσει να κάνουμε περισσότερο εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
          

Οι ναυαγοί

Δεν υπάρχει στιγμή ησυχίας στις μέρες μας. Και είναι η αλήθεια, η πιο φοβερή αυτή που αποκαλύπτει την αιτία. Πως ο λόγος είναι η εσωτερική μας ταραχή. Τι είναι πράγματι αυτό που  προκαλεί τον θάνατο της ηρεμίας στις ψυχές μας;

Ας το παραδεχτούμε. Του κόσμου την αιώνια καταιγίδα εμείς την προκαλέσαμε. Και είναι οι τρικυμίες μέσα μας αυτές που μας θαμπώνουν. Τρικυμισμένοι άνθρωποι λοιπόν, πνιγμένοι, ναυαγοί, ανεμοδέρνουμε από αίσθηση σε αίσθηση, από συναίσθημα σε συναίσθημα και από λογική σε λογική. Πλάθουμε λάσπη για να ρίχνουμε στα πληγωμένα άκρα μας και θρέφουμε την ψυχή μας με φύκια του βυθού, που αμάσητα την τυλίγουν. Απλώνουμε χέρια για να ακουμπήσουμε ακτή και ρημαγμένοι φτιάχνουμε αυτοσχέδιες κατοικίες για να ξεκουραστεί το πνεύμα μας. Και εξαντλημένοι από την έλλειψη τροφής και τις ανάγκες επιδιδόμαστε στα σχέδια μιας κατασκευής, μίας σχεδίας που θα μας πάρει μακριά από τον τόπο που μας ρήμαξε. Κι ας ήταν ένας τόπος, αυτός ο νέος εαυτός που γαντζωθήκαμε, κι ας ήταν εκείνου οι όχθες που μας κράτησαν ζωντανούς.

Κι όταν φεύγουμε, χαμένοι αναζητούμε το σπίτι που μας γέννησε. Θαλασσοδαρμένοι νοσταλγοί κοιτούμε μακριά και χαιρετούμε μήπως μας δουν. Στα μισά απογοητευόμαστε. Στα διαστήματα μας πιάνουν οι βροχές. Και αρρωσταίνουμε. Μα είναι πλέον ο μόνος μας σκοπός. Αυτό το σπίτι. Εκείνοι που κάποτε υπήρξαμε. Και η ιδέα της επιστροφής γίνεται η μόνη μας ελπίδα. Και πλάθουμε στο νου μας το μελλοντικό μας καλωσόρισμα. Πώς θα μας υποδεχθούν εκείνοι  οι οποίοι δεν ταξίδεψαν.

 Και θα πιστέψουμε πως θα τιμηθούμε ως ήρωες. Και πως αρμόζει σε εμάς να στολιστούμε με την μακαριότητα εκείνη των σοφών. Μα υπηρετήσαμε έναν σκοπό ανούσιο, όλοι εμείς που έτσι σκίσαμε την ζωή μας. Ξενιτευτήκαμε, διασκορπιστήκαμε στου κόσμου τους καιρούς και αναλωθήκαμε με σιγουριά ηρωική σε ανάξιες για μας εικόνες. Η μοίρα μας δεν ήτανε γραφτή, εμείς την σκιαγραφήσαμε. Μα τι στεφάνι να δοθεί σε εκείνους που λαθεμένα βασανίστηκαν; Τι μας ωθεί εμάς τους ήρωες, τους αποτυχημένους, να αναζητούμε έπαινο για δυστυχίες της ζωής;

Πολλοί ακόμη προσπαθούν να επιστρέψουν ή έστω να βρουν παρηγοριά σε κοντινά εδάφη, ξένα. Πελαγωμένοι κάποιοι πνίγηκαν. Αφέθηκαν να γίνει σπίτι τους υγρό η θάλασσα αυτή της αναζήτησης. Μες στην αστάθεια του χρόνου δοκιμαστήκαμε. Τα κύματα ήταν πολλά. Ορισμένοι ,μόνο, επέστρεψαν. Μα ήταν αλλιώτικος ο τόπος που συνήθιζαν να ξέρουν. Ήταν αλλιώτικο το πρόσωπό που είδαν στον καθρέπτη της ψυχής. Αυτό το είδωλο του αντικατοπτρισμού   το γέρασαν οι αποφάσεις.

