Επιλογή Eyelands/ Τα νούμερα – Μαρία Μαρούτα

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 10ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος (ελληνικό τμήμα) που επιλέχθηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται τον Αύγουστο. 21 συγγραφείς συμμετέχουν με διηγήματά τους στην Επιλογή για το 2020. Η δημοσίευση ακολουθεί τη σειρά συμμετοχής. Τα διηγήματα   ανεβαίνουν στο περιοδικό κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο.  Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η τελευταία χρονιά για το ελληνικό τμήμα του διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος άρα και για την επιλογή.  Το θέμα του 10ου διαγωνισμού ήταν: «Αριθμοί».  Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι: 

Τα νούμερα
της
Μαρία Μαρούτα

Η γραμματέας του γραφείου στο μεγάλο νοσοκομείο των Αθηνών που εργαζόμουν σαν καθηγητής χειρουργικής κτύπησε διακριτικά.

– Εμπρός, απάντησα. ( Ήμουν σε σύσκεψη με τους συνεργάτες μου).

_-Κύριε καθηγητά είπε η γραμματέας, συγνώμη που διακόπτω τη σύσκεψή σας , αλλά ένας κύριος ικετεύει κλαίγοντας να σας μιλήσει λέει πως είναι ανάγκη.

_-Να περάσει είπα και σηκώθηκα να υποδεχθώ τον άνθρωπο που παρακαλούσε να με δει.

_-Καθίστε του είπα φιλικά σας ακούω.( Το ύφος του ήταν περίλυπο και φοβισμένο.)

    -Κύριε καθηγητά άρχισε ο επισκέπτης, θέλω να σας μιλήσω ..ιδιαιτέρως. Καταλαβαίνοντας την πρόθεση του είπα.

     – Καλέ μου φίλε από τους συνεργάτες μου δεν έχω μυστικά μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα. Βγάζοντας το χέρι του από την τσέπη έβαλε πάνω στο γραφείο μου μερικά χιλιάρικα.

        -Θα ήθελα να σας παρακαλέσω κύριε καθηγητά να χειρουργήσετε εσείς το παιδί μου. Τον κοίταξα με οίκτο και γυρνώντας στους συνεργάτες μου του είπα, σηκώνοντας το ένα μου φρύδι. 

       -Ξέρετε το δικό μου κασέ είναι υψηλό, αυτά που μου δίνεις είναι ψίχουλα. Δε μου βγαίνουν τα νούμερα. Καταλάβατε;

      – Ω μην ανησυχείτε έχω ειδοποιήσει τη γυναίκα μου στο χωριό να πουλήσει τα πρόβατα. Πείτε μου πόσα θέλετε και θα σας τα φέρω, για να σας βγουν.

 Είχε τόση ικεσία το βλέμμα του που τον λυπήθηκα και δεν θέλησα να παρατείνω την αγωνία του.

      -Ακούστε αγαπητέ μου του είπα κτυπώντας τον στην πλάτη φιλικά, το νοσοκομείο αυτό είναι κρατικό κι εγώ και οι συνεργάτες μου είμαστε υπάλληλοι στο κράτος και κράτος είναι ο κάθε πολίτης που μπαίνει μέσα εδώ, και έχει συνεισφέρει να γίνει αυτό το νοσοκομείο και να πληρωνόμαστε εμείς. Γιατί λοιπόν πρέπει να μας πληρώσεις επιπλέον; Ασφαλώς η ομάδα μας, όπως μας βλέπεις θα χειρουργήσουμε το παιδί σου και θα του δώσουμε την πρέπουσα προσοχή, χωρίς καμία επιβάρυνση από μέρους σου, διότι ούτε το δικαιούμεθα αλλά ούτε και το θέλουμε. Να πας λοιπόν στο καλό πάρε και τα χρήματά σου και σε καμία περίπτωση να μην πουλήσεις τα πρόβατά σου.

