Επιλογή eyelands – Σπύρος Ε. Κρόκος/Θραύσματα και αναμνήσεις

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 10ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος (ελληνικό τμήμα) που επιλέχθηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού. 21 συγγραφείς συμμετέχουν με διηγήματά τους στην Επιλογή.  Η δημοσίευση θα γίνει με σειρά συμμετοχής. Τα διηγήματα   ανεβαίνουν στο περιοδικό κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο (με εξαίρεση το Νοέμβριο που έχει τρεις δημοσιεύσεις).  Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η τελευταία χρονιά για το ελληνικό τμήμα του διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος άρα και για την επιλογή.  Το θέμα του 10ου διαγωνισμού ήταν: «Αριθμοί».  Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι: 

Θραύσματα και αναμνήσεις
του
Σπύρου Ε.Κρόκου

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ & ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

(Στον δωδεκάχρονο Βαγγέλη… και σ’ όσους χρειάστηκε να μεγαλώσουν νωρίς)

Mε τα χέρια στις τσέπες ενός μάλλινου ναυτικού ημίπαλτου, βρεγμένου και ξεκούμπωτου, δέχεται αδιάφορα το πυκνό χιόνι που έχει αρχίσει να σκεπάζει τους βελονοειδείς οβελίσκους των διάσπαρτων κυπαρισσιών. Κινείται αργόσυρτα καθώς αφήνει πίσω τη βαριά σιδερένια εξώθυρα του νεκροταφείου και τον πρασινισμένο από τη μούχλα πετρότοιχο που το περιβάλλει. Περπατά σκυφτός, με τα μάτια χαμηλωμένα. Αν κάποιος μπορούσε να παρατηρήσει την όψη του θα ήταν αδύνατο να μη διακρίνει το ανοίκειο και άδειο βλέμμα, τους συρρικνωμένους βολβούς που ασφυκτιούν κάτω από τις υπερτροφικά ανεπτυγμένες κόγχες, τα στερεμένα δάκρυα που σκιαγραφούν τις πρώιμες ρυτίδες, την παραμόρφωση του παιδικού προσώπου στα σκληρά χαρακτηριστικά ενός άντρα. Θαρρείς κι ετούτη εδώ η σκιά, όχι μόνο αντίκρισε τον νεκρόκοσμο μέσ’ απ’ τα μάτια ενός δύσμοιρου κληρούχου, μα πήγε κι ήρθε κατευθείαν από εκεί.

Αν ο ίδιος μπορούσε να ρίξει μια ματιά γύρω του θα διαπίστωνε την ομαλότητα των πραγμάτων. Ό,τι συμβαίνει, ένας κόκκος καθημερινότητας. Ο κόσμος που σιγά σιγά αραιώνει και απομακρύνεται, τα φευγαλέα λόγια συμπόνοιας, οι κλεφτές ματιές οίκτου, το κοράκι που αχνοφαίνεται πάνω από το Καστρί, η μέρα που κυλά, ο πάλλευκος ουρανός, η αχόρταγη γη• η καρδιά του που έθαψε. Όλα, τόσοι δα μικροί κόκκοι. Σαν σημεία αριθμών στο απροσμέτρητο χάος του απείρου. Στιγμές ασήμαντες στην αέναη πορεία του ανθρωποβόρου χρόνου. Μα τόσο πολύτιμες για τον ίδιο. Λίγα βήματα αργότερα αποφάσισε να μην προσμετρά πια τα αρνητικά πρόσημα αυτών των αριθμήσιμων στιγμών και να ξαναρχίσει το μέτρημα από την αρχή. Από το μηδέν. Κι όπου φτάσει…

Οι κικκαβισμοί της κουκουβάγιας άρχισαν να υποχωρούν, τη θέση τους πήρε το επίμονο λάλημα του πετεινού, ο οποίος, αξημέρωτα ακόμα, προμηνύει το σαββατιάτικο γλυκοχάραμα. Λίγη ώρα αργότερα, ένα παράταιρο ορχηστρικό σύνολο ξεκινούσε τη δική του παράσταση. Βελάσματα, κακαρίσματα και ογκηθμοί, εναλλάσσονταν με τα γαβγίσματα των σκύλων και τα τερετίσματα των τζιτζικιών. Σηκώθηκα. Η ώρα ήταν μόλις επτά. Έψησα ελληνικό καφέ και βγήκα στη μεγάλη εσωτερική αυλή, προσφέροντας στον εαυτό μου την πολυτέλεια να πιει τις δύο πρώτες γουλιές κάτω από τη γέρικη τζανεριά, συντροφιά με το άγουρο ακόμα κελάηδημα των κοκκινολαίμηδων που φωλιάζουν στα κλαδιά της και που εδώ στο χωριό τους λέμε τσιμπλογιάννηδες.

