Επιλογή Eyelands: Οι δύο εις σάρκαν μίαν της Μαίρη Κατσανίδου

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 10ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος (ελληνικό τμήμα) που επιλέχθηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται λίγο πριν ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του επόμενου διαγωνισμού. 21 συγγραφείς συμμετέχουν με διηγήματά τους στην Επιλογή.  Η δημοσίευση θα γίνει με σειρά συμμετοχής. Τα διηγήματα   ανεβαίνουν στο περιοδικό κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο (με εξαίρεση το Δεκέμβριο που έχει τρεις δημοσιεύσεις).  Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η τελευταία χρονιά για το ελληνικό τμήμα του διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος άρα και για την επιλογή.  Το θέμα του 10ου διαγωνισμού ήταν: «Αριθμοί».  Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι: 

Οι δύο εις σάρκαν μίαν
της
Μαίρη Κατσανίδου

Όταν σου έθεσα τον προβληματισμό μου,  χαμογέλασες,  μα εγώ βούρκωσα. Αργότερα μετρήσαμε τα υπέρ και τα κατά.Έτσι ήρθε η διαίρεση. Ο χωρισμός, πουείχε σαν αποτέλεσμα από εκεί που ήμασταν δύο,να μείνω ένα.Αριθμοί ήταν όλα για σένα.  Πράξεις αριθμητικές με τριψήφια  νούμερα.Βασικά ήταν ένας  υπολογισμός χρημάτων.Πόσα έχεις, πόσα θα μου δώσεις. Αυτό δεν υπήρχε στην σκέψη την δική μου. Εγώ ήμουν μια μονάδα, που πάσχιζα να δημιουργήσω την μοναδική ονειρεμένη μου πρόσθεση.Μια πρόσθεση που αυτή θα μου χάριζε ευτυχία,σαν πρόσθετα και εσένα και με αυτό τον τρόπο θα γινόμασταν δύο.

Πράξεις αριθμητικές είναι, που τις κάνουν βίωμα υπάρξεις ανθρώπινες, μικρές, ίσως τιποτένιες,που έτσι κάποιες δημιουργούν προβλήματα, μα άλλες λύνουν αδιέξοδα.Κάποτε όμως, σε αυτά τα προβλήματα, σαν δίνονται  οι λύσεις πιστεύεις κάποια στιγμή πως ανακουφίζουν ψυχές.

Μπερδέματα στην ζωή, με προσθέσεις και αφαιρέσεις. Όμως κουράζουν στο μέτρημα, ιδιαίτερα σαν προστεθούν άνθρωποι τρίτοι.Τότε γίνονται πολλές οι πράξεις και χάνεσαι στην πορεία. Ναι, μπήκε τρίτος άνθρωπος στην ζωή σου και εγώ αφαιρέθηκα.

Γεμίζεις τότε σαν άνθρωπος ευαίσθητος συναισθήματα, τι να αφήσεις και τι να κρατήσεις. Αλλά  δεν υπάρχει υπερβολή πράγματι, σε τίποτα από  αυτά όλα,  τότε ξαφνικά ανακαλύπτεις πως αρχίζεις να μετράς ένα, δύο, τρία, τα ηρεμιστικά  χάπια  που ποτέ δεν συμπαθούσες, αλλά τώρα καταπίνεις. Θέλεις να ηρεμήσεις, προσπαθείς, άγνωστο αν τα καταφέρεις.

Μα στο τέλος εγώ η μονάδα θα πω, μου φτάνουν όλα αυτά τα συναισθήματα, – είναι  τόσα πολλά – που δεν ξέρω πολλές φορές πώς να τα διαχειριστώ. Οι μέρες μου είναι γεμάτες, γέμισαν σιγά σιγά με την πάροδο του χρόνου. Διαίρεση δεν  προκαλώ, αυτή τη συγκεκριμένη ιδιαίτερα,   απορώ γιατί να υπάρχει, ποιος τις δίνει το έναυσμα να κυκλοφορεί και σαν την βίδα να στριφογυρίζει στο μυαλό του κάθε επιπόλαιου ή ανεύθυνου;

 Στην διαίρεση βγάζεις, ξεχνάς, διαγράφεις, από δύο άτομα πάλι ένας, και ανακινείς μέσα σου τα γιατί, τα ποιος έφταιξε και τα μήπως εγώ; Και  στην πορεία έρχεται η πρόσθεση. Όταν αρχίσεις με προσθέσεις, το αποφασίζεις με  πλήρη συνείδηση  και θεωρώ την διαίρεση, ανωριμότητα.

