Επιλογή Eyelands – Ο κύριος Νίκος, του Παντελή Τζανουδάκη

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 10ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος (ελληνικό τμήμα) που επιλέχθηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται τον Αύγουστο. 21 συγγραφείς συμμετέχουν με διηγήματά τους στην Επιλογή για το 2020. 

Η δημοσίευση ακολουθεί τη σειρά συμμετοχής. Τα διηγήματα   ανεβαίνουν στο περιοδικό κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο.  Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η τελευταία χρονιά για το ελληνικό τμήμα του διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος άρα και για την επιλογή.  Το θέμα του 10ου διαγωνισμού ήταν: «Αριθμοί».  Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι: 

Ο κύριος Νίκος

του
Παντελή Τζανουδάκη

Η πρώτη μας  γνωριμία δεν ήταν οπτική μα ακουστική. Καθώς έκανα μάθημα στη Ρινούλα την εγγονή του, μια μελωδία από ένα ακορντεόν έφτασε  γλυκά στ αυτιά μου αποσπώντας με από τις ανιαρές προσθαφαιρέσεις.

Τί όμορφα που παίζει, είναι μήπως κάποιος γείτονας;

Όχι, είναι ο παππούς μου, είπε με καμάρι η Ρινούλα, σας αρέσει κύριε;

Πολύ, πάρα πολύ όμως, μακάρι να παίζει  όταν κάνουμε μάθημα, θα είναι ένα μάθημα μετά μουσικής .

Από τότε όταν τον συναντούσα- και τον συναντούσα τακτικά γιατί έκανα και στ άλλα του εγγόνια μάθημα- στις σκάλες ανεβαίνοντας και χαιρετώντας τον, εισέπραττα το πιο εγκάρδιο χαμόγελο που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.

Κάποια μέρα κι ενώ πήγαινα στον εγγονό του, περνώντας  από τον «Καλόφουρνο» στο «Παλατάκι» τον πήρε το μάτι μου να κάθεται στο παγκάκι μπροστά –μεγάλη απόσταση απ το σπίτι του- και σταμάτησα, κατέβηκα απ τα αμάξι πλησιάζοντάς τον. Μόλις με είδε μου  φώναξε καλόκαρδα.

Ξέρω που πας Λακωνίας 27, το βρήκα; Την έλυσα σωστά την άσκηση;

Ναι  πολύ σωστά, γι αυτό σταμάτησα, όμως  επειδή  είναι μεγάλη η απόσταση μέχρι το σπίτι σας, ελάτε να σας πάρω με το αμάξι.

Α δεν με  ξέρεις καλά εσύ , περπατάω  κάθε μέρα εγώ και τώρα που με βλέπεις να κάθομαι, ξεκουράζομαι λίγο και θα συνεχίσω μετά. Πήγαινε εσύ, εγώ θα  έρθω αργότερα με το πάσο μου.

Το μάθημα στη μικρή είχε τελειώσει, η Ρίνα έφυγε τρέχοντας να πάει στην Τέτη την ξαδελφούλα της, άλλωστε οι ασκήσεις είναι αγγαρεία για τα παιδιά, απλά εμείς οι μεγάλοι αργούμε να το καταλάβουμε, κι εγώ φεύγοντας βλέπω τη μαμά της Ρινούλας συννεφιασμένη.

Τι έγινε ρε Χρυσώ, μήπως πέσαν τα καράβια σου έξω; Γιατί έχεις σήμερα αυτά τα μούτρα; μήπως έγινε κάτι σοβαρό;

Άσε με μωρέ ήταν εδώ ο πατέρας μου, είχα τα μπουρίνια μου από τη δουλειά, και για ασήμαντο λόγο του φώναξα  κι εγώ, τα έβαλα μαζί του χωρίς να φταίει ουσιαστικά, αυτός δεν είπε βέβαια κουβέντα, μόνο στεναχωρήθηκε και σηκώθηκε κι έφυγε. Μετά βέβαια κατάλαβα τη βλακεία μου, όλοι μας  πάντα μα πάντα ρε παιδί μου σε λάθος ανθρώπους ξεσπάμε τελικά, άλλοι μας φταίνε κι άλλοι την πληρώνουν συνήθως,  έτσι κι εμένα με πήραν τα ζουμιά και να μαι τώρα.