Ο πατέρας με τον αδελφό του είχαν αποφασίσει το πατρικό τους να το κρατήσει ο θείος, που ζούσε στο χωριό. Έτσι, πριν από μερικά χρόνια και μετά από αρκετή αναζήτηση, αγοράσαμε αυτό το σπίτι από κάποιον μακρινό συγγενή μας. Είναι από εκείνες τις παλιές πέτρινες οικίες χωρίς διαρρύθμιση και διαδρόμους, όπου τα δωμάτια διαδέχονται το ένα το άλλο, προκειμένου να εξοικονομηθεί περισσότερος χώρος. Διαθέτει ωστόσο μία μοναδική εσωτερική αυλή, με κήπο ο οποίος εκτείνεται σε τρία επίπεδα που χωρίζονται μεταξύ τους από χτισμένα πέτρινα περβάζια. Τρεις κληματαριές, με τρεις διαφορετικές ποικιλίες σταφυλιών- και ομολογουμένως το νοστιμότερο ροδίτη και μοσχοφίλερο που έχω δοκιμάσει- απλώνουν τα κλαδιά τους σε μια κρεβατίνα που καλύπτει ολόκληρη την αυλή και φτάνει μέχρι τον μικρό εξώστη κάτω από τη τζανεριά, με θέα, από τη μια μεριά τα βουνά πέρα από τη ρεματιά- ως τη θάλασσα, και από την άλλη το χωριό, μέχρι το κρημνώδες φαράγγι των θρύλων και των απαγορεύσεων, το Χελιδόνι, σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων από τα τελευταία νοικοκυριά. Η θέση του σπιτιού, στα πρανή του λόφου που τον ονομάζουμε Καστρί λόγω της μορφολογίας της κορυφογραμμής του, εκτός της πανοραμικής θέας που προσφέρει, αποτελείκαι όριο του οικοδομικού ιστού. Ο χωμάτινος δρόμος μετά τη δημοσιά, καταλήγει στα χοιροστάσια και στο βουνό.

Είχα φτάσει από την Αθήνα το προηγούμενο βράδι. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχαν τελειώσει οι επισκευές της κεραμοσκεπής και του πατώματος, το σκασμένο τσιμέντο του οποίου ενισχύθηκε, ευθυγραμμίστηκε και επιστρώθηκε με πλακάκια. Από καιρό είχαν ήδη ολοκληρωθεί οι εργασίες στα ηλεκτρικά και στα υδραυλικά του σπιτιού, καθώς και όλα τα μερεμέτια. Σεκάποιο οικογενειακό τραπέζι και υπό την επίδραση ελαφριάς μέθης, είχα την ατυχή ιδέα να ανακοινώσω πως μπορώ να αναλάβω με προσωπική εργασία το βάψιμο του σπιτιού. Παρουσίασα και σχετική επιχειρηματολογία, υποστηρίζοντας πως τα χρήματα που θα εξοικονομούσαμε ως οικογένεια, μπορούσαμε στη συνέχεια να τα διαθέσουμε για τον εξοπλισμό του εξοχικού. Η θετική ανταπόκριση των συνδαιτημόνων και οι παρωθητικοί τους λόγοι, με έκαναν τελικά να πιστέψω πως είμαι ο πλέον κατάλληλος γι’ αυτήν τη δουλειά. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, δε μπορούσα να αναιρέσω το λόγο μου.