Αφαίρεση δεν ξέρω, δεν πρέπει να μάθω, αυτή ας γίνει μόνη της την ώρα που θα επιλέξει. Κανείς ποτέ δεν γνωρίζει το τέλος. Όταν  αφαιρεθεί κάποιος από το κοντινό σου περιβάλλον,φύγει για πάντα,  πονάς, κλαίς λυπάσαι. αν όμως αφαιρεθεί ο δικός σου άνθρωπος, νοιώθεις πως αφαιρείσαι και εσύ ο ίδιος. Χάνεσαι κυριολεκτικά, μηδενικό θα είσαι, χωρίς κάτι να σου κρατά το χέρι τρυφερά. Έρωτας βαθύς ίσως να υπήρξε. Μα  αν υπήρξε πονά πιο πολύ η αφαίρεση. Λυγίζεις χάνεται η υπόλοιπη χαρά που αποθήκευες να υπάρχει ως τις αμέτρητες μέρες που μετρούσες και έλεγες «Ως τα ογδόντα; Ή ίσως και παραπάνω».Αφαίρεση, πικρή κουβέντα, δύσκολη στον λογαριασμό. Μπερδεμένη στην πράξη. Αριθμοί όλοι, μονοί, ζυγοί, προβλήματα λύνουν ή δημιουργούν.

Μου λες σε μπέρδεμα λέξεων βρίσκομαι, όμως δεν έχω που να βάλω την ανατριχίλα στο σώμα που αισθάνομαι, τον πόνο στο στομάχι, το κοκκίνισμα στο πρόσωπο. Που να τα κατατάξω αυτά;  Τι όνομα να τους δώσω;

Μου λες αν αισθάνομαι καλά,  όμως όχι,  η ανεμελιά αντικαταστάθηκε με την αγωνία και η ηρεμία με την αναστάτωση.

«Με το να αγωνιάς δεν απομακρύνεις τα αυριανά σου προβλήματα, απλά απομακρύνεις τη σημερινή σου ηρεμία». Λέει  μια Κινέζικη παροιμία.

Μου λες ζήσε το σήμερα,  όμως πώς να ξεχάσω το χθες,  μου αρέσει το χθες μου, είναι δικό μου, είμαι εγώ.  Τα χρόνια περνούν γρήγορα, εγώ τώρα ξεκινώ και έχω αρκετή διαδρομή ζωής να διασχίσω, δεν θέλω φρένα να χρησιμοποιώ. Τέλειωσα με διαδικασίες υποχρεώσεων, καταπιέσεων, εξυπηρετήσεων των πάντων. Θα επιδιώξω να ασχοληθώ με μένα, με σένα, με μας. Και ξεκίνησα να σκέφτομαι τι έγινε, τιμας προέκυψε και τι μας περιμένει.

«Κορίτσι μου μόνο εσένα θέλω, μόνο εσύ θα γεμίσεις την ζωή μου,δεν θέλω τίποτα άλλο, εκτός από εσένα», μου είπες ένα πρωινό όταν πήγαμε μια εκδρομή να χαϊδέψουμε φυτά και αφρούς κυμάτων. Εκεί,δίπλα σε ένα γαλήνιο κύμα που θρόιζε δίπλα μας, θρόιζε όμως και ένα φύλλωμα δέντρου που ακουμπούσαμε τις πλάτες μας στον κορμό του. Όμως εκείνο το θρόισμα το γλυκό, το έκανε γιατί χαμογελούσε. Ήξερε κάτι, μάλλον ήξερε πολλά από τα τόσα ψέματα που λένε τα χείλη όταν υπόσχονται για να κερδίσουν κάτι. Πολλά ζευγάρια ακουμπισμένα στο λεπτό κορμό του, μίλησαν και μετά ξέχασαν, αγνόησαν λόγια και υποσχέσεις. Σε ένα χρόνο και μετρημένες είκοσι μέρες μετά,ψιθύριζες βασανιστικά στα αυτιά μου. 

 «Ξέρεις, τα οικονομικά μου είναι δύσκολα, δίνεις και παίρνεις είναι όλα στην ζωή».

