Επιλογή Eyelands – Στο δώδεκα, της Στέλλας Τσίγκου

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 10ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος (ελληνικό τμήμα) που επιλέχθηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται τον Αύγουστο. 21 συγγραφείς συμμετέχουν με διηγήματά τους στην Επιλογή για το 2020. 

Η δημοσίευση ακολουθεί τη σειρά συμμετοχής. Τα διηγήματα   ανεβαίνουν στο περιοδικό κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο.  Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η τελευταία χρονιά για το ελληνικό τμήμα του διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος άρα και για την επιλογή.  Το θέμα του 10ου διαγωνισμού ήταν: «Αριθμοί».  Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι: 

Στο δώδεκα
της
 Στέλλα Τσίγκου

Σκάλιζε την ημερομηνία γέννησης πάνω στη μαρμάρινη πλάκα. «Για ποιο λόγο τα γράφουμε όλα αυτά;» αναρωτήθηκε. Σταμάτησε να πιει λίγο νερό. Έριξε μια ματιά στο χαρτί με τα στοιχεία του εκλιπόντος. «Για δες, πέθανε και γεννήθηκε την ίδια ημερομηνία, στις δώδεκα!». Συνέχισε τη δουλειά – σειρά είχε η ημερομηνία θανάτου. Το ρολόι στον τοίχο έδειξε δώδεκα ακριβώς. Μεσημέρι  ντάλα, καλοκαίρι. Λες να ’παιρνε ένα λαχείο τελικά;

Άκουσε ένα αυτοκίνητο να σταματάει έξω από το μαγαζί του. «Έχετε κεριά;» τον ρώτησε η μαυροφορεμένη γυναίκα. Είχε. Της έδωσε τα ρέστα και του ήρθε στη μύτη η μυρωδιά του αρώματός της. Ωραίο ήταν, δεν το είχε ξαναμυρίσει. «Φτιάχνετε και μνημεία;». Ναι, έφτιαχνε. «Θα περάσω για μια ενημέρωση» του είπε. Να περάσει, βέβαια, όποτε ήθελε. Βγήκε και άφησε πίσω το άρωμά της∙ κάτι παραπάνω από ωραίο, ερεθιστικό. Απόμεινε να τη χαζέψει καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό της και απομακρυνόταν. Το μάτι του έπεσε στην πινακίδα, τελείωνε σε δώδεκα…

«Αυτό είναι» φώναξε. «Θα παίξω στο δώδεκα». Συνέχισε τη δουλειά του με περισσότερη όρεξη. Για λίγο του ξανάρθαν τα υπαρξιακά – πού πάμε; ποιοι είμαστε; – ωστόσο οι τελευταίες νότες από το άρωμα της γυναίκας που διαλυόταν αργά τα επισκίασαν όλα. «Και τι είμαστε στο κάτω κάτω; Αριθμοί στο ληξιαρχείο. Πότε ήρθες, πότε έφυγες.»

Μεσημέριασε για τα καλά. Η μπλούζα κολλούσε πάνω του από τον ιδρώτα. Ήρθε η ώρα να κλείσει. Απόγευμα δεν άνοιγε ποτέ – τον χειμώνα νύχτωνε νωρίς και το καλοκαίρι είχε πολλή ζέστη. Καλή ήταν η δουλειά με τους πεθαμένους, σκέφτηκε. Με τους ζωντανούς δηλαδή που μεσολαβούν για τους πεθαμένους. Μνημεία, κεριά, και όλα τα χρειαζούμενα. Πόσα χρόνια την έκανε αυτή τη δουλειά; Μέτρησε με τα δάχτυλα. Δώδεκα – ακριβώς όσα πέρασαν από τότε που πέθανε ο πατέρας του. «Νάτο πάλι», χαμογέλασε. Κατέβασε τα παντζούρια και κλείδωσε την πόρτα.

Επιστροφή στο σπίτι, ντους, φαγητό, ύπνος. Ήταν ακόμη μέρα, όταν ξύπνησε. Ντύθηκε και βγήκε. Για το γνωστό στέκι. Από δεκαπέντε χρόνων πήγαιναν εκεί. Μέτρησε με τον νου του τα χρόνια. Πάλι οι αριθμοί – πολλοί, όμως ήταν ακόμη νέος.