 Ο άνθρωπος πήρε τα χρήματά του και θέλησε να μου φιλήσει τα χέρια, όχι-όχι του είπα, ψηλά το κεφάλι και να ξέρεις ότι και εσύ κι όλοι όσοι έρχονται εδώ έχετε πληρώσει και με το παραπάνω. Ξέρω πως κάποιοι από τους συνεργάτες μου και αρκετοί από τους συναδέλφους μου καθηγητές με οικτίρουν γι’ αυτή μου την συμπεριφορά, όμως αυτός είναι ο χαρακτήρας μου , δεν αλλάζει.

Προσπάθησα να μην δείξω τα πραγματικά μου πιστεύω ώσπου να πάρω την έδρα του καθηγητού της χειρουργικής, διότι ξέρω πολύ καλά ότι θα μου έβαζαν εμπόδια, αν και τα προσόντα μου ήταν πολλά. Τα λόγια της μανούλας μου της Ξένιας ακόμη ακούγονται στα αυτιά μου. ΄΄Παιδί μου όταν γίνεις με το καλό γιατρός, να συμπαραστέκεσαι και να βοηθάς τους φτωχούς ανθρώπους΄΄.

 Για μένα αυτά της τα λόγια κι άλλα πολλά ήταν διαταγή. Δυστυχώς στον εργασιακό μου χώρο υπήρχε μια κατάσταση ανεπίτρεπτη.   Η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων μου που κυνηγούν τα νούμερα εκμεταλλεύονται τον πόνο και την  άγνοια των ανθρώπων και ειδικά σ’ αυτούς  από την επαρχία με ταρίφα  υψηλή και μάλιστα το απαιτούσαν και το λυπηρό είναι΄΄ πως όλα αυτά γινόντουσαν με την ανοχή της πολιτείας και των οργάνων της.

Κατάγομαι από μια μικρή παραλιακή πόλη της Πελοποννήσου, εκεί, γεννήθηκα και μεγάλωσα, ο πατέρας μου γεωπόνος στο επάγγελμα γεννήθηκε στην Αμερική από γονείς Έλληνες μετανάστες. Όταν τελείωσε τις σπουδές του οι γονείς του τον έφεραν στην Ελλάδα για να γνωρίσει την γενέτειρα.

 Έτσι έφτασαν στην μικρή μας πόλη, μια Κυριακή πρωί.  Ζούσαν ακόμη τότε οι παππούδες και οι γιαγιάδες κι από τους δύο γονείς. Όταν οι διακοπές τελείωσαν ο πατέρας μου είχε ερωτευθεί παράφορα τη μητέρα μου, ήταν κόρη ενός ιατρού της περιοχής. Εκ των υστέρων έμαθα ότι επρόκειτο για καλλονή με σπάνια καλλιέργεια και ψυχικά χαρίσματα. Ήταν το μόνο παιδί της οικογένειας και οι γονείς της είχαν μεγάλη κτηματική περιουσία με ελαιώνες και μεγάλη έκταση πορτοκαλιών και λεμονιών, διάφορες ποικιλίες μήλα, μεγάλα περιβόλια με πολλά και διάφορα λαχανικά. Βεβαίως προΐστατο ως γεωπόνος και η παραγωγή ήταν τις περισσότερες χρονιές επιτυχημένη. Ο πατέρας της μητέρας μου σκέφθηκε πως για την κόρη του θα ήταν σπουδαία περίπτωση για γάμο, και μιας και είδε πως τα δύο παιδιά είχαν αμοιβαίο αίσθημα, σχεδόν ο ίδιος πρότεινε στον πατέρα μου πως η οικογένειά του θα ήταν ευτυχής αν η σχέση αυτή κατέληγε σε γάμο. Ο πατέρας μου αγάπησε πολύ την εύφορη αυτή περιοχή, αλλά κι ο έρωτας του για τη μητέρα μου ήταν δυνατός. Έτσι κανονίστηκε και έγινε ο γάμος με χιλιάδες καλεσμένους από όλη την περιοχή.