Και ξεδιάντροπα μου είπες να δώσω κάποια χρήματα και τότε να πάρω εσένα. Αγοραπωλησία. Θεέ μου, είπα και βούρκωσα. Τότε στον ίδιο κορμό του λεπτού εκείνου δέντρου εκεί στην ακρογιαλιά, το φύλλωμα του δέντρου έμεινε ακίνητο και περίμενε την απάντηση την δική μου για να γελάσει, η να κλάψει μετά. Έφυγα, δεν είδα τι έκανε από τα δύο.

Πάλι με αριθμούς είχε να κάνει ένας έρωτας που έδυσε. Χρήματα επεδίωκε.Λογάριασες  και βγήκε η τιμή που ήταν υπέρογκη και έκλαψα σαν μέτρησα και εγώ, πόσες μέρες έκανα όνειρα, πόσα όνειρα διέγραψα κατόπιν.

Συν, πλην, αποτέλεσμα; Μια μονάδαπάλι εγώ.

Ξυπνώ στις έξι, φεύγω στις επτά, γυρνώ στις δύο. Κάθε μέρα τα ίδια. Μια ρουτίνα. Εκατομμύρια φορές προσπάθησα  να σταματήσω   αυτό που ζω. Σκέφτηκα να αλλάξω επάγγελμα να έχω άλλο ωράριο, όχι ξύπνημα στις έξι. Πέτυχε. Ξυπνώ στις δέκα το πρωί και φεύγωέντεκα, επιστρέφω στις έξι. Χάθηκαν οι μέρες μου, ζω μόνο τις νύχτες, έχασα ήλιο και φωτεινό ουρανό. Απογοήτευση όλα τα όνειρα όταν δεν πραγματοποιούνται.

Βρίσκομαι σε θεραπευτήριο ψυχικών νοσημάτων εδώ και δέκα μέρες, χωρίς ένα έναυσμα, ένα κίνητρο, να  αξιοποιήσω το όμορφο πρόσωπό μου και περισσότερο την ευγενική ψυχή μου, που φευγαλέα χάνεται γίνεται γκρίζα, θλιβερή. Ήμουν είκοσι έξη τότε που σε γνώρισα, είμαι τριάντα δύο, αισθάνομαι ογδόντα δύο, θα μπορέσω να σε ξεπεράσω, να σε ξεχάσω;  Θα τα καταφέρω σκέφτομαι.  Δεν μπορώ, φωνάζω μες την νύχτα. Θέλω να ανοίξω την πόρτα στην άνοιξη και να κλείσω πια τους χειμώνες που παγώνουν την ψυχή μου. Θύμωσε σήμερα η καρδιά, αντιδρά, γκρεμίζει βουνά που  υψώθηκαν, θέλει να απελευθερωθεί.

Τα έβαλα κάτω όλα σήμερα και μέτρησα πόνους, καημούς, χαρές και λύπες.

Πρόσθεσα και τρεις δεκαετίες που βαραίνουν την ζωή μου, κόλλησα φτερά στην πλάτη μου να πετάξω και να αφαιρέσω αριθμούς από πάνω μου, είτε χρημάτων είτε ανθρώπων. Ελευθερία ζητώ και όχι αναμνήσεις. Ίσως να τα καταφέρω.

Και την επόμενη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.Έκανα  λάθος, μουρμούρισες  μα ήταν η φωνή σου, δεν με ξεγέλασες. Την επόμενη μέρα με ξανακάλεσες.

«Δεν μπόρεσα να σε ξεπεράσω, μόνο εσένα σκέφτομαι, μόνο εσένα έχω στο μυαλό μου», τόλμησες και ξεστόμισες Γέλασα και έκλεισα το ακουστικό. Ίσως ζητούσε να δει την αντίδραση μου στο πόσο τον χρειαζόμουν. Όχι, τα χρήματά μου χρειαζόταν. Είχε ανοίξει μια βιοτεχνία και σίγουρα ήθελε επενδυτή. Συνεργάτη με χρηματικά ποσά που θα πρόσθετε στους λογαριασμούς του ζητούσε. Αριθμούς θα πρόσθετε, όχι έρωτα, αγάπη, συντροφικότητα. Εγκατέλειψα την ιδέα να ασχοληθώ μαζί του ξανά. Πήρα τους δρόμους. περπάτησα σε στενά δρομάκια καθώς και η ψυχή μου στένευε κάθε μέρα και περισσότερο. Ξαφνικά άνοιξα τα μάτια του νου και βρισκόμουν κοντά σε θάλασσα, ούτε που το κατάλαβα, αφού περπατούσα σαν υπνωτισμένη.