Οι άλλοι τον περίμεναν. Η σερβιτόρα του χαμογέλασε και του έφερε τον καφέ του.  Όλα γνωστά, δε χρειαζόταν καν να παραγγείλει. Η κίνηση μηχανική, επαναλαμβανόμενη: το ποτήρι ανάμεσα στα δάχτυλά της, καθώς το ακουμπάει στο τραπέζι, έπειτα το νερό, η απόδειξη νοτισμένη από την υγρασία των ποτηριών. «Στην υγειά σας», του λέει διατηρώντας ένα πληθυντικό χωρίς νόημα. «Ευχαριστώ» της απαντάει. Ανακατεύει τρεις φορές με το καλαμάκι και πίνει την πρώτη γουλιά. Πόσες φορές; Χιλιάδες, λέει στον εαυτό του. 

«Μεθαύριο κληρώνει.». Ο λαχειοπώλης κοντοστέκεται στο τραπέζι τους.

«Άντε, παλικάρια, εδώ είναι η τύχη σας». Στο χέρι του τα λαχεία σαν μαραμένα λουλούδια.

Μα, βέβαια, το λαχείο. Κόντευε να το ξεχάσει.

«Μεθαύριο κληρώνει.»

«Δε θέλουμε.», λέει κάποιος από την παρέα.

«Άσε, τόσα σκατά έχουμε φάει, σε μας θα πέσει;»

Βιάζονται να τον ξεφορτωθούν – τους πέτυχε πάνω σε μια συζήτηση για γκόμενες και τους διέκοψε.

«Περίμενε», λέει στον λαχειοπώλη. «Έχεις στο δώδεκα;»

«Δες μόνος σου.»

Του προτείνει το μάτσο με τα λαχεία. Τα χέρια του τρέμουν, καθώς ψάχνει μέσα στον σωρό. Είναι ιδρωμένα, κολλάνε. Το βρίσκει. Ένα είναι, το τελευταίο.

«Αυτό.», λέει στον λαχειοπώλη. Πληρώνει και το βάζει στην τσέπη του.

Διακρίνει την ειρωνεία στα μάτια των άλλων, έτοιμη να σκάσει στα χείλη τους. Αλλά εκκρεμεί η κουβέντα για τις γκόμενες. Στο μυαλό του έρχεται το άρωμά της.

«Και τι σκοπεύεις να κάνεις, άμα κερδίσεις;»

Η ερώτηση ήρθε αιφνιδιαστική.

«Πόσα κληρώνει, ρε;»

Δεν ξέρει ακριβώς, μα το ποσό είναι μεγάλο. Δηλαδή πολλοί αριθμοί, σκέφτεται άθελά του.

«Ε, δε θα ξεχάσεις και τα φιλαράκια, ε;»

Γελάνε όλοι. Και αυτός. Του ετοιμάζουν τη λίστα με τις επιθυμίες τους. Να είναι σίγουροι, θα τους πάρει ό,τι θέλουν.

Σκέφτεται τον απίστευτα μεγάλο αριθμό  των χρημάτων που θα κερδίσει και τον πιάνει πονοκέφαλος.

«Στα σοβαρά τώρα.», του λέει κάποιος. «Αν σου τύχαινε το λαχείο, θα το άφηνες το μαγαζί;».

«Όχι», του βγαίνει αυθόρμητα.

Γιουχάισμα. Πληρώνουν τους καφέδες και φεύγουν.

Έπεσε για ύπνο. Γιατί να το αφήσει το μαγαζί; Καλά δεν είναι εκεί; Με τους πεθαμένους, με τους ζωντανούς, σαν να είναι ο ίδιος ένα σύνορο ανάμεσά τους.

Στον ύπνο του είναι ξανά μαθητής. «Πόσοι είναι οι αριθμοί;» ρωτάει τη δασκάλα που γράφει στον πίνακα. Εκείνη γυρίζει, μοιάζει στη γυναίκα που μπήκε το πρωί στο μαγαζί, χαμογελάει. «Εσύ πόσοι νομίζεις ό,τι είναι;».