Δυστυχώς όμως εκείνος ο μεγάλος έρωτας δεν ήταν τυχερό να ευτυχήσει.

 Το ζευγάρι απέκτησε δύο αγόρια ο πρώτος είμαι εγώ, το δεύτερο παιδί της οικογένειας γεννήθηκε με σύνδρομο Down. Σύννεφα λύπης σκέπασαν το σπιτικό αλλά με ψυχραιμότερη σκέψη αποφάσισαν να δεχθούν το πρόβλημα και να προσπαθήσουν να κάνουν ότι καλύτερο γίνεται για το παιδί τους. Η ατυχία όμως κυνήγησε αλύπητα αυτό ο όμορφο ζευγάρι πριν κλείσει τα δύο ο αδελφούλης μου. Ο Στέφανος ήταν δύο ετών  κι εγώ στα τέσσερα, η μητέρα μας αρρώστησε ξαφνικά από καλπάζουσα λευχαιμία και σε λιγότερο από τρεις μήνες άφησε την τελευταία της πνοή σε νοσοκομείο της πρωτεύουσας, παρά την υπεράνθρωπη προσπάθεια των γιατρών.

Το κτύπημα ήταν τριπλό, για τον πατέρα μου διότι η ζωή του αναποδογυρίστηκε. Μόλις, που θυμάμαι αυτή την περίοδο της ζωής μου, θα πρέπει να πόνεσα πολύ, θυμάμαι τους μαυροφορεμένους συγγενείς την γιαγιά που έκλαιγε συνέχεια τον πατέρα μου που καθόταν στο μπαλκόνι, το οποίο είχε θέα τη θάλασσα αλλά δεξιά ψηλά έβλεπε ένα κομμάτι από το κοιμητήριο, το βλέμμα του ήταν συνήθως χαμένο.  Ο μικρός μας Στέφανος έκλαιγε συνέχεια, λόγω του προβλήματός του και της μικρής του ηλικίας, δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε. Μετά από φροντίδα του ιατρού παππού μας ο οποίος ήταν συντετριμμένος για τον χαμό της μοναχοκόρης του, βρήκε το κουράγιο και φρόντισε και για μας.  Έτσι δύο νεαρές κυρίες η μια ήταν ψυχολόγος και η άλλη κοινωνική λειτουργός μας επισκέπτονταν, για να μας  βοηθήσουν όσο γινόταν, να ξεπεράσουμε τον πόνο της μεγάλης απώλειας.

Βεβαίως όλα αυτά τα κατάλαβα αργότερα, από τις διηγήσεις της μανούλας μου της Ξένιας. Ποια ήταν όμως η μανούλα μου η Ξένια;  Ήταν η κοινωνική λειτουργός η οποία πέρα από το επαγγελματικό της καθήκον, έδειξε περίσσευμα ανθρωπιάς κι αγάπης και στους τρεις μας, στον πατέρα μου και σε μας τα δύο παιδιά του. Ο μικρούλης Στέφανος,  όπως φαινόταν  έβρισκε ένα ζεστό καταφύγιο στην αγκαλιά της.

Η γλυκιά μας Ξένια, έγινε τόσο απαραίτητη στη ζωή μας όχι μόνο σαν επιστήμονας αλλά και σαν παρουσία σαν άνθρωπος, τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία κι εκείνη ένοιωθε το ίδιο. Έδειχνε την απέραντη αγάπη της σ΄ εμάς τα παιδιά, αλλά και στον πατέρα μας έδειχνε εκτίμηση και συμπαράσταση, κατανόηση κι αγάπη. Η Ξένια μας, πύκνωσε τις επισκέψεις στο σπίτι πέρα του υπηρεσιακού της καθήκοντος. Το σπουδαιότερο είναι πως και ο παππούς και η γιαγιά είδαν με συναισθήματα ανακούφισης  την προσφορά και την αγάπη της Ξένιας. Κατάλαβαν πως αυτό ήταν κάτι σαν δώρο Θεού και σιγά-σιγά μετέδωσαν την αισιοδοξία τους αυτή, στον απογοητευμένο μας  πατέρα.

