Επιλογή Eyelands – Δώρα Καντζιλιέρη: Η Μαρία μου

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 10ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος (ελληνικό τμήμα) που επιλέχθηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται τον Αύγουστο. 21 συγγραφείς συμμετέχουν με διηγήματά τους στην Επιλογή για το 2020. 

Η δημοσίευση ακολουθεί τη σειρά συμμετοχής. Τα διηγήματα   ανεβαίνουν στο περιοδικό κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο.  Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η τελευταία χρονιά για το ελληνικό τμήμα του διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος άρα και για την επιλογή.  Το θέμα του 10ου διαγωνισμού ήταν: «Αριθμοί».  Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι: 

Η Μαρία μου
της
Δώρας Καντζιλιέρη

Ήταν μεσημέρι, μέσα Νοέμβρη. Ήμουν στο σπίτι με τη γυναίκα μου, τη Μαρία. Η Μαρία είχε πέσει από την σκάλα την ώρα που κατέβαζε τα χοντρά ρούχα από την ντουλάπα και είχε σπάσει τον δεξή της γοφό. Ευτυχώς, γιατί θα μπορούσε, όπως μου είπε ο γιατρός, να είχε σπάσει τη λεκάνη της και αυτό θα σήμαινε περισσότερους μήνες ακινησία.

                Η Μαρία πονούσε αλλά προσπαθούσε να μην παραπονιέται. Ήξερε πολύ καλά ότι αν άρχιζε να μουρμουράει θα την άρχιζα στα μπινελίκια. Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο είχε ήδη ακούσει τα πρώτα. Η Μαρία με ξέρει καλά. Με τα χρόνια με έμαθε και έτσι έχω μια ήσυχη ζωή, χωρίς πολλές γκρίνιες.

                Τελειώσαμε το φαγητό που είχε προλάβει να ετοιμάσει πριν το ατύχημα. Τη ρώτησα τι θα φάμε και αυτή άρχιζε να μου δίνει οδηγίες. Οδηγίες από τη γυναίκα μου δεν είχα ακούσει ποτέ. Ήδη από την πρώτη κιόλας πρόταση άρχισα να θυμώνω και να τη στολίζω.

«Ανάθεμα σε…Γαμώ την γκαντεμιά μου!» ξεφώνισα.

Η Μαρία ακίνητη στο κρεβάτι προσπάθησε να σηκωθεί. Ήθελε να πάει να μαγειρέψει.Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να βγάλει άκρη μαζί μου. Εγώ να καθίσω να ακούσω οδηγίες από τη γυναίκα μου; Εγώ να καθίσω να μαγειρέψω; Αλλά γαμώτο τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Την έσπρωξα να ξαπλώσει ξανά στο κρεβάτι.

«Τι θαρρείς πώς πας να κάνεις;Άσε μας τώρα που θες να πας να μαγειρέψεις;»

Η Μαρία δεν μίλησε μόνο έπνιξε ένα βογγητό και έπιασε το γοφό της στο ύψος που ήταν σπασμένος. Πήρε ένα μολύβι που είχε στο κομοδίνο κι έσκισε ένα φύλλο χαρτί από το σταυρόλεξο που συμπλήρωνε κάθε βράδυ. Άρχισε να γράφει και να λέει:

«1 κιλό αρακά κατεψ…»

Τη διέκοψα θιγμένος. «Μα τι κάνεις; Για ανίκανο με περνάς; Μια χαρά μπορώ να τα θυμάμαι απέξω.»

Η Μαρία μού εξήγησε ότι καλό θα ήταν να πάρω πολλά πράγματα για να μην χρειαστεί να ξαναπάω τις επόμενες δύο μέρες. Εκεί συγκρατήθηκα. Η Μαρία είχε δίκιο. Της απάντησα με ένα «Καλά, άντε γράφε τώρανα τελειώνουμε.»