 Έλα μωρέ μη στεναχωριέσαι, πατέρας σου είναι,  κι ένας γονιός πάντα καταλαβαίνει.

Δεν είναι αυτό μόνο, καπάκι έρχεται ο γιος μου και τί μου λέει;

Ρε μαμά ξέρεις ότι ο παππούς πρέπει να πάει να τον δει  οφθαλμίατρος;

Γιατί από πότε εσύ ξέρεις και από ιατρική και διέγνωσες ότι ο παππούς χρειάζεται οφθαλμίατρο;

Ρε μαμά πέρασε σήμερα απ το σχολείο και ήταν έξω απ το προαύλιο, μας έβλεπε που παίζαμε μπάλα, δεν είχαμε μάθημα εκείνες τις ώρες γιατί  έλλειπαν δυο καθηγητές σήμερα, αλλά όταν έφευγε που είχα πάει κοντά του να τον χαιρετίσω και με χαρτζιλίκωνε, τα μάτια του έτρεχαν. Άρα φως φανάρι πως θέλει οφθαλμίατρο.

Μού πε κι αυτά ο γιος μου, να τα μάτια μου να τρέχουν, τη μία από συγκίνηση την άλλη από ενοχές, γύρισα κι εγώ από την άλλη να μην με δει ο μικρός πως κλαίω, πώς να εξηγήσεις σ ένα παιδί  πως κι ο παππούς του κι εγώ, δύο άτομα στο ίδιο σπίτι, για να θέλουμε οφθαλμίατρο, μάλλον κάτι άλλο θα συμβαίνει.

Ήταν έντεκα με εντεκάμιση, είχε στη τσέπη του κάτι λογαριασμούς της κόρης του  να πάει να τους πληρώσει , μα τα βήματα του τον οδηγούσαν προς την πλατεία, στέκι συνήθως των ηλικιωμένων φίλων του. Έλα μωρέ οι λογαριασμοί πληρώνονται και αύριο σκέφτηκε.

Οι φίλοι λείπανε και τα  άσκοπα βήματα του τον έφεραν κοντά στο σχολείο του εγγονού του. Φωνές παιδικές μα όμορφες, στριγκλιές και σφυρίγματα γηπέδου μέσα απ το προαύλιο κι ο κυρ Νίκος άρχισε να ψάχνει να δει μήπως είναι κι ο εγγονός του μ αυτούς που έπαιζαν ποδόσφαιρο. Ήξερε πως του άρεσε πολύ και τη χαιρόταν τη μπάλα , έψαχνε κοίταζε  τα μάτια του δεν τον βοηθούσαν και τόσο, όμως ξαφνικά τον είδε, ήταν μέσα στην ομάδα που έπαιζαν δίτερμα, τον έβλεπε πλέον καθαρά, γεμάτο ιδρώτα και πάθος να προσπαθεί να βάλει γκολ.

Νικολάκη  έι Νικολάκη! Πού να τον ακούσει ο Νίκος, ο Νίκος ήθελε το γκολ εκείνη την  ώρα όσο τίποτα άλλο.

Νικολάκη  βρε Νικολάκη!

Ποιόν Νίκο θέλετε τον Γεωργίου; Τον ρώτησε ένας μαθητής που δεν έπαιζε.

Τον Καραγιάννη  μωρέ τον Καραγιάννη, φώναξε τον σε παρακαλώ, είμαι ο παππούς του.

Ρε Νικόλα, Καραγιάννηηη, δεν ακούς ρεεε, ο παππούς σου σε ζητάει.

Άκουσε μετά πολλά ο Νίκος και πλησίασε μούσκεμα στα κάγκελα .

Παππού ,γεια σου παππού, τί κάνεις εδώ;

Να πέρναγα, είχα μια δουλειά εδώ κοντά. Να έλα εδώ,  αυτό δικό σου να πάρεις κάτι να φας και να πιεις και κανένα χυμό.

Ρε παππού αυτό είναι πενηντάρι, είσαι καλά; Τί να τα κάνω τόσα λεφτά;

Να πάρεις και τυρόπιτα και χυμό και θα κεράσεις όλους όσους παίζετε.

Και πάλι ρε παππού είναι πολλά, και όλοι να κεραστούμε πάλι θα περισσέψουν.