 Ένας πολύ δύσκολος χρόνος πέρασε, ο πόνος είχε καταλαγιάσει σ ΄όλους μας και με την παρότρυνση του παππού και της γιαγιάς η απαραίτητη σε όλους μας Ξένια πήρε τη θέση που της άρμοζε στη ζωή μας. Έγινε η δεύτερη γυναίκα του πατέρα μας και μια κανονική μανούλα, για μας τα παιδιά.   

Η Ξένια δέχθηκε με πολύ χαρά την πρόταση γάμου που της κάναμε όλοι μαζί, ο μπαμπάς, ο παππούς, η γιαγιά κι εγώ, που είχα αρχίσει να τη φωνάζω μανούλα.

 Σε ένα μικρό ερημοκλήσι με λίγους καλεσμένους έγινε ο γάμος του πατέρα μας , με τη Ξένια ζήσαμε τρία ήρεμα και μπορώ να πω ευτυχισμένα χρόνια.

 Στο μυαλό μου η μνήμη της μητέρας μου σιγά σιγά ξεθώριασε, ο αδελφούλης μου κι εγώ λατρεύαμε την Ξένια και μας λάτρευε και αυτή. Οι παιδικές μας αρρώστιες και οι διάφορες ιώσεις πέρασαν ανώδυνα με τις φροντίδα της.

Η πρώτη μέρα που πήγα στο νηπιαγωγείο ήταν για μένα όπως και σε όλα τα παιδιά χαρούμενη γιορτή, τα πρώτα γραμματάκια, τα πρώτα χειροτεχνήματα, οι πρώτες ζωγραφιές, φασουλήδες, τους φτιάχναμε μαζί. Ο πατέρας μας ασχολείτο μαζί μας τις λίγες ελεύθερες ώρες που είχε αλλά η ψυχή μας, η ζωή μας, ήταν η μανούλα μας η Ξένια.

Όμως η ατυχία και ο θάνατος μας ξανακτύπησαν την πόρτα, και τούτη τη φορά πόνεσε περισσότερο διότι ήμουν μεγαλύτερος και ένοιωθα περισσότερο.

 Ο αιφνίδιος θάνατος του πατέρα μας μέσα στα περιβόλια ήταν το αποκορύφωμα του δράματος. Οι εργάτες που ήταν μαζί του, δεν μπόρεσαν να του προσφέρουν τίποτε. Αργότερα βέβαια έμαθα πως ούτε και η νεκροψία διαφώτισε τους δικούς μου, ανακοπή καρδιάς χωρίς αιτία. Το σπίτι μας μαυροφορέθηκε και πάλι. Μόλις είχα κλείσει τα οκτώ μου χρόνια και είχα δεχθεί δύο απανωτά κτυπήματα. Έχασα τη μητέρα μου και τον πατέρα μου.

 Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν χαρούμενα, πολλές φορές ένοιωθα , έβλεπα την μανούλα μου την Ξένια να κλαίει, βιαζόταν να σκουπίσει τα δάκρυά της να μου χαμογελάει για να μου πει έναν καλό λόγο όπως πάντα. Ο αδελφούλης μου με το εκ γενετής σοβαρό πρόβλημα που είχε, έδειχνε ελάχιστες φορές ότι καταλάβαινε. Η μανούλα μου η Ξένια βοηθούμενη κι από τους ειδικούς που συχνά τον έβλεπαν και το ειδικό σχολείο που φοιτούσε τον βοηθούσε αρκετά για να είναι σε κάποια ΄΄ισορροπία΄΄. Το καλό είναι πως η αγκαλιά της ήταν γι’ αυτόν καταφύγιο σιγουριάς.