Η Μαρία συνέχισε τη λίστα για τα ψώνια. «1 κιλό σπανάκι…» Δεν μπορούσα να την ακούω. Πήγα προς την κουζίνα να πιω ένα ποτήρι νερό. Μα τι μου έτυχε; Εγώ τώρα θα ήμουν στο καφενείο με τους φίλους μου. Θα παίζαμε πρέφα, θα χαζολογούσαμε και θα πίναμε το τσιπουράκι με τους μεζέδες. Γαμώτο μου! Τώρα εγώ θα πάω να ψωνίσω να πούμε;Δεν έχω πατήσει το πόδι μου ποτέ σε σουπερμάρκετ.

Η Μαρία με κάλεσε να πάρω τη λίστα. Μου ζήτησε να δω τι γράφει για να βεβαιωθεί ότι καταλαβαίνω τα γράμματά της. Τράβηξα τη λίστα από τα χέρια της απότομα και το χαρτί με έκοψε. «Άι σιχτίρ πια! Τι να διαβάσω;» έγλειψα το χέρι μου χωρίς να ρίξω ούτε μια ματιά στη λίστα. Η Μαρία πήγε να μου εξηγήσει τι ακριβώς είναι το καθένα και πού θα τα βρω, αλλά δεν την άφησα να μιλήσει.

«Φεύγω. Μη μουρμουράς άλλο, θα τα βρω.» είπα και έφυγα από το δωμάτιο.

Βγαίνοντας έξω από το σπίτι κοίταξα τον ουρανό. Γκρίζα σύννεφα κολλούσαν το ένα πάνω στο άλλο. Έτσι ένιωθα και το κεφάλι μου, συννεφιασμένο˙ βαρύ και ασήκωτο. Μα τι μου έμελλε να πάθω; Και αυτή μια σωστή δουλειά δεν μπορεί να κάνει; Τώρα να κάθομαι να την υπηρετώ τη βλαμμένη; Είχα ήδη φτάσει στη γωνιά του καφενείου. Άτιμη συνήθεια…Έπρεπε να γυρίσω πίσω και να συνεχίσω άλλο τόσο για να φτάσω στο σουπερμάρκετ. Πάλι καλά που δεν με είχε δει κανένας φίλος ή κανένας γνωστός θαμώνας.Δεν θα ήξερα πώς να τους αποφύγω.

Φτάνοντας στο σουπερμάρκετ είδα έξω στη σειρά μεγάλα καρότσια και μέσα στο βάθος κάτι καλαθάκια. Στάθηκα μπροστά στην πόρτα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να πάρω το καρότσι ή το καλάθι; Αλήθεια, τι θα αγοράσω; Πόσα είναι; Κάποιος πέρασε από δίπλα μου σιγομουρμουρίζοντας και κουνώντας το κεφάλι του επιδεικτικά. Ενοχλούσα και έπρεπε να πάρω άμεσα μια απόφαση. Πήρα λοιπόν το καρότσι και μπήκα μέσα. Έβγαλα τη λίστα και την έφερα κοντά στα μάτια να τη διαβάσω.Που να πάρει η ευχή! Δεν έχω τα γυαλιά μου. Το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν οι αριθμοί. Η Μαρία τους είχε τονίσει έντονα με το μολύβι. Έβλεπα τους αριθμούς γραμμένους κάθετα και κάτι μικρά κολλυβογράμματα:

1 κιλό αρακά κατεψυγμένο

1κιλό σπανάκι κατεψυγμένο

1ματσάκι άνηθο

½ κιλό ξερά κρεμμύδια

½ κιλό καρότα

4μπρόκολα

10 αχλάδια

10 μήλα

10λεμόνια

6αυγά

1 ρύζι γλασέ

3μακαρόνια

4 κουτιά σάλτσα ντομάτας

1 κιλό φέτα

                Κοίταζα τριγύρω χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Πως θα αγόραζα όσα έγραφε αφού δεν μπορούσα να τα διαβάσω; Αισθάνθηκα πελαγωμένος.Δίπλα μου περνούσαν άνθρωποι βιαστικοί.Έπαιρναν γρήγορα ό,τι ήθελαν, το έβαζαν στο καλάθι και συνέχιζαν σε άλλο διάδρομο.Είχαν παγώσει οι σκέψεις μου, μαζί με αυτές και ο χρόνος.Κάποια στιγμή ήρθε κοντά μου μια νεαρά. Θα μπορούσε να ήταν εγγονή μου. Αισθάνθηκα οικεία και της μίλησα.