Να μην περισσέψουν , να μη φέρεις πίσω ρέστα, θα κεράσεις κι όσους φτάσουν τα λεφτά. Ρέστα δεν θα φέρεις πίσω μ  άκουσες; Μπορεί για μένα να είσαι ο Νικολάκης, για όλους τους άλλους να είσαι ο Νικόλας. Άντε γεια σου τώρα.

Ένοιωσε τα μάτια του να τρέχουν, γύρισε γρήγορα απ την άλλη μην προλάβει ο εγγονός του να τον δει που κλαίει.

Στη Ζάκυνθο είχε γεννηθεί, σ ένα χωριό τα χρόνια της φτώχιας και της ανέχειας. Στο σχολείο μαζί με τον φίλο του τον Διονύση στο μικρό μα και στο μεγάλο διάλειμμα παίζανε,  αστειευόντουσαν και περιμένανε πότε να εμφανιστεί ο Καραμελόμηλας,  όχι βέβαια για ν αγοράσουν, απλά για να βλέπουν. Πού να περίσσευε πενηνταράκι στους δικούς τους για να αγοράσουν το πολυπόθητο καραμελόμηλο. Κάθε μέρα που πέρναγε, κάθε μέρα ήλπιζαν στην επομένη, στο αύριο, πάντα ευχόντουσαν την άλλη να έχουν το πολύτιμο  πενηνταράκι στην τσέπη τους έτσι για να δουν πώς είναι αυτό το γλυκό που το παίνευαν όσοι το δοκίμαζαν. Έτσι κι εκείνο το πρωί, μα κάποια ευχή είχε πιάσει, ο Νίκος έφευγε απ το σπίτι με πενηνταράκι στη τσέπη,  η γιαγιά του είχε φροντίσει γι αυτό την προηγούμενη, όταν καθαρίζοντας ένα συρτάρι το βρήκε ξεχασμένο μέσα. Ήταν πολύ χαρούμενος, η αίσθηση της πρώτης φοράς ιδιαίτερα μιας γλυκιάς στιγμής δεν τον άφηνε σε ησυχία, κάθε τόσο έβαζε το χέρι στη τσέπη για έλεγχο μήπως και είχε πέσει απ το παντελόνι του.  Όταν όμως χτύπησε το κουδούνι για το πρώτο διάλειμμα συνειδητοποίησε  πως αυτός κι ο φίλος του ο Διονύσης  τα μοιραζόντουσαν όλα, άρα σίγουρα θα του έδινε το μισό, αυτό το είχε  δεδομένο. Φίλοι κολλητοί, όλα πάντα στη μέση.  Όμως για πρώτη φορά δεν ήθελε το μισό, το ήθελε ολόκληρο, δεν  το είχε δοκιμάσει ποτέ,  αν είχε κι άλλο  πενηνταράκι θα έπαιρνε δύο, ένα για τον καθένα τους. Προβληματίσθηκε τόσο που  έγινε αντιληπτό από τον φίλο του.

Τί τρέχει ρε Νικόλα;  έγινε κάτι και στεναχωρήθηκες;

Δεν ήθελε να του πει, βρήκε μια πρόχειρη δικαιολογία και τον έστειλε στην τάξη να του φέρει κάτι απ το θρανίο τους. Στο μεταξύ τα μάτια του είχαν πέσει στην Μανωλία, μια μικρή δυστυχισμένη ύπαρξη, μεγαλύτερη του μα σε μικρότερη τάξη, τότε οι δάσκαλοι άφηναν στην ίδια τάξη  αν δεν μάθαινες τα βασικά, ποιός να την διαβάσει ή να την βοηθήσει στα μαθήματα;  Ποιός νοιαζόταν τότε για γράμματα όταν πολλές φορές δεν έμπαινε τσουκάλι στη φωτιά για κάποια σπίτια;  Ήταν γειτονοπούλα του και πολλές φορές παλιότερα έπαιζαν στον ίδιο δρόμο. Θυμήθηκε πριν δυο ή τρία χρόνια που κάποια στιγμή δεν θυμάται για πιο λόγο, την κορόιδευαν κάποια παιδιά και μετά σ αυτή την απαίσια χορωδία συμμετείχα κι εγώ, τότε με πήρε παράμερα ο παππούς μου και μου είπε.