Κατέβηκα στο υπόγειο, που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον εξώστη. Πρόκειται για μία μικρή αποθήκη, που τη χρησιμοποιούμε κυρίως για το στοίβαγμα σε τρακάδες των ξύλων που κόβουμε για την ξυλόσομπα, τη φύλαξη του λαδιού της χρονιάς αλλά και των πάσης φύσεως εργαλείων. Είχα μια οκνηρή διάθεση εκείνο το πρωινό. Έτσι, αντί να κατευθυνθώ προς τη γωνία που είχα επιμελώς τοποθετήσει το προηγούμενο βράδι τις μπογιές και τα πινέλα ελαιοχρωματισμού, αισθάνθηκα μία ακατανίκητη έλξη για το περιεχόμενο του παλιού ξύλινου μπαούλου- αυτό των αναμνήσεων όπως έλεγε ο πατέρας- που είχαμε μεταφέρει από το πατρικό του και ως τότε παρέμενε ερμητικά κλειστό. Γονάτισα μπροστά του και με αρκετή προσπάθεια, χρησιμοποιώντας και το βάρος του σώματός μου, κατάφερα να σπρώξω προς τα κάτω το σκουριασμένο κλείστρο της ασφάλειας. Ανασήκωσα το καπάκι. Μια αποπνικτική μυρωδιά μούχλας και ξεραμένου χώματος μου έφερε δυσφορία και με ανάγκασε να αποτραβηχτώ ελαφρά. Το βλέμμα μου κέντρισε η θήκη του βιολιού του παππού και ακριβώς δίπλα … τρεις φωτογραφίες. Τις πήρα, η υγρασία είχε κάνει τη σκόνη να κολλήσει πάνω τους. Σκούπισα την επιφάνειά τους προσεκτικά, με το χέρι κι έπειτα με το μανίκι της μπλούζας μου. Γύρισα καθιστός, ακουμπώντας την πλάτη μου στο μπαούλο και σταυρώνοντας τα πόδια στο πάτωμα. Κράτησα τις φωτογραφίες τη μία δίπλα στην άλλη και άρχισα να τις παρατηρώ.

Μα ναι … τις θυμάμαι αυτές τις φωτογραφίες. Είναι περίοδος Χριστουγέννων. Δε θυμάμαι έτος. Πιθανότατα αρχές της δεκαετίας του ’80. Δεν πρέπει να είμαι πάνω από οκτώ ετών. Η Κατερίνα μας γύρω στα έξι. Η πρώτη είναι κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, στο πατρικό του πατέρα. Στο τραπέζι είμαστε ο παππούς- με υψωμένο το κρασοπότηρο, η γιαγιά Βασιλική, ο θείος Θεοδόσης, η μαμά, η Κατερίνα μας κι εγώ. Ο πατέρας- προφανώς- έχει τραβήξει τη φωτογραφία. Πάνω από τον παππού, κρεμασμένη στον τοίχο, μια φωτογραφία που τη θυμάμαι πάντα εκεί, στο ίδιο ακριβώς σημείο, ακόμα και τώρα, που ο παππούς δε ζει πια. Η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη, δείχνει τον παππού με τη γιαγιά Κατερίνα δίπλα δίπλα, με το βλέμμα τους προσηλωμένο στο φωτογραφικό φακό. Και οι δύο έχουν ύφος λιτό, σοβαρό, αγέλαστο. Είναι από εκείνες τις πολύ παλιές φωτογραφίες που είναι βαλμένες σε σκούρες ξύλινες, ανάγλυφες κορνίζες και σου θυμίζουν περισσότερο από φωτογραφία,ζωγραφισμένο πίνακα.

