17

Δεν θυμάμαι ποιος ήταν μαζί μας. Θυμάμαι μόνο ότι μιλούσαν με τον πατέρα μου για τις συναθροίσεις. Κοιτούσαν τους ανθρώπους που βολτάριζαν την πλατεία της πόλης, δυο δυο τρεις τρεις το πολύ.  Σε μένα δεν μιλούσαν αλλά ακούγοντάς τους έπιασα το νόημα. Ήξερα έτσι κι αλλιώς ότι ήταν περίεργες οι μέρες. Το καινούργιο ήταν αυτό. Απαγορευόταν να μαζευτούν περισσότεροι άνθρωποι από πέντε μαζί, μέχρι πέντε ήταν το όριο. Γιατί;  τον ρώτησα. Ο πατέρας μου πήρε εκείνο το χαμόγελο. Ήταν ένα συγκεκριμένο χαμόγελο δεν ήξερα ακόμη να το εξηγήσω με λόγια, ήξερα όμως ότι δεν ήταν καλό σημάδι. Ήξερα επίσης ότι δεν θα μου απαντούσε με κάτι συγκεκριμένο. Χαμογελούσε με αυτό τον τρόπο όταν ήθελε να δείξει άνετος . Με το χαμόγελο που σήμαινε ακριβώς ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά. Τι νόημα είχε να μην μαζεύονται οι άνθρωποι παραπάνω από πέντε; Τι θα κάνανε δηλαδή αν ήταν πέντε, αν ας πούμε τρεις ακόμη άνθρωποι ερχόντουσαν να μας κάνουν παρέα; Φοβούνται ότι θα τους ρίξουνε, είπε ο πατέρας  μου χαμηλόφωνα στον άλλον. Καταλάβαινα ότι μιλούσε γι’ αυτούς που κυβερνούσαν αλλά το γιατί και το πώς μου διέφευγαν.  Καταλάβαινα επίσης ότι αυτό που έλεγε ήταν σοβαρό ότι με κάποιο τρόπο είχε ξεπεράσει τον εαυτό του. Γιατί ποτέ ως τώρα δεν είχαν στριμωχτεί στο τρίτο πληθυντικό αυτοί που κυβερνούσαν.

Τι ακριβώς κάνουν αυτοί που κυβερνάνε; Γιατί δεν μας αφήνουν να μαζευτούμε πάνω από πέντε; Θα απαγορεύεται και η μπάλα στο πάρκο; Ο πατέρας μου χαμογέλασε πάλι αλλά με διαφορετικό τρόπο αυτή τη φορά. Το χαμόγελο είχε μόνο αγάπη για τη μπάλα. Και για μένα μάλλον. Λίγα χρόνια αργότερα  η μπάλα θα ήταν το μόνο νήμα που θα είχε μείνει να μας ενώνει. Αλλά δεν το ξέραμε τότε.

Είχαν μαζευτεί πολλά που δεν καταλάβαινα. Αυτοί οι φοιτητές με τα μακριά μαλλιά που είδαμε στην τηλεόραση. Τους έχουνε κάνει τόπι, είπε ο πατέρας. Δεν άφηνε να φανεί καμιά λύπη, περισσότερο μια διαπίστωση ακουγόταν. Αλλά το έλεγε με ένα χαμόγελο. Πίσω από την λέξη που υποτίθεται ότι ήταν αστεία το χαμόγελο ήταν ολοφάνερα πικρό. Αλλά μέχρι εκεί.

Μετά η εκπομπή με τον Μαστοράκη. Που μιλούσαν οι φοιτητές.  Άλλοι φοιτητές όχι αυτούς που ανεβάζανε με το ζόρι στο λεωφορείο αλλά κι αυτοί κάπως σαν πρησμένοι, σαν αγουροξυπνημένοι, σαν ζαλισμένοι. Μιλούσαν ωραία. Καταλάβαινες ότι είχαν δίκιο ό,τι κι αν ήταν αυτό που ήθελαν. Ο Μαστοράκης έλεγε ξανά και ξανά ότι δεν θα τους πειράξει κανείς. Τους έφαγε η μαρμάγκα αυτούς, είπε ο πατέρας μου όταν έκλεισε την τηλεόραση. Άλλη μια διαπίστωση. Αλλά αυτή τη φορά το χαμόγελό του είχε γίνει μια σκιά που απλώθηκε στο πρόσωπό του μόλις τέλειωσε τη φράση. Ήταν κι ο αγαπημένος του ανηψιός ανάμεσά τους. Δεν είχαμε νέα του. Ξέραμε ότι ήταν μέσα, ξέραμε ότι τον πιάσανε, ξέραμε ότι στην καλύτερη θ’ αργούσαμε να έχουμε νέα του. Πέρασαν μήνες πράγματι. Δύσκολο να το προσπεράσει σιωπηλά ο πατέρας. Δεν υπήρχε χαμόγελο γι’ αυτή την περίπτωση.

Ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος. Φοβόταν φυσικά για τη θέση του. Ιδιαίτερα όταν από ένα άσχετο λόγο είχε πέσει στη δυσμένεια του νομάρχη. Κι ακόμη χειρότερα ο νομάρχης είχε ξάδερφο στρατιωτικό. Της καταστάσεως. Αυτός τον είχε διορίσει άλλωστε.  Ο πατέρας μου πρόσεχε τα πάντα και ιδίως τα λόγια του. Ποτέ δεν έβρισε ανοιχτά αυτούς που κυβερνούσαν όποιοι κι αν ήταν – μόνο τον αντρέα όταν τον απογοήτευσε κι αυτός. Αλλά είχε ένα χαμόγελο για κάθε φράση που έκρυβε.  

Ο πατέρας μου δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τα κόμματα. Ο αντρέας ήταν η τελευταία ευκαιρία που τους έδωσε –ευτυχώς από μια άποψη δεν ήταν πια εδώ να δει τον τσίπρα. Και σίγουρα ευτυχώς δεν είναι εδώ –θα κόντευε τα εκατό άλλωστε- για να ζήσει την πανδημία και το θίασο των αρίστων. 

Ο πατέρας μου δεν πήγε ποτέ σε πορεία για το Πολυτεχνείο είχε πάντα όμως την ίδια έκφραση όταν πλησίαζαν αυτές οι μέρες. Την έκφραση του ανθρώπου που βλέπει εκείνα τα παιδιά που τα είχαν κάνει τόπι. Ο πατέρας μου δεν ήταν ήρωας. Αλλά ήξερε ότι τα κόμματα και το Πολυτεχνείο, αυτό δηλαδή που έγινε τότε εκεί, ήταν δύο ακριβώς αντίθετα πράγματα. Ήξερε επίσης ότι οι κυβερνήσεις θέλουν πάντα το καλό τους. Και συνήθως εξασφαλίζουν το καλό τους με μικρές ή μεγάλες κτηνωδίες που φροντίζουν να εξηγούν πάντα  ότι γίνονται «για το καλό μας».

Ο πατέρας μου δεν μου μίλησε ποτέ ανοιχτά για  όλα αυτά. Ήξερε ότι αν μάθαινα κάτι τέτοια δεν θα είχα εύκολη ζωή. Και είχε δίκιο βέβαια.   Προσπάθησε πολύ να με κρατήσει μακριά από τα δύσκολα. Αλλά του χάλασαν τα σχέδια εκείνα τα άτιμα τα συνωμοτικά χαμόγελα.

Γρηγόρης Παπαδογιάννης

πίνακας: Mark Rothko,  Black Blue Painting