Άκου να δεις, επειδή ξέρω καλά τον εγγονό μου εγώ , εσύ είσαι καλό παιδί, αλλά είσαι μικρός και δεν μπορείς να καταλάβεις ότι δεν πρέπει να  ξανακοροιδέψεις ή να πειράξεις  αυτό το ‘φτωχάκι’, δεν ξέρεις ούτε τί στερείται, ούτε αν κοιμάται νηστικό το βράδυ, ούτε τί πόνο κρύβει μέσα του, αυτό μόνο η καρδούλα του το ξέρει. Από σένα  αντίθετα θέλω να το υποστηρίζεις και να το βοηθάς  στα δύσκολά του.   

Καθώς την κοιτούσε , θλιμμένη σε μια γωνία του δρόμου, τότε οι δρόμοι στα χωριά ήταν η συνέχεια  στο προαύλιο του σχολείου, μ ένα τριμμένο φορεματάκι και κλατσάρια για παπούτσια, μου ήρθε η εικόνα του παππού μου . Προχώρησα προς το μέρος της και όταν την πλησίασα από πίσω, έριξα το πενηνταράκι απαλά στο έδαφος  πίσω απ το αριστερό της ποδαράκι.

Μανωλία, Μανωλία είναι δικό σου το πενηνταράκι; Μάλλον σου έπεσε, είναι σχεδόν κάτω απ τα πόδια σου.

Όχι δεν είναι δικό μου, είπε αδιάφορα, μήπως είναι δικό σου;

Αν ήταν δικό μου θα το είχα μαζέψει, αλλά τώρα νομίζω σου ανήκει μια κι ήταν σχεδόν κάτω απ το παπούτσι σου.

Έσκυψα και το έπιασα από κάτω και το έτεινα σ αυτήν,  όμως αρνιόταν .

 Αφού δεν είναι δικό μου, είπε.

Ξέρεις κάτι όμως, νομίζω πως είναι η τυχερή σου μέρα σήμερα, πάρε το γιατί θα περάσει και θα το πάρει κανείς άλλος, μάλλον θα έπεσε από κανέναν περαστικό και πού να τον βρούμε τώρα; έλα  σου ανήκει, βουρ για τον καραμελόμηλα.

Το πήρε δύσκολα, πλησίασε στο τρίτροχο με τα καλούδια, γύρισε και με κοίταξε διστακτικά, μα της έγνεψα καταφατικά να προχωρήσει.

Πάρτο, πάρτο της έλεγα από μακριά.

Έδωσε το πενηνταράκι  και πήρε το πολυπόθητο γλυκό στο αδύνατο  χεράκι της. Με κοίταξε και μού έτεινε το μηλαράκι προς το μέρος μου σαν να μού έλεγε, θέλεις; Μα της  έκανα σήμα ότι δεν θέλω και έδιωξα το βλέμμα μου από πάνω της γυρνώντας διακριτικά απ την άλλη μεριά να την αφήσω να το χαρεί. Εν τω μεταξύ είχε γυρίσει  κι ο Διονύσης,  χωρίς να πάρει είδηση για ότι είχε συμβεί.

Όταν μετά από λίγο, εγώ μαζί με τον Διονύση βρεθήκαμε μπροστά της, μου χαμογέλασε τόσο γλυκά, πρώτη φορά έβλεπα αυτό το κοριτσάκι να χαμογελάει, πρώτη φορά τα  μόνιμα θλιμμένα μάτια της έβλεπαν, ναι έβλεπαν, δεν κοίταζαν απλά, κι ίσως να ένιωθαν  πλέον πως ο κόσμος μπορεί να είναι και λίγο καλύτερος, ίσως πιο φωτεινός απ ότι είχε βιώσει ως τότε, μπορεί το βραδινό της όνειρο να είναι καλύτερο απ  όλα όσα είχε δει ως τώρα στη ζωή της. Κι εγώ καθώς γύριζα το μεσημέρι στο σπίτι και σκεφτόμουν τα ματάκια της  Μανωλίας, ένιωσα τα δικά μου  να τρέχουν, δεν καταλάβαινα και πολλά μικρούλης τότε κι εγώ , νόμιζα πως τα μάτια των ανθρώπων δακρύζουν μόνο από πόνο ή δυστυχία, μα ταυτόχρονα έβλεπα και τα μάτια του παππού μου να μου λένε « ξέρω καλά τον εγγονό μου εγώ».