Δεν είναι αλήθεια πως αξίζει η εμπειρία σαν χρυσός. Είναι η αλήθεια πως κοστίζει. Υπάρχει τίμημα ακριβό που ξεθωριάζει την ψυχή και κάνει τον νου να αγκομαχάει. Και αυτό θα το πληρώσουμε εμείς οι «ήρωες» που θέλαμε να δημιουργούμε παραμύθια δίχως να λογαριάζουμε. Θα το πληρώσουμε εμείς, οι άνθρωποι που δεν καθοδηγήθηκαν, που δεν προειδοποιήθηκαν για το πώς η ζωή φροντίζει να πονάει τους παράτολμους. Και θα ’μαστε πολλοί. Θα ’μαστε όλοι. Γιατί έτσι γεννηθήκαμε. Φθαρτοί.

//

Κάτι σαν ποιήματα

I
                           Κοιμήσου… οι άρρωστοι κοιμούνται.
                      Τι κι αν οι ενοχές στροβιλίζουν μαινόμενες
                                   Σε λίγο όλα θα ηρεμήσουν.

                    Θα ναρκωθεί η αίσθηση, θα πάψουν οι άνεμοι
που ακατάπαυστα φυσούν τις αποφάσεις και περιφέρουν το κορμί.

Τι κι αν η ασθένεια του νου, να είναι εσωστρεφής, κατάφερε και μόλυνε τις πράξεις;
Τι κι αν μαράθηκε η λογική στον τάφο της ευγένειας;

Οι άρρωστοι κοιμούνται. Κοιμήσου και εσύ.
Ξεχνούν για λίγο της αρρώστια τους, παραμιλούν ανάλαφροι.
Κι ας είναι αυτή κατάσαρκη πλάνη που ποτίζει τα οστά.
Κι ας είναι βούληση που ξέφυγε και άφησε φθορές.
Μονάχα μνήμες-αυτό ήταν περισσότερο-μνήμες μελλοντικές.

Δεν ήταν πυρετός. Αν ήταν πυρετός δεν θα υπήρχαν άρρωστοι.

Ας ήταν πυρετός.

Όμως δεν είναι.

Γι’ αυτό, κοιμήσου.

II

Τι κι αν τολμάω τώρα πια;
Πληρώνω με φθηνή αξιοπρέπεια ενδυμασίες που είχα από καιρό αποτινάξει. Ας σιωπήσω έστω κι ας γνέψω συγκαταβατικά, μήπως και ξεκινήσει ο κόσμος να κραυγάζει. Κι ας γίνει αυτό μια νίκη περιττή, που δεν υμνείται μα αποκρύπτεται.

III

Ας πούμε, κάνοντας μια υπόθεση, πως θα’ μενα μονάχα εγώ κι εσύ στον κόσμο αυτό. Μια τρομακτική υπόθεση.

 Σέρνει βλέπεις αβάσταχτους λυγμούς το πέρασμα απ’ την μια ζωή στην άλλη.

Μα ας υποθέσουμε μονάχα πως κύριο μέλημα μας δεν μας απέμεινε παρά η μελαγχολική καθησύχαση πως γελαστήκαμε.

Και η ανάγκη για ξερίζωμα των φυτεμένων ενοχών-πώς θέριεψαν έτσι!-,παραπατάει ανήμπορη στις παρυφές ενός ξημερώματος που επιμηκύνεται .Πλάι σ’ έναν στίχο που δεν γράφτηκε ποτέ. Γιατί ξεχάστηκε…

//

Η Αρσινόη Τρύφωνος γεννήθηκε το 2001 στα Χανιά και είναι φοιτήτρια της νομικής σχολής ΑΠΘ. Ασχολείται από μικρή ηλικία με την καταγραφή σκέψεων και ιδεών που λαμβάνουν την μορφή στοχαστικών κειμένων. Στα 19 της χρόνια αρχίζει δειλά να ανακαλύπτει τον χώρο της δημόσιας  λογοτεχνικής έκφρασης ως μορφή υπενθύμισης πως μπορεί να σηκώσει ανάστημα απέναντι στους ανθρώπους. Κείμενα της έχουν δημοσιευθεί από τα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά  fractalart,   cartel και  monocle.