                «Μπορείς κοπέλα μου να διαβάσεις τη λίστα, γιατί δεν έχω τα γυαλιά μαζί μου;»

                «Φυσικά» απάντησε η νεαρά και πήρε το χαρτί στα χέρια της και ξεκίνησε να διαβάζει:

« 1 κιλό αρακά κατεψυγμένο, 1 κιλό σπανάκι κατεψυγμένο, 1 ματσάκι άνηθο, ½ κιλό ξερά κρεμμύδια, ½ κιλό καρότα, 4 μπρόκολα, 10 αχλάδια, 10 μήλα, 10 λεμόνια, 6 αυγά, 1 ρύζι γλασέ, 3 μακαρόνια, 4 κουτιά σάλτσα ντομάτας, 1 κιλό φέτα»

                Τα είπε τόσο γρήγορα λες και ήμουν δάσκαλός της και της ζήτησα να πει το μάθημα νεράκι. Το μόνο που συγκράτησα ήταν τοένα κιλό αρακά. Ντράπηκα να της ζητήσω ξανά να μου τη διαβάσει. Θα φαινόμουν κουτός στα μάτια της. Ποιος ξέρει τι θα έλεγε από μέσα της και ας φαινόταν πρόσχαρη. Οπότε της είπα ένα ξερό ευχαριστώ και πήγα να πάρω το ένα κιλό αρακά.

                Τα λεπτά περνούσαν και εγώ δεν μπορούσα να βρω πού είναι ο αρακάς. Το σουπερμάρκετ ήταν σαν λαβύρινθος. Το φως ήταν ψυχρό, λευκό και η μουσική του εκνευριστική. Θυμήθηκα το μπακάλικο του κυρ Βασίλη που με έστελνε η μάνα μου για να της πάρω αυγά, τυρί και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Το μπακάλικο αυτό το έχω στο μυαλό σε χρώμα ανοιχτό πράσινο, όπως και τις μνήμες από εκείνη την περίοδο της ζωής μου. Ίσως να είναι το χρώμα της νοσταλγίας και της ανεμελιάς. Τις Κυριακές όταν η μάνα μου μαγείρευε ήλπιζα να σωθεί κάποιο υλικό για να πεταχτώ στο μπακάλικο και να μιλήσω με τον κυρ Βασίλη.Πάντα με τράταρε κάποια νεοφερμένη λιχουδιά για να τη δοκιμάσω και να του πω τη γνώμη μου.

                Αφού έβαλα τον αρακά στο καρότσι ξεκίνησα να το σέρνω και να κάνω βόλτα στο διάδρομο με τα ζυμαρικά. Μακαρόνια και ρύζι θυμήθηκα ότι είχε διαβάσει η νεαρά, αλλά πόσα; Όταν σταμάτησα στα ράφια με τα μακαρόνια παρατήρησα ότι υπήρχαν πολλά είδη και πολλές μάρκες. Άρχισα να βάζω ό,τι μακαρόνι έβρισκα μπροστά μου, πήρα κάμποσες συσκευασίες. Ρύζι πήρα άλλες τόσες, χωρίς να διαβάζω τι είδους είναι. Ξαφνικά άκουσα ένα γλυκό «Συγγνώμη;» Ήταν η νεαρά που μου είχε διαβάσει τη λίστα.

                «Συγγνώμη μήπως θέλετε βοήθεια; Σας τα διάβασα γρήγορα προηγουμένως και αναρωτιέμαι αν τα θυμάστε.» Κοντοστάθηκα για λίγο. Δεν ήθελα να δείξω ότι δεν θυμάμαι, λες και είμαι κανένας γεροξεκούτης. Από την άλλη, όμως, θα με βοηθούσε. Είχα ήδη περάσει ώρες σουλατσάροντας στο χαοτικό σουπερμάρκετ.