Ετοιμαζόμουν ν ανέβω τις σκάλες για ένα μάθημα στον Νικολάκη κι είδα τον κύριο Νίκο να βγαίνει απ το ισόγειο που έμενε. Ήταν για μένα ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά.

Γεια σας κύριε Νίκο, πάω επάνω στον εγγονό σας για μάθημα, είστε καλά;

Καλά είμαι Περικλή μου, καλά θυμάμαι τα όνομά σου;

Πολύ καλά  θυμάστε, ήθελα να σας πω ότι μ αρέσει πολύ όταν παίζετε  ακορντεόν, η μουσική σας είναι σκέτη μαγεία.

Εντάξει, κάτι καταφέρνω, ένα είναι  όμως σίγουρο, ότι αγαπάω  αυτό που κάνω.

 Ασχολείστε χρόνια μ αυτό;

Από μικρός, γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Ζάκυνθο και ξέρεις στα Ιόνια νησιά ζεις κι αναπνέεις με τη μουσική. Η μουσική να ξέρεις,  είναι το δώρο του Θεού προς τους ανθρώπους.

Να θυμάσαι πως η μουσική σε κάνει άλλον άνθρωπο. Θα σου μιλήσω προσωπικά για μένα, όταν παίζω ακορντεόν νιώθω  να με χαλαρώνει, να  με ταξιδεύει σε μαγευτικούς τόπους, με κάνει να ονειρεύομαι, είναι το καλύτερο γιατρικό στον κόσμο. Να τις προάλλες νευρίασα με την κυρία Τέτη, τη γυναίκα μου, όπως μπορεί να νευριάζει όλος ο κόσμος , φυσιολογικά είναι όλα, είπα εκεί και μερικές ακατανόμαστες-καταλαβαίνεις τώρα δεν είσαι μικρό παιδί- και για να ξεθυμάνω πήρα το ακορντεόν και γαντζώθηκα επάνω του, ένα μισάωρο έπαιζα χωρίς σταματημό, αλλά μόλις τελειώνει η μουσική γίνεται η μετάλλαξη μέσα σου, ναι ναι μετάλλαξη, έφυγα κατευθείαν πήγα στην κουζίνα και καθώς η γυναίκα μου ήταν στον νεροχύτη, την σκουντάω απαλά στην πλάτη, κι ενώ αυτή γυρίζει φωνάζοντας μου ‘πάλι θ αρχίσεις τις βρισιές σου;’ Όχι της είπα, θέλω να σε πάρω μια αγκαλιά.

Και ποιά ήταν η αντίδρασή της κύριε Νίκο;

Άκου να μαθαίνεις κάτι κι από μένα κι ας είσαι εσύ ο δάσκαλος. Κανένας  και ποτέ δεν αρνήθηκε μια αγκαλιά. Μια ζεστή όμως να το θυμάσαι, μια αληθινή αγκαλιά, γιατί κι ο Ιούδας για να  φιλήσει τον Χριστό πρώτα τον αγκάλιασε.

 Αλήθεια Περικλή μου εσύ παίζεις κάποιο όργανο; 

Εγώ δυστυχώς όχι δεν έτυχε να μάθω κάποιο όργανο, αλλά μ αρέσει πολύ ν ακούω.

Έ τότε άκου και κάτι ακόμα από μένα, να θυμάσαι τη μουσική να μην την ακούς μόνο, να την αφουγκράζεσαι, γιατί μόνο αν την αφουγκράζεσαι μπορείς να την νιώσεις και να εισπράξεις τα μηνύματα της.