Πρωί πρωί έφτασε στο μαγαζί. Άνοιξε τα παντζούρια να μπει το φως και έπιασε να συνεχίσει ό,τι είχε αφήσει από χθες. Το δώδεκα γυρίζει συνέχεια μες στο μυαλό του. Δώδεκα μήνες, δώδεκα Απόστολοι, δώδεκα τα μεσάνυχτα. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο. «Τίποτα δεν είναι τυχαίο», λέει δυνατά.

«Κι εγώ το ίδιο νομίζω» του απαντά μια φωνή. Η πόρτα ανοίγει και εισβάλλει μέσα η μαυροφορεμένη γυναίκα με το άρωμά της που τον πνίγει.

Ντράπηκε που τον άκουσε να μιλάει μόνος του, γονατιστός μπροστά στη μαρμάρινη πλάκα. Δεν προλαβαίνει να της πει καλημέρα.

«Λοιπόν, αφού συμφωνούμε σ’ αυτό, πιστεύω ότι θα συμφωνήσουμε και στα υπόλοιπα»

Η φωνή της, σαγηνευτική, μακρόσυρτη, ένα φίδι που τυλίγεται γύρω του.

«Ναι, βέβαια»

Τα μάτια της κοιτάνε κατευθείαν στα μάτια του και τον υπνωτίζουν.

«Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό;»

Σηκώνεται. Τινάζει ασυναίσθητα τον λαιμό του να φύγει το παράξενο βάρος και πάει στο ψυγείο. Δεν τη βλέπει ολόκληρη από εκεί. Γεμίζει το ποτήρι. Φαίνεται μεγαλύτερή του. Πόσα χρόνια; Δεν προλαβαίνει να κάνει τον υπολογισμό. Το ποτήρι ξεχειλίζει με το κρύο νερό. Της το προσφέρει και κάθονται αντικριστά – αυτός πίσω από το γραφείο αυτή στην πολυθρόνα μπροστά του.

«Ενδιαφέρομαι για ένα μνημείο.»

Το κραγιόν της αφήνει τα σημάδια του στο ποτήρι.

«Σε τι τιμή περίπου;»

«Δε με ενδιαφέρει η τιμή.»

Φέρνει ξανά το ποτήρι στο στόμα της. Τα χείλη της εφάπτονται στο προηγούμενο σημάδι. Σφίγγει για λίγο το γυαλί ανάμεσα στα δόντια της. Αναστενάζει. Και έπειτα χαμογελάει.

«Δε με ενδιαφέρει η τιμή.», επαναλαμβάνει. «Τι αξία έχουν τα χρήματα μπροστά στον άνθρωπο που έφυγε; Ανταλλάσσονται οι αριθμοί με μια ψυχή;».

Μιλάει αργά, σαν κουρδιστό παιχνίδι –  και σαν παιδί που έχει μάθει απ’ έξω το ποίημά του και τώρα το λέει προσπαθώντας πρώτα να πείσει τον ίδιο του τον εαυτό.

«Δίκιο έχετε. Θέλετε να περάσουμε στην πίσω αυλή να δείτε διάφορα δείγματα;»

Κινούνται ανάμεσα στις πλάκες, άλλες χαραγμένες και άλλες ακόμη άγραφες. Αυτός μπροστά – μιλάει για τις ποιότητες και τις αντοχές των υλικών. Αυτή από πίσω – ακούει και πού και πού κοντοστέκεται. Ανάμεσά τους το άρωμά της.

Νιώθει μια ζάλη ξαφνικά. Επιστρέφουν στο δωμάτιο και τη βάζει να καθίσει λίγο στην πολυθρόνα.

«Θα νιώσετε καλύτερα», της λέει και κατεβάζει λίγο τα παντζούρια.

«Ο καημένος ο πατέρας», λέει εκείνη χωρίς να κλάψει.

 «Δώδεκα χρόνια κλινήρης. Και έσβησε μέσα σε δώδεκα μέρες. Παράξενο δεν είναι;»

Μια χορδή πάλλεται άγρια στο στομάχι του. Δώδεκα. Πού άφησε το λαχείο που αγόρασε εχθές;

Η γυναίκα σηκώνεται. Ρίχνει μια ματιά στο ρολόι.

«Πήγε κιόλας δώδεκα;».

Η φωνή της λιώνει μέσα στο ημίφως. Προχωράει προς την πόρτα.