Τόλμησα όμως να κοιτάξω την θάλασσα από το πλακόστρωτο που πατώ, τώρα, απόγευμα, με την δύση του ήλιου απέναντι  μου. Ο κυματισμός του νερού θολός μπροστά μου, όπως και το μυαλό μου. Σκέψεις ανακατεμένες, με παράλογες και  λογικές  λέξεις που μουρμουρίζει η γλώσσα μου. Η  ματιά μου έπεσε ξαφνικά στο νερό, την στιγμή που κάτι κινήθηκε και δεν ήταν ούτε ψάρι ούτε πλαστικό. Είδα μέσα το άψυχο σώμα μου, να επιπλέει μέσα στον βουρκωμένο κυματισμό. Ανατρίχιασα.

Ανακατεμένο βρώμικο τον βλέπω με όλα τα σώματα αυτών που αποφάσισαν να δώσουν ένα τέλος, εκεί στην θάλασσα και να ενώσουν τις δικές τους σαλεμένες θάλασσες με τα θολά νερά. Ξέφυγα, λίγο πιο πίσω πήγα, μην ζαλιστώ άθελά μου και σωριαστώ στο δάπεδο και κατά λάθος κυλίσω  και γίνω ένα με το νερό.

Προβλήματα και ανάκατες λέξεις. Άτολμα λόγια και ισχνές απαντήσεις. Καμία δραστική λύση, καμία σωστή  απόφαση δεν πήρα. Μόνο τους δρόμους πήρα ξεναγώντας το κορμί μου σε βρώμικα στενά, από μυρωδιές φαγητών και κρασιών, καπνούς τσιγάρων και κάτουρων. Κατέληξα κάπου άραγε;  Όχι, δεν έβγαλα το παραμικρό συμπέρασμα.

Σε βαθειά νερά παραπαίει  ο άνθρωπος που έκρυβα κάποτε και τώρα ένα φυτό που είμαι. Κοκάλωσαν τα χέρια μου, δεν κινούνται πια να δώσουν,  να πάρουν, όπως και τα μάτια μου νέκρωσαν, δεν κοιτούν τίποτα δίπλα μου ή απέναντι. Ψύχρα αισθάνομαι, μια υγρασία  στα κόκκαλα μου φτάνει, ξαφνικά λυγίζουν τα πόδια μου. Πέφτω δεν με συγκρατούν όρθια, κυλώ και μένω στα βαθειά νερά.  Πόσα πρόσθεσα κομμάτια ψυχής, πόσα έδωσα ολούθε και τι πήρα;

Ένας μηδενικός χτύπος υπάρχει στην καρδιά, είπαν όσοι προσπάθησαν να βοηθήσουν. Και με ταρακούνησαν και με αναποδογύρισαν και με χτύπησαν να συνέρθω.

Συνήρθα σε λίγο και ο ήλιος που έδυε θόλωσε τα μάτια μου, αλλά δυο μάτια προστέθηκαν επάνω από το πρόσωπό μου.

«Μα γιατί κοπέλα μου; Όλοι έχουμε προβλήματα, αλλά δεν παραιτούμαστε. Το παλεύουμε να βρούμε την άκρη. Εγώ μπορώ να σου πω τι πέρασα, αλλά τα έδιωξα, τα αφαίρεσα από την μνήμη μου. Άρχισα να ζω πάλι. Θα μπορούσα να σε βοηθήσω,να σε προσθέσω στα ενδιαφέροντά μου.Σήκω να δεις την ζωή πάλι με άλλο μάτι. Εγώ θα είμαι δίπλα σου».

Τι μου λέει, σκέφτηκα τρομαγμένη, ακούω πάλι τις ίδιες λέξεις, αφαίρεσα, προσθέσω. Όλα πάλι αριθμοί; Όχι δεν θέλω τώρα να το σκέφτομαι, είμαι τόσο ζαλισμένη.