Η γιαγιά και ο παππούς της μητέρας οι γονείς ήταν καθημερινά στο σπίτι μας και βοηθούσαν τη μανούλα μας σ΄ ότι  χρειαζόταν. Ο παππούς και η γιαγιά από την Αμερική γονείς του πατέρα μου ερχόντουσαν κάθε καλοκαίρι και καθόντουσαν δύο μήνες μαζί μας. Ναι είχαμε πολύ αγάπη και φροντίδα από όλους.

 Όταν πέρασαν τρία χρόνια ένα βράδυ την ώρα του δείπνου καλοκαίρι Αύγουστος μήνας, οι τέσσερις ηλικιωμένοι παππούδες και γιαγιάδες είχαν ως φαίνεται προ συνεννοηθεί να μιλήσουν στην Ξένια για τη δική της ζωή.

 Πλησίαζα τα δώδεκα μου χρόνια και καταλάβαινα τα πάντα. Άρχισε να μιλάει ο παππούς ο πατέρας του μπαμπά. ‘’ Ξένια παιδί μου τώρα που καταλάγιασε ο πόνος σ΄ όλους μας και για να μη φανούμε και  εγωιστές  θέλουμε να συζητήσουμε μαζί σου για το μέλλον το δικό σου’’.

Είσαι νέα κοπέλα κόρη μου και φυσιολογικό είναι να ζητήσεις από τη ζωή τα δικαιώματά σου. Εννοώ να έχεις σύντροφο να αποκτήσεις και πραγματικά δικά σου παιδιά. Ξέρω πόσο αγαπούσες το γιό μου, όμως δεν πρόλαβες να φέρεις στον κόσμο κι ένα πραγματικά δικό σου παιδί, η ζωή τα έφερε διαφορετικά.

 Η Ξένια τους κοίταξε έναν- έναν με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια της, κοίταξε κι εμάς τα παιδιά, κατέβασε το βλέμμα της και είπε με σιγανή τρεμάμενη φωνή.

 Σας ευχαριστώ που με σκέφτεστε είστε όλοι σας αξιοθαύμαστοι κι ευγενικοί να είστε βέβαιοι, αν ποτέ νοιώσω την ανάγκη να δημιουργήσω μίαν άλλη οικογένεια, οι πρώτοι που θα το μάθετε θα είστε εσείς. Τώρα νοιώθω την ανάγκη να είμαι κοντά στα παιδιά τα οποία αισθάνομαι δικά μου και είναι όλη μου η ζωή. Μας αγκάλιασε και τα δύο και τη σφιχταγκαλιάσαμε κι εμείς.

 Όσο τα παιδιά με έχουν ανάγκη και με θέλουν θα είμαι κοντά τους. Ποτέ άλλοτε δεν έγινε κουβέντα για το θέμα αυτό, έτσι τα χρόνια περνούσαν και η αμοιβαία αγάπη μας γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Θυμάμαι πως σ΄ όλες τις εκθέσεις με ελεύθερο θέμα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, της αφιέρωνα ολόκληρα φύλλα με  την ευγνωμοσύνη μου, σε σημείο που όταν οι δάσκαλοι διάβαζαν τις εκθέσεις μου να δακρύζουν. Με θαυμασμό περιέγραφα πως ξενυχτούσε δίπλα μας στις αρρώστιες μας με τη στοργή και αγάπη μας μεγάλωνε και φρόντιζε για όλα.

Η Ξένια είχε πολύ αγάπη μέσα της και δίδασκε ανθρωπιά. Θυμάμαι πως όταν μιλούσε με τον γεωπόνο που είχε αναλάβει τα κτήματά μας, τον συμβούλευε να προσέχει στις ποσότητες φυτοφαρμάκων και να είναι όσο το δυνατόν λιγότερες γίνεται, κι ας μην είχαμε μεγάλη παραγωγή.