«Σας ευχαριστώ για όλα. Δεν ξέρω τι να διαλέξω.».

Απλώνει το χέρι της στο πόμολο. Δεν ανοίγει. Επιστρέφει.

«Διάλεξε εσύ για μένα» του λέει.

Τώρα βρίσκεται από πάνω της. Η πλάτη της ακουμπάει στην κρύα πλάκα. Το άρωμά της διαλύει το σύνορο ανάμεσα στους ζωντανούς και τους πεθαμένους. Για μια στιγμή ανοίγει τα μάτια του και διακρίνει τις φακίδες μέσα στη σύσπαση του προσώπου της – θα έπαιρνε όρκο πως είναι δώδεκα.

«Θα περάσω αύριο για τα διαδικαστικά», του λέει, καθώς ντύνεται.

Εκείνος δε μιλάει, δεν ξέρει τι να πει.

«Και για την τιμή» ακούει τη φωνή της, καθώς κλείνει η πόρτα πίσω της.

Έτσι φαίνεται πως κάνουν τις δουλειές τους οι πλούσιοι, σκέφτεται. Χαμογελάει. Λες και αυτός έτσι να κάνει, όταν του πέσει το λαχείο;

Μα πού το έβαλε; Ψάχνει στις τσέπες του. Δεν είναι. Θα το άφησε στην κουζίνα χθες το βράδυ που γύρισε σπίτι. Εκεί είναι. Το βάζει στο προσκέφαλό του και μετράει ντουζίνες από προβατάκια μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.

Το πρωί βάζει το λαχείο στην πίσω τσέπη του παντελονιού του. Κληρώνει το απόγευμα. Αλλά θα το πάρει μαζί του, στη δουλειά. Για σιγουριά και για να το ελέγξει κατευθείαν∙ θα μείνει παραπάνω στο μαγαζί και, μόλις έρθει η ώρα, θα πάει σε ένα πρακτορείο.

Μπαίνει στο μαγαζί – το άρωμά της έχει μείνει εκεί και έχει ποτίσει τα πάντα. Άραγε θα έρθει σήμερα;  Δεν έχει όρεξη για δουλειά. Κρατάει το λαχείο στα  χέρια του και ονειρεύεται. Ακούγεται ένα αυτοκίνητο, το αυτοκίνητό της.

Μυρίζει το άρωμά της έξω από την κλειστή πόρτα. Όμως μαζί τού έρχεται στα ρουθούνια και μια ξένη μυρωδιά. Η γυναίκα μπαίνει  μέσα, φοράει το ίδιο μαύρο φόρεμα, την ακολουθεί ένας άντρας – δικό του είναι το άγνωστο άρωμα.

«Καλημέρα», του λέει.

«Εχθές ήμουν αναποφάσιστη. Γι’ αυτό σήμερα ήρθε και ο σύζυγος.», σαν να απολογείται;

Ο σύζυγος απλώνει το κρύο χέρι του. Τα δικά του χέρια είναι ιδρωμένα, μούσκεμα. Στο ένα κρατάει το λαχείο, το τσαλακώνει ασυναίσθητα. Με το άλλο σφίγγει το χέρι του συζύγου.

«Περάστε, να σας δείξω.», κομπιάζει.

Οι τρεις τους κοιτάζουν τώρα με προσοχή τα δείγματα. Αυτός μιλάει, μιλάει, μιλάει, ενώ συγχρόνως παίζει με το λαχείο στο ιδρωμένο χέρι του.

«Λοιπόν, αυτό.», λέει κάποια στιγμή αποφασιστικά ο σύζυγος.

«Εντάξει. Μισό λεπτό να δω την τιμή του.»

«Δε χρειάζεται. Όσο κοστίσει. Τώρα όμως βιαζόμαστε. Θα περάσεις εσύ αύριο να συνεννοηθείς, αγάπη μου;»

«Ναι, βέβαια.».

Ο σύζυγος πηγαίνει ήδη προς το αυτοκίνητο. Εκείνη καθυστερεί στην πόρτα για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου. Το άρωμά της – μόνο του τώρα, κυρίαρχο, χωρίς την ενοχλητική μυρωδιά του άντρα – κολλάει στις παλάμες του και ανακατεύεται με τον ιδρώτα. Και αυτός ο ελάχιστος χρόνος είναι αρκετός για να συνειδητοποιήσει πως το λαχείο έχει γίνει στο χέρι του μια άμορφη μάζα, όπου δε διακρίνεται τίποτε πια, κανένας αριθμός.