Ανατρίχιασα, συνήλθα όμως, τι λόγια τρυφερά, τι λόγια συμπόνιας άκουσα. Μαγική στιγμή,  μαγεία όλη η ζωή που ζούμε ευτυχώς που δεν την τέλειωσα  εκεί στο βουρκωμένο  νερό.

Άνοιξα την ματιά στο μέλλον με τα μάτια του ανθρώπου που μου έδωσε το χέρι, μου έδωσε τη ελπίδα, μου έδωσε την βοήθεια του. Ανάσα του έγινε η ανάσα μου. Και η ματιές μας κοιτούν τα ίδια πράγματα. Τελικά όλα είναι αριθμοί; Μου έμαθε πως το πέντε είναι αισιοδοξία, συμβολίζει την ελευθερία και την αλλαγή. Αντιπροσωπεύει επίσης μια ποικιλία των αισθήσεων του ανθρώπου, αυτές οι αισθήσεις  που είναι πέντε.

Το επτά μου ανέφερε πως είναι η τελειότητα, που καλύπτει  όλο το σύμπαν και  πως την έβδομη μέρα ο θεός έπλασε τον άνθρωπο, που δεν τον άφησε μόνο του αλλά του έδωσε και μια σύντροφο. Και σαν κατάληξη μια δυνατή απόφαση πήρα. Επιτέλους να ζήσω με ένα άνθρωπο που σέβεται την ζωή.

Ναι, αποφάσισα και εγώ να συμβιβαστώ με την πρόσθεση και από ένα συν ένα, να γίνουμε δύο . …και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
Μαίρη Κατσανίδου Γεννήθηκα  και ζω στην Θεσσαλονίκη. Είμαι παντρεμένη με τον Σίμο Κατσανίδη. Μεγαλώνοντας  τα δύο  παιδιά μου και κάνοντας τις οικογένειες τους  μου άφησαν πολύ ελεύθερο χρόνο.  Έτσι ξεκίνησα να τον εκμεταλλεύομαι. Παρακολουθώντας  πολλά χρόνια μαθήματα Δημιουργικής Γραφής  ξεκίνησα  να γράφω.  Νοιώθω πως όταν το κάνω αυτό,  δίνω άλλη νότα στην ζωή μου.. Μου ξεκουράζει το νου, γαληνεύω. Μου αρέσει να ταξιδεύω στην φαντασία  και να ζωντανεύω τις εικόνες με λόγια. Στέλνω κείμενα μου σε σελίδες στο διαδίκτυο.   Έχω  συμμετοχή  σε τρία συλλογικά βιβλία με κείμενά μου.  Στα ορυχεία της Γραφής το 2014 – Ιστορίες με Χρώματα το 2016 – Υπάρχει …το 2017- Το 2019  εκδόθηκε η  Αριάδνη-το πρώτο  μου μυθιστόρημα. Και συνεχίζω με αυτό που αγαπώ. Το  γράψιμο…   Στο Facebook  γράφω στην δική μου ομάδα   kimenologio

Η σειρά δημοσίευσης των επόμενων διηγημάτων

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

 Το κουμπί με το νούμερο 22 –  Βασιλική Δραγούνη

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Ούτε μία στο εκατομμύριο – Ρένα Λασπίτη

 Τα νούμερα – Μαρία Μαρούτα

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

 Δίδυμοι πρώτοι – Σοφία Νικολιδάκη

Ο κύριος Νίκος  – Παντελής Τζανουδάκης  

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η αλληλουχία – Ιωάννα Χατζηαντωνίου

Στο δώδεκα – Στέλλα Τσίγκου

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Η Μαρία μου – Δώρα Καντζιλιέρη

Οι άριστοι – Αγγελική Χυτήρη

ΜΑΙΟΣ

 Το 7 για το καλό – Κλαίρη Κανελλοπούλου

Γλυκόπικρο -Κατερίνα Κρυστάλλη

ΙΟΥΝΙΟΣ

Η μεταμόρφωση – Φανή Βούλτσου 

Ο μικρός μαύρος πίνακας – Μιχάλης Μακόγλου

ΙΟΥΛΙΟΣ

Στο τεσσαρακοστό πέμπτο χιλιόμετρο της Αττικής Οδού -Κωνσταντίνος Ν. Κιούσης

Ξεραμένο αίμα – Καλλιόπη Παπαδοπούλου