                «Ναι, κοπέλα μου. Σε ευχαριστώ. Αν μπορείς να μου τη ξαναδιαβάσεις.»

                «Μπορούμε να πάρουμε μαζί ό,τι γράφει η λίστα. Δεν βιάζομαι, μην ανησυχείτε.» Είχα μείνει άναυδος με την καλοσύνη της. Όσες φορές συζητούσαμε στο καφενείο για τα νέα παιδιά, πάντα υποστήριζα ότι η νέα γενιά είναι κακομαθημένη και αγενής.

                Της έδωσα ξανά τη λίστα. Τη διάβασε αργά και κάθισε για μισό λεπτό να δει πως θα πορευτούμε για να μην κάνουμε γύρους. Τα ταξινόμησε στο μυαλό της.

                «Πρώτα θα πάρουμε τα λαχανικά και τα φρούτα.» Η νεαρά ήξερε όλα τα κατατόπια.

«Πρώτη φορά έρχεστε στο σουπερμάρκετ;» με ρώτησε ενώ οδεύαμε προς τη

μαναβική.

«Ναι, πρώτη. Η γυναίκα μου ψωνίζει για το σπίτι. Αλλά τώρα έχει σπάσει το

πόδι της και έτσι ήρθα εγώ για τα ψώνια.»

                Το πρόσωπο της νεαράς εκείνη τη στιγμή σκοτείνιασε.

                «Περαστικά εύχομαι.» Όμως, έλαμψε ξανά και μου είπε:

                «Είστε πολύ γλυκός που τη φροντίζετε. Και χαίρομαι που σας βοηθάω.» Τα μάτια της λες και πρόβαλαν εικόνες από το μέλλον με εκείνη στο ρόλο της γριάς συζύγου και τον άντρα της δίπλα της να τη φροντίζει.

                Περιμέναμε μαζί στο ταμείο. Η νεαρά έβγαζε τα πράγματα από το καρότσι. Εγώ βρισκόμουν στο τέλος του ταμείου και τα έβαζα σε σακούλες. Της ευχήθηκα καλό μεσημέρι και βγήκα από το σουπερμάρκετ. Οι σακούλες ήταν βαριές. Τα πόδια δεν με βαστούσαν. Είδα ένα παγκάκι απέναντι από το σουπερμάρκετ. Πέρασα τον δρόμο και κάθισα βαριά πάνω στις ξύλινες σανίδες. Το εσωτερικό των χεριών ήταν κόκκινο. Οι σακούλες είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους, όπως και τα λόγια της νεαράς στο κεφάλι μου.

                «Είστε πολύ γλυκός που τη φροντίζετε» Εγώ γλυκός; Άλλο και τούτο πάλι.Η ανάγκη με έριξε σε αυτήν την κατάσταση, ήθελα να της πω. Δεν το ήθελα. Δεν θέλω να τη φροντίζω. Δεν ξέρω να τη φροντίζω. Αυτή ξέρει να με φροντίζει. Από τότε που παντρευτήκαμε αυτή είναι υπεύθυνη για το φαγητό μου, τα καθαρά τα ρούχα μου και την ηρεμία μου. Αυτή είναι η δουλειά της. Η δική μου δουλειά ήταν να δουλεύω και να φέρνω λεφτά στο σπίτι. Από τότε που συνταξιοδοτήθηκα για να μην μένω σπίτι και με ζαλίζει,

πηγαίνω στο καφενείο και κάθομαι για ώρες. Στο καφενείο, εκεί που θα ήμουν, αν πρόσεχε και δεν έσπαγε το πόδι της.Γλυκός; Γλυκά ήταν τα μάτια της νεαράς. Όπως ήταν ο πατέρας μου, έτσι είμαι και εγώ. Δεν είμαι ο άντρας αυτός που έχει τη γυναίκα του με λουλουδάκια και χαδάκια.