«Είναι καλά να περάσω αύριο στις δώδεκα;»

Ο ήλιος φωτίζει τις δώδεκα φακίδες της, καθώς στέκεται στο κατώφλι.

«Καλά είναι.», της λέει.

Το αυτοκίνητο χάνεται – τελευταία ξεθωριάζει η πινακίδα στο δώδεκα.

Πετάει το λαχείο στα σκουπίδια. Τελικά, δεν τον πείραξε και τόσο. Και πώς ήταν σίγουρος ότι θα κέρδιζε; Και να κέρδιζε, που λέει ο λόγος, τι θα τα έκανε τόσα λεφτά; Πλένει τα χέρια του, ρίχνει νερό στο πρόσωπό του. Η δουλειά του έχει μείνει πίσω.

«Αριθμοί είμαστε;», σκέφτεται. «Αριθμοί ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο;».

//

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Στέλλα Τσίγγου/συγγραφέας, αφηγήτρια, θεατροπαιδαγωγός

Για το συγγραφικό της έργο έχει βραβευτεί από διάφορους φορείς – Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών κ.α. Υπήρξε μέλος της κριτικής επιτροπής του Πανελλήνιου Μαθητικού Διαγωνισμού Συγγραφής Παραμυθιού της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Θεσσαλονίκης (2017, 2018). Από τον Μάιο του 2018 συνεργάζεται με το διαδικτυακό ραδιόφωνο του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, όπου επιμελείται και παρουσιάζει την εκπομπή «Κόκκινη Κλωστή», αφιερωμένη στο λαϊκό παραμύθι. Διδάσκει θέατρο στην τυπική και μη τυπική εκπαίδευση. Επίσης, εμψυχώνει εργαστήρια δημιουργικής γραφής και μυθοπλασίας. Είναι επαγγελματίας αφηγήτρια και πραγματοποιεί παραστάσεις για παιδιά και ενήλικες σε χώρους τέχνης, ψυχαγωγίας και πολιτισμού.

Συγγραφικό έργο:

Η γάτα του Αϊ-Βασίλη, εκδόσεις Οσελότος, Αθήνα 2010.

Η ώρα που το ’σκασε, εκδόσεις Ars Poetica, Βέροια 2013.

Ντετέκτιβ Γριφίδης: η υπόθεση του παράξενου σκύλου και των μπαλονιών των περασμένων γενεθλίων, εκδόσεις Εντύποις, Αθήνα 2019.

Το Κρυφτό, e-book, υπό έκδοση από τον Πολιτιστικό Όμιλο της Τράπεζας Πειραιώς.

Συμμετοχές σε συλλογικά έργα:

Μικρές Επαναστάσεις, εκδόσεις Παράξενες Μέρες, Ηράκλειο 2017.

Summer Moments, 121 Words 2018.

Ανθολόγιο Ποιήσεως, Πνευματικοί Ορίζοντες Λεμεσού 2018.

Ιστορίες της Άνοιξης, εκδόσεις Παράξενες Μέρες, Ηράκλειο 2019.

Κι αν τα κτίρια μιλούσαν…, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2019.

//

Η σειρά των διηγημάτων που θα δημοσιευθούν

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Η Μαρία μου – Δώρα Καντζιλιέρη

Οι άριστοι – Αγγελική Χυτήρη

ΜΑΙΟΣ

 Το 7 για το καλό – Κλαίρη Κανελλοπούλου

Γλυκόπικρο -Κατερίνα Κρυστάλλη

ΙΟΥΝΙΟΣ

Η μεταμόρφωση – Φανή Βούλτσου 

Ο μικρός μαύρος πίνακας – Μιχάλης Μακόγλου

ΙΟΥΛΙΟΣ

Στο τεσσαρακοστό πέμπτο χιλιόμετρο της Αττικής Οδού -Κωνσταντίνος Ν. Κιούσης

Ξεραμένο αίμα – Καλλιόπη Παπαδοπούλου