Η δεύτερη φωτογραφία έχει τραβηχτεί στο δώμα του σπιτιού. Η Κατερίνα κι εγώ είμαστε όρθιοι, έχω πλέξει τα χέρια μπροστά και κοιτάζουμε το φακό με συστολή. Εκείνη φοράει ένα κόκκινο μάλλινο φόρεμα με τιράντες και μία καφέ, μακρυμάνικη λεπτή μπλούζα. Το πανωφόρι της, μπλε ζακέτα με τρία κατακόκκινα κουμπιά και λευκά λουλουδάκια. Εγώ, μια σαλοπέτα με ένα άσπρο, λεπτό πουλόβερ κι από μέσα πουκάμισο. Το πουκάμισο δε φαίνεται, παρά μόνο ο τεράστιος κρεμ γιακάς που αναπαύεται πάνω στις τιράντες της σαλοπέτας. Τα παπούτσια μας είναι βρώμικα και λασπωμένα. Ακριβώς πίσω μας, ο παππούς. Με τη στητή του κορμοστασιά, το χαρακτηριστικό μικρό μουστάκι του, τα λευκά του μαλλιά και πρόσωπο, που πάντα μου θύμιζε τον πατέρα. Οι λόφοι πίσω μας είναι καταπράσινοι και μια κληματόβεργα πάνω από το κεφάλι του παππού, ολόγυμνη από φύλλα. Στην τρίτη φωτογραφία είμαι με τον παππού. Δε θυμάμαι άλλη φωτογραφία που να είμαστε οι δυο μας. Η λήψη έχει γίνει έξω από το κατώγι του σπιτιού, που ήταν στάβλος και τουαλέτα μαζί. Κάθομαι καβάλα στην κατάλευκη σαμαρωμένη φοράδα του κι εκείνος στέκει στο πλάι αγέρωχα, κρατώντας το καπίστρι. Το πρόσωπό του είναι φωτεινό κι ο παππούς χαμογελάει.

Θυμάμαι πως το δώμα μοσχοβολούσε από τ’ αρώματα των βοτάνων και των μυρωδικών της γιαγιάς Βασιλικής. Δυόσμος, δεντρολίβανο, λεβάντα, βασιλικός και μαντζουράνα, ξεχείλιζαν από τους δεκαεπτάλιτρους τενεκέδες λαδιού που είχε μετατρέψει σε γλάστρες η γιαγιά και τους είχε με επιμέλεια τοποθετήσει πάνω σε κεραμικά, συμπαγή, χειροποίητα τούβλα. Κι ανάμεσά τους, γλάστρες με κατακόκκινα  γεράνια. Παρατηρώ τα φαγητά στο τραπέζι. Το δείπνο είναι γιορτινό. Το χοιρινό με τις πατάτες φούρνου σιγοψηνόταν και έλιωνε στο φουρνάκι της ξυλόσομπας. Τα μακαρόνια με τον κόκορα ετοιμάζονταν συνήθως στο κουζινάκι που ήταν έξω από το κυρίως σπίτι και διέθετε εστία με μπουκάλα υγραερίου. Τα υλικά στις σαλάτες ήταν όλα από τον κήπο της γιαγιάς και οι ελιές από τα λιόδεντρα του παππού. Το αλμυρό τυρί το έφτιαχνε ο παππούς και το στέγνωνε για μέρες ώσπου να πήξει, στα τσιγκέλια που κρέμονταν στην αυλή. Στο τραπέζι υπήρχε πάντοτε κυνήγι. Συνήθως τσίχλες ή κοτσύφια, ξιδάτα. Και για το τέλος, ο μπακλαβάς της γιαγιάς. Έκανε πάντοτε δύο τεράστια ταψιά. Ένα με αμύγδαλο κι ένα με καρύδι. Πάντα αφήναμε χώρο στο στομάχι για τον μπακλαβά της γιαγιάς, ήταν όνειρο. Και ποτέ δεν τρώγαμε μονάχα ένα κομμάτι.

Τα λουκάνικα ψήνονταν σε αλουμινόχαρτο πάνω στην ξυλόσομπα. Η παρασκευή τους ήταν μια συλλογική διαδικασία. Ο παππούς και ο πατέρας έκοβαν το χοιρινό σε μικρά κομμάτια και τα έβαζαν σε μία πλαστική λεκάνη. Η μαμά έπλενε τα έντερα και η γιαγιά αφού μαρινάριζε το κρέας σε κρασί και χλιαρό νερό, το καρύκευε με πιπέρι, θρούμπι, αλάτι και γλυκάνισο. Στη συνέχεια πρόσθετε ψιλοκομμένες φλούδες πορτοκαλιού και το ανακάτευε. Η Κατερίνα μας κι εγώ γυρίζαμε εναλλάξ τη μανιβέλα της χειροκίνητης συσκευής γεμίσματος, την οποία τροφοδοτούσε με το μαριναρισμένο κρέας ο παππούς. Το μίγμα έβγαινε από το ακροφύσιο και γέμιζε το έντερο στα χέρια της γιαγιάς, η οποία μεριμνούσε και για την ομοιόμορφη κατανομή του. Τα λουκάνικα στέγνωναν για μερικές ημέρες κρεμασμένα σε μια βέργα που στηρίζονταν σε δύο ξύλινες καρέκλες, δίπλα στην ξυλόσομπα. Η γιαγιά Βασιλική είναι μεγάλη πια. Όλες αυτές οι μυρωδιές, τ’ αρώματα, οι ευλογημένοι καρποί της γης και του μόχθου της, βρίσκονται πλέον στην καρδιά μας. Όχι μόνο σαν αναμνήσεις αλλά και ως συναισθήματα, ως ζωογόνες ανάσες της προσωπικής μας κληρονομιάς και ιστορίας.