 Να είναι τα προϊόντα μας κατάλληλα για τα δικά μας παιδιά αλλά και για όλα τα παιδιά του κόσμου έλεγε. Μιλούσε πάντα για όλους τους ανθρώπους με αγάπη και σεβασμό. Ακούραστη, με το γλυκό της χαμόγελο αντιμετώπιζε τις καθημερινές δυσκολίες, με γενναιότητα και υπομονή.

 Σχεδόν κάθε απόγευμα ανηφόριζε προς το νεκροταφείο και άναβε τα καντήλια. Στη μικρή μας πόλη όλος ο κόσμος τη σεβόταν, την εκτιμούσε και τη θαύμαζε. Ήταν μια πραγματική κυρία, που είχε γεννηθεί για μάνα, πόσο τυχερός ένοιωθα που μεγάλωσα κοντά της.

Φοιτητής πλέον στην ιατρική σχολή της Αθήνας, κάθε Σαββατοκύριακο  έφευγα με το αυτοκίνητο για τη μικρή μας πόλη, κι ανησυχούσα να φτάσω, να τους δω ότι είναι καλά. Οι γιαγιάδες μου και οι παππούδες μου είχαν φύγει φυσιολογικά από τη ζωή κι έτσι είχαμε μείνει οι τρεις μας, πιο ενωμένοι και πιο αγαπημένοι από ποτέ. Όταν τελείωσα το Πανεπιστήμιο και ήρθε η ώρα της ορκωμοσίας για το πτυχίο μου και μάλιστα αρίστευσα η μανούλα μου η Ξένια ήταν στα πρώτα καθίσματα της αίθουσας. Όταν άκουσε το όνομά μου και τα συγχαρητήρια του Πρύτανη για την πρωτιά μου, δάκρυσε.  Έτρεξα κοντά της και της είπα φιλώντας τη.

 ‘’ Γλυκιά μου Ξένια είναι δικό σου έργο αυτή η πρωτιά’’. Συγκινημένη μου απάντησε ότι η δική μου προσπάθεια έφερε αυτό το αποτέλεσμα, καλή συνέχεια και καλή σταδιοδρομία αγόρι μου. Η καλοσύνη της ήταν ανεξάντλητη και η ανθρωπιά της ανώτερη.

Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα αποχαιρέτησα τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα διότι, από μεγάλο νοσοκομείο του Σικάγου Αμερικής ήλθε θετική η απάντηση,  στην έκκλησή μου για ειδίκευση, στο εν λόγω νοσοκομείο.

 Η μανούλα μου η Ξένια με αποχαιρέτησε δίνοντάς μου χίλιες ευχές για την πραγματοποίηση των ονείρων μου.

Πέντε ολόκληρα χρόνια διήρκησε η εκπαίδευσή μου και στο διάστημα αυτό τρεις φορές τουλάχιστον το χρόνο ερχόμουν στην πατρίδα, για να βλέπω τα πιο αγαπημένα πρόσωπα που είχα καιρό να δω. Η μικρή παραλιακή μας πόλη ήταν για μένα η πιο όμορφη γωνία του πλανήτη.

Όταν τελείωσα ήρθαν βροχή οι προτάσεις από Πανεπιστήμια και από διάφορα ερευνητικά κέντρα για την παραμονή μου εκεί και σύμφωνα με τα  δεδομένα θα μπορούσα να εξελιχθώ, και να κάνω διεθνή καριέρα.

 Όμως η καρδιά μου ήταν στην Ελλάδα, γύρισα στη χώρα μου και κοντά στα αγαπημένα μου πρόσωπα. Δυστυχώς θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η κατάσταση είναι δύσκολη για να μπορέσεις να εργαστείς, και πολύ περισσότερο για να ξεχωρίσεις και να αναδειχθείς. Με πολύ υπομονή και επιμονή κατάφερα να αναδείξω τα προσόντα μου, και να ξεπεράσω τις ίντριγκες και τη μιζέρια του κατεστημένου.