                                        ****

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, ο Νίκος και η Ρίνα, η Σία κι η Τέτη τα εγγόνια του κυρίου Νίκου, μεγάλωσαν  πια και δεν χρειαζόταν τα φώτα μου στις μαθηματικούρες, ώστε να περάσω το κατώφλι τους και να τον ανταμώσω ξανά, κάμποσα χρόνια είχα να τον δω. Ώσπου ένα μεσημεράκι, περνώντας  πάλι από τον  Καλόφουρνο τον είδα να κάθεται στο γνωστό παγκάκι. Τον είχα αποζητήσει πραγματικά,  έτσι άφησα το αυτοκίνητο όπου βρήκα πρόχειρα και γύρισα να τον συναντήσω. Πλησιάζοντάς έβλεπα ένα αχνό χαμόγελο στα μάτια του και καθώς έφτασα μπροστά του, του χαμογέλασα ελπίζοντας  να κάνει το ίδιο. Όμως η αντίδραση του ήταν σαν να μη με έβλεπε, μόνο με κοίταζε, το βλέμμα του χαμένο στο βάθος, δεν θέλησα να τον ενοχλήσω και κάθισα λίγο  πλάι και πίσω του. Έκλεισα για λίγο τα μάτια,  μήπως μπορέσω και βρεθώ ίσως για λίγο στον δικό του κόσμο,  θαρρώ πως κάπως τα κατάφερα. Ένιωθα τους θορύβους των αμαξιών, τα φρεναρίσματα, τα κορναρίσματα, οι μηχανές που κυλούσαν στον βρεγμένο δρόμο, όλα μα όλα αυτά ήταν μουσική, μου είχε πει τη μουσική να την αφουγκράζεσαι όχι μόνο να την ακούς κι εγώ εκείνη την ώρα ήμουν  μαθητής του, αφουγκραζόμουνα την μουσική όπως μ είχε ορμηνέψει, ένιωθα μια ορχήστρα να παίζει, οι ήχοι όλοι μια συναυλία κι ο κύριος Νίκος ήταν ο Μαέστρος της ορχήστρας , τα ζευγάρια που περνούσαν χέρι χέρι το δρόμο, λικνιζόντουσαν στην πίστα του, στην πίστα που έβλεπε αυτός, μόνο αυτός με τα δικά του μάτια, εγώ  νομίζω πως  τα κατάφερα λίγο, μπήκα ελάχιστα στο μυαλό του, εκείνος ταξίδευε  προς την Ιθάκη του,  ονειρευόταν τη μεγάλη σάλα με τα ζευγάρια να στροβιλίζονται κι αυτός να τους χαρίζει τη μουσική του, το χαμόγελο του, την ψυχή του.

Δεν ήθελα να του διακόψω  το όνειρο, ούτε το ταξίδι που είχε κατά νου του, διάλεξα να φύγω  σιγά σιγά, ήθελα να του μιλήσω γιατί μου είχε λείψει η σοφία του, μα εκείνη  την ώρα αυτός ζούσε πραγματικά το όνειρο της ζωής του.

Δεν μπορώ να σε ξεχάσω κύριε Νίκο, δεν μπορώ να ξεχάσω το «μου» όταν μ έλεγες με τα όνομα μου, στο «γεια σου Περικλή μου», ένιωθα ένα «μου» τόσο γεμάτο και τόσο αληθινό, όσο το «μου» των γονιών μου.

 Να σαι πάντα καλά κύριε Νίκο, σοφέ κύριε Νίκο, καλέ μου κύριε Νίκο, η ζωή να σου χαρίζει χρόνια καλά, για να μπορείς, γιατί μόνο εσύ μπορείς να φυλάς  Θερμοπύλες μια κι εμείς δυστυχώς οι λίγο νεότεροι ,τις ξεχάσαμε.

//

Η σειρά των διηγημάτων που θα ακολουθήησουν τους επόμενους μήνες

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η αλληλουχία – Ιωάννα Χατζηαντωνίου

Στο δώδεκα – Στέλλα Τσίγκου

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Η Μαρία μου – Δώρα Καντζιλιέρη

Οι άριστοι – Αγγελική Χυτήρη

ΜΑΙΟΣ

 Το 7 για το καλό – Κλαίρη Κανελλοπούλου

Γλυκόπικρο -Κατερίνα Κρυστάλλη

ΙΟΥΝΙΟΣ

Η μεταμόρφωση – Φανή Βούλτσου 

Ο μικρός μαύρος πίνακας – Μιχάλης Μακόγλου

ΙΟΥΛΙΟΣ

Στο τεσσαρακοστό πέμπτο χιλιόμετρο της Αττικής Οδού -Κωνσταντίνος Ν. Κιούσης

Ξεραμένο αίμα – Καλλιόπη Παπαδοπούλου