Τη γιαγιά Βασιλική, τη φωνάζαμε πάντοτε γιαγιά. Και την αισθανόμασταν έτσι. Μας αγαπούσε και την αγαπούσαμε. Υπήρχαν και κάποιες, λίγες φορές, που μας μάλωνε, και τότε παίρναμε το δρόμο από το σπίτι προς την Αμπολή κι από εκεί ως την επάνω βρύση με το πέτρινο γεφυράκι κι ανάβαμε κεράκια στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, με τις αγιογραφίες της Αποκάλυψης στους τοίχους του που τόσο φοβόμασταν˙ προσευχόμασταν τότε στο Θεό να αναπαύσει την ψυχή της γιαγιάς Κατερίνας και πολλές φορές βουρκώναμε, γιατί το μικρό παιδικό μας μυαλό, δε μπορούσε να αντέξει τέτοια αβάστακτη σκέψη, ένα παιδί να χάνει τη μάνα του. Κι έπειτα η ανεμελιά επέστρεφε στις άδολες παιδικές μας ψυχές και κινούσαμε άλλοτε για του Γούναρη και για του Ρίγλη όπου ήταν τα κτήματα με τις ελιές και άλλοτε για την Πλακολιθάρα που είχε ο παππούς τα ζωντανά του. Όταν τύχαινε και τον βρίσκαμε εκεί, επιστρέφαμε στο σπίτι, ο ένας πάνω στην περήφανη κατάλευκη φοράδα του κι ο άλλος πάνω στο δυνατό μαύρο του μουλάρι, με τα παπούτσια και τα ρούχα βρώμικα και λασπωμένα. Κι η μαμά έκανε πως μας μάλωνε, μα μετά γελούσε, γιατί κατά βάθος καταλάβαινε πως ζούσαμε αυτό που κάθε παιδί έχει δικαίωμα να ζήσει, το παιχνίδι και την επαφή του με τη γη και με τη φύση.

Στον Άγιο Νικόλαο γαλήνευα στα μαρμάρινα μνήματα. Συχνά περπατούσα ανάμεσά τους και στεκόμουν δίπλα σε κάποια από αυτά. Παρατηρούσα τις φωτογραφίες των νεκρών και τις ηλικίες τους. Πρόσεχα εάν οι τάφοι τους ήταν όμορφοι και περιποιημένοι. Κάποιους από αυτούς τους γνώριζα από προηγούμενες επισκέψεις μας στο χωριό. Εάν κάποιον δεν τον έβλεπα στους δρόμους του χωριού ή στο καφενείο, έτρεχα να δω μήπως έχει πεθάνει. Στενοχωριόμουν αν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν καθόμουν στο κοιμητήριο μετά το σούρουπο. Αγριευόμουν. Κυρίως την περίοδο των Χριστουγέννων. Τότε που ξαναζωντάνευαν στις γειτονιές οι συζητήσεις για τα σκοτεινά πνεύματα που στοίχειωναν το χωριό, για τους καλικάντζαρους που εξαφάνιζαν τα ζώα από τις στάνες και οι διηγήσεις για τις σκιώδεις μορφές που εμφανίζονταν τα μεσάνυχτα ψηλά πάνω στο Καστρί˙ μα πάνω απ’ όλα, εκείνο το περιστατικό για το οποίο μιλούσαν όλοι, με τον κομματιασμένο άντρα που βρέθηκε στο Χελιδόνι κάποιο χριστουγεννιάτικο πρωινό. Τις Κυριακές ο παππούς μας έπαιρνε στην εκκλησία και μετά πηγαίναμε στο καφενείο. Το κακό τότε δε μπορούσε να μας πειράξει.