                Πήρα μια βαθιά ανάσα. Πώς θα ήταν όμως αν ήμουν γλυκός και τρυφερός σύζυγος;Κοίταξα απέναντι στο πεζοδρόμιο και είδα ένα ζευγάρι νέων.Αμέσως έστρεψα τη ματιά μου ψηλά στον ουρανό. Έκλεισα τα μάτια και μέσα από το ζεστό φως ξεπήδησε μια εικόνα από το παρελθόν. Εγώ να θερμοπαρακαλώ τη Μαρία να πάμε μαζί μια βόλτα στο λιμάνι. Είχαμε συναντηθείστο μπακάλικο του κυρ Βασίλη. Η Μαρία φορούσε τα καλά της. Θα πήγαινε να συναντήσει τη φίλη της την Ελένη.

                «Έλα Μαρία μου. Σε παρακαλώ. Να σε συνοδεύσω τουλάχιστον μέχρι το λιμάνι.» «Μαρία μου», έτσι την έλεγα τον πρώτο καιρό που την γυρόφερνα.Με την επιμονή μου την κατάφερα. Η Μαρία από τότε με κοιτούσε στα μάτια και μου χαμογελούσε.

                Άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν όντως γλυκός με τη Μαρία μου; Πότε σταμάτησα να τη λέω «Μαρία μου»; Πάντως εδώ και πολύ καιρό από μέσα μου τη λέω «κωλόγρια». Τι συνέβη; Τι άλλαξε; Σταμάτησα απότομα τις σκέψεις αυτές. Περισσότερη κούραση θα μου έφερναν. Ήμουν ήδη εξαντλημένος και ψυχικά καταρρακωμένος. Ανίκανος να διαβάσω τη λίστα με τα ψώνια, ανίκανος να αγοράσω τα πράγματα, ανίκανος να τα σηκώσω.

                Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού. Τη Μαρία μάλλον την είχε πάρει ο ύπνος. Αναρωτιόμουν πού θα βάλω τα πράγματα. Από την ένταση που είχα χτυπούσα άθελά μου τα ντουλάπια και ξαφνικά άκουσα τη Μαρία ξαφνιασμένη να ρωτάει:

                «Άντρα μου, γύρισες;»

                Μια γροθιά με χτύπησε στο στομάχι και με έκανε να απαντήσω μετά από δυο βαθιές ανάσες.

                «ΝαιΜαρία μου» της είπα, και ένιωσα έναν κόμπο στο λαιμό.

                «Ναι Μαρία μου, γύρισα» της ξαναείπα, και πήγα να τη δω.

//

Δώρα Καντζιλιέρη

Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στην Ηλιούπολη, την οποία και αγαπώ. Είμαι νηπιαγωγός και γι’ αυτό αισθάνομαι ευτυχισμένη. Ως παιδί ονειρευόμουν με ανοιχτά ματιά και έφτιαχνα ιστορίες με εμένα ηρωίδα. Μεγαλώνοντας συνέχισα να υφαίνω στο μυαλό μου ιστορίες με υπαρκτά και φανταστικά πρόσωπα. Ελάχιστες έγραψα στο χαρτί οι οποίες έμειναν στο συρτάρι. Την περίοδο της καραντίνας κατάφερα να ικανοποιήσω μια απωθημένη μου φιλοδοξία, να γράψω ιστορίες που να τις διαβάσουν άνθρωποι πέρα από τα αγαπημένα μου πρόσωπα.

//

Η σειρά των διηγημάτων που θα δημοσιευθούν

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Οι άριστοι – Αγγελική Χυτήρη

ΜΑΙΟΣ

 Το 7 για το καλό – Κλαίρη Κανελλοπούλου

Γλυκόπικρο -Κατερίνα Κρυστάλλη

ΙΟΥΝΙΟΣ

Η μεταμόρφωση – Φανή Βούλτσου 

Ο μικρός μαύρος πίνακας – Μιχάλης Μακόγλου

ΙΟΥΛΙΟΣ

Στο τεσσαρακοστό πέμπτο χιλιόμετρο της Αττικής Οδού -Κωνσταντίνος Ν. Κιούσης

Ξεραμένο αίμα – Καλλιόπη Παπαδοπούλου