Μετά δύο χρόνια κατέλαβα τη θέση του καθηγητού χειρουργικής με παράλληλη εργασία σε μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας. Ναι ήταν άθλος στο συγκεκριμένο εργασιακό περιβάλλον να αναδειχθώ.

Τώρα προσπαθώ με νύχια και με δόντια να κρατήσω την ανθρωπιά και τις αρχές που κληρονόμησα από την Ξένια, τη μάνα με το κεφαλαίο Μ.

 Και για να επανέλθω στα προσωπικά μου παντρεύτηκα μια εξαίρετη συνάδελφο κι αποκτήσαμε δύο πολύ χαριτωμένα παιδιά.

Μπορώ επιτέλους να πω ότι είμαι ευτυχισμένος και υπόσχομαι ότι η πορεία μου θα είναι στο δρόμο της προσφοράς και της ανθρωπιάς, που μου χάραξε η ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ Η ΞΕΝΙΑ.  Είναι το 2002 ζούμε όλοι μαζί σ’ ένα μεγάλο σπίτι με κήπο, σε προάστιο της Αθήνας.  Με συχνές επισκέψεις και αρκετές ημέρες παραμονής στην πανέμορφη μικρή παραλιακή μας πολιτεία.

Τα επόμενα διηγήματα /ΕΠΙΛΟΓΗ  EYELANDS (με σειρά συμμετοχής)

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

 Δίδυμοι πρώτοι – Σοφία Νικολιδάκη

Ο κύριος Νίκος  – Παντελής Τζανουδάκης  

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η αλληλουχία – Ιωάννα Χατζηαντωνίου

Στο δώδεκα – Στέλλα Τσίγκου

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Η Μαρία μου – Δώρα Καντζιλιέρη

Οι άριστοι – Αγγελική Χυτήρη

ΜΑΙΟΣ

 Το 7 για το καλό – Κλαίρη Κανελλοπούλου

Γλυκόπικρο -Κατερίνα Κρυστάλλη

ΙΟΥΝΙΟΣ

Η μεταμόρφωση – Φανή Βούλτσου 

Ο μικρός μαύρος πίνακας – Μιχάλης Μακόγλου

ΙΟΥΛΙΟΣ

Στο τεσσαρακοστό πέμπτο χιλιόμετρο της Αττικής Οδού -Κωνσταντίνος Ν. Κιούσης

Ξεραμένο αίμα – Καλλιόπη Παπαδοπούλου

///////

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Μαρία Μαρούτα αγαπά την γραφή και την Παράδοση. Από τα σχολικά της χρόνια κατέγραφε γεγονότα που της έκαναν εντύπωση σαν παιδί, από λαογραφικές εκδηλώσεις και συνέχισε στην ενήλικη ζωή να συγγράφει αλλά και να αποτυπώνει στο χαρτί  Έθιμα και παραδόσεις, ιστορικά ντοκουμέντα από την  Ελληνική Ύπαιθρο της ιδιαίτερης Πατρίδας της, κυρίως  της Αρκαδίας. Η αρθρογραφία της σε τοπικές εφημερίδες της Πελοποννήσου αλλά και της Ελευσίνας περιοχή που μετοίκησε  και έζησε για αρκετά χρόνια, ως ενήλικας. Στην ενεργό εργασιακή ζωή, ασχολήθηκε με τις κοινωνικές επιστήμες. Τα συντάξιμα χρόνια είναι αυτά που της προσέφεραν την ευκαιρία περαιτέρω της συγγραφής, με μια άλλη πιο ώριμη ματιά  που της χάρισαν οι εμπειρίες της ζωής, αλλά και η ενασχόλησή της με τα κοινά.