Ο παππούς ήταν ένας άνθρωπος που όσο περισσότερο η ζωή του έδειχνε το σκληρό της πρόσωπο, τόσο περισσότερο εκείνος της χαμογελούσε. Αυθεντικά, ειλικρινά, έντιμα, περήφανα. Ήταν αυτοδίδακτος στο βιολί, κι έπαιζε με ορχήστρες στα πανηγύρια της περιοχής. Πολλές φορές στο σπίτι κοιμόμασταν στρωματσάδα για να φιλοξενηθούν μουσικοί που έπαιζαν μαζί του κι έρχονταν από μακριά. Ήταν η ψυχή στις παρέες κι όλοι διεκδικούσαν τα πειράγματα και το αστείρευτο χιούμορ του. Τα μεσημέρια η γιαγιά μας έστελνε και τον φωνάζαμε από το καφενείο για να έρθει σπίτι να φάμε, κι εμείς πηγαίναμε δυο και τρεις φορές γιατί με το κρασάκι και την παρέα, ξεχνιόταν κι ευθυμούσε. Και δεν ήταν λίγες οι φορές, που αντί ο παππούς να έρθει σπίτι, πηγαίναμε όλοι οι υπόλοιποι στο μαγαζί και καθόμασταν με την παρέα του και γλεντούσαμε μέχρι το βράδι. Θυμάμαι πως μια φορά είχαμε συμφωνήσει με την Κατερίνα να του παραπονεθούμε, γιατί σκεφτήκαμε πως είναι ντροπή κάποιος να πηγαίνει στην τουαλέτα και τα άλογα να τον κοιτούν. Ο παππούλης είχε γελάσει με την ψυχή του τότε, κι αυτό το περιστατικό το θυμόμασταν και γελάγαμε, για πολλά χρόνια μετά. Μου λείπει ο παππούς. Μου λείπουν οι ιστορίες του, οι διηγήσεις του, οι συμβουλές του, τα αστεία του. Λείπει και στον πατέρα. Πολλές φορές συζητάμε γι’ αυτόν και τον θυμόμαστε. Όποτε πάμε να δούμε ή να μαζέψουμε τις ελιές από τις Βασιλικές, ο πατέρας μου δείχνει πάντοτε τις ξερολιθιές που είχε τοποθετήσει περιμετρικά ο παππούς με τα ίδια του τα χέρια για να οριοθετήσει το κτήμα. Καμμιά φορά γέρνω το κεφάλι μου πάνω τους. Έτσι, για να τον νιώσω.

Ακούω θόρυβο στην πόρτα, πίσω μου. Γυρίζω να δω αλλά τα θολωμένα μου μάτια αδυνατούν να διακρίνουν κάτι. Τα σκουπίζω με τα μανίκια μου, τα δάκρυα ανακατεύονται με τη σκόνη που έχει κολλήσει σε αυτά από το μπαούλο και το χαρμάνι των αναμνήσεων διακόπτεται από ένα νιαούρισμα. Αντικρίζω πλάι μου ένα πανέμορφο πλάσμα με λευκή γούνα και μεγάλες κεραμιδί και μαύρες κηλίδες. Την επόμενη στιγμή έχει ανέβει κι έχει κουλουριαστεί στα πόδια μου. Τη χαϊδεύω για ώρα στο σβέρκο ενώ εκείνη αρχίζει να γουργουρίζει. Ανοίγω ελαφριά το μπαούλο κι αφήνω να γλιστρήσουν μέσα οι φωτογραφίες. Την παίρνω αγκαλιά, βγαίνω από το υπόγειο και κατεβαίνω στη δημοσιά, λίγο πιο κάτω από το σπίτι. Στο δρόμο που πάει για τα χοιροστάσια του χωριού. Στον ίδιο δρόμο που πριν από χρόνια, ένα ορφανό αγόρι δώδεκα ετών, έγινε άντρας, παίρνοντας δύναμη από τη βαριά ανάσα της νεκρής του μητέρας, που τόσες φορές στο παρελθόν την είχε συνοδέψει στο ίδιο δρομολόγιο, άλλοτε στην αγκαλιά της τυλιγμένο με το μάλλινο ναυτικό ημίπαλτο,  άλλοτε φορώντας το τρέχοντας ξοπίσω της και άλλοτε πλάι της. Εκείνη τη στιγμή μετάνιωσα που ανέλαβα το μπογιάτισμα του σπιτιού. Μα αυτό ήταν το λιγότερο. Εκείνο που με πείραξε περισσότερο ήταν οι ουλές από τις επιθέσεις του ανέντιμου χρόνου. Ξαφνικά η φωνή του ήχησε απρόσμενα και οικεία μέσα μου: «Συνέχισε να μετράς. Στιγμές. Δικές σου. Κι όπου φτάσει…».Χαμογέλασα.Κόντευε κιόλας μεσημέρι.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Σπύρος Ε. Κρόκος (Αθήνα, 1973): Αντιλαμβάνεται τις ρίζες του διάσπαρτες σε όλο το μήκος της διαδρομής από τα Σεπόλια και τον Κολωνό, μέχρι τη Νέα Πέραμο Αττικής και την Ελευσίνα. Σπούδασε μαθηματικά έχοντας την τύχη να τα διδάσκει ως δημόσιος λειτουργός στο Μουσικό Σχολείο Αθήνας. Έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη Μαθηματική Εκπαίδευση (MSc), στις Επιστήμες της Αγωγής (MEd) και στη Δημιουργική Γραφή (MA). Είναι μέλος της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας (ΕΜΕ) και της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος (ΠΕΕ). Το εύρος των ενδιαφερόντων του περιλαμβάνει όλα τα είδη του πεζού λόγου και την ποίηση. Έργα του έχουν δημοσιευτεί σε σχετικά ιστολόγια και ιστοσελίδες. Ενδεικτικές αναφορές:Το Automotrice του Χρόνου- Μικροαφήγημα (δημοσίευση στον ιστότοπο, Ιστορίες Μπονζάι- Η Αισθητική του Μικρού), Θραύσματα και Αναμνήσεις- Διήγημα (δημοσίευση στην ιστοσελίδα Eyelands). Ζει στην Αθήνα.

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΕΠΙΛΟΓΗ  EYELANDS (με σειρά συμμετοχής)

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Ο Πεντελής του Πέντε –  Κώστας Παπαϊωάννου

Το παζλ  – Χριστίνα  Λυγάτσικα

Το τυχερό του νούμερο ήταν το έξι, ναι το έξι, το έξι… – Χαράλαμπος Κόκκινος

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

Οι δύο εις σάρκαν μίαν – Μαίρη Κατσανίδου 

 Το κουμπί με το νούμερο 22 –  Βασιλική Δραγούνη

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Ούτε μία στο εκατομμύριο – Ρένα Λασπίτη

 Τα νούμερα – Μαρία Μαρούτα

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

 Δίδυμοι πρώτοι – Σοφία Νικολιδάκη

Ο κύριος Νίκος  – Παντελής Τζανουδάκης  

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η αλληλουχία – Ιωάννα Χατζηαντωνίου

Στο δώδεκα – Στέλλα Τσίγκου

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Η Μαρία μου – Δώρα Καντζιλιέρη

Οι άριστοι – Αγγελική Χυτήρη

ΜΑΙΟΣ

 Το 7 για το καλό – Κλαίρη Κανελλοπούλου

Γλυκόπικρο -Κατερίνα Κρυστάλλη

ΙΟΥΝΙΟΣ

Η μεταμόρφωση – Φανή Βούλτσου 

Ο μικρός μαύρος πίνακας – Μιχάλης Μακόγλου

ΙΟΥΛΙΟΣ

Στο τεσσαρακοστό πέμπτο χιλιόμετρο της Αττικής Οδού -Κωνσταντίνος Ν. Κιούσης

Ξεραμένο αίμα – Καλλιόπη Παπαδοπούλου