Επιλογή eyelands – Ο μικρός μαύρος πίνακας, του Μιχάλη Μακόγλου

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 10ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος (ελληνικό τμήμα) που επιλέχθηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται τον Αύγουστο. 21 συγγραφείς συμμετέχουν με διηγήματά τους στην Επιλογή για το 2020. 

Η δημοσίευση ακολουθεί τη σειρά συμμετοχής. Τα διηγήματα  ανεβαίνουν στο περιοδικό κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο.  Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η τελευταία χρονιά για το ελληνικό τμήμα του διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος άρα και για την επιλογή.  Το θέμα του 10ου διαγωνισμού ήταν: «Αριθμοί».  Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι: 

Ο μικρός μαύρος πίνακας 

του Μιχάλη Μακόγλου

νο το πρωινό είχε ξημερώσει απρόσμενα με βροχή. Οι πυκνές και χοντρές σταγόνες ξεχύθηκαν ξένοιαστες πάνω στην ξερή γη, σαν να μη γνώριζαν ότι ο χειμώνας είχε ήδη υποχωρήσει. Ένα μονάχα βλέμμα έξω από το παράθυρο σού κολλούσε μια μελαγχολία, σαν η εμπάθεια σου να μη σου επέτρεπε να χαρείς όσο έβλεπες τον ουρανό να κλαίει. Ομπρέλες και αδιάβροχα γέμισαν τους δρόμους, κρύβοντας από κάτω τους προστατευτικά τους ιδιοκτήτες τους. Όσο διέσχιζα τα βρεγμένα σοκάκια με σκυμμένο κεφάλι, αποφεύγοντας τις μεγάλες λακκούβες με τα νερά, αυτές οι απρόσωπες φιγούρες που περιφέρονταν γύρω μου σαν φαντάσματα ήταν η μόνη μου συντροφιά κάτω από τη μπόρα.Το κεφάλι μου ήταν σχεδόν ακουμπισμένο πάνω στο στήθος σε μια προσπάθεια να προστατευτεί από την καταιγίδα,καθώς το βλέμμα μου ακολουθούσε πιστά τις ραβδώσεις του πεζοδρομίου σαν αμαξοστοιχία. Ήμουν βρεγμένος μέχρι τo μεδούλι, αφού από αφηρημάδα είχα ξεχάσει την ομπρέλα στο σπίτι. Τα βήματά μου με οδήγησαν χωρίς δισταγμό κατευθείαν στο ψηλό γκρίζο κτίριο. Πλησίασα την πόρτα με γρήγορο βηματισμό και άπλωσα το χέρι να την ανοίξω. Προτού όμως τα δάχτυλά μου τυλιχτούν γύρω από το σιδερένιο πόμολο, η πόρτα άνοιξε απότομα και μια μικροκαμωμένη φιγούρα έπεσε πάνω μου με δύναμη. Μια πανικόβλητη φωνή μου ζήτησε βιαστικά συγγνώμη. Η νεαρή γυναίκα άνοιξε με τρεμάμενα χέρια μια βιολετιά ομπρέλα και άρχισε να τρέχει μέσα στη βροχή…

Ο μικρός μαύρος πίνακας σχημάτιζε με μικρές κόκκινες ψηφίδες τον αριθμό 228. Είχαν περάσει μόλις λίγες ώρες, μα το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο πάνω του σαν να τον παρακολουθούσα για μέρες.Μετρούσα τις ψηφίδες μία-μία από συνήθεια, όσο αναρωτιόμουν τι καλύτερο από μένα είχαν κάνει οι προηγούμενοι 227. Μάλλον είχαν ξυπνήσει νωρίτερα, είπε μια φωνή μέσα μου που βιάστηκα να καταπνίξω. Όποιος είχε έστω και την παραμικρή εμπειρία από δημόσιες υπηρεσίες, ήξερε πωςό,τι ώρα και να σηκωνόσουν, το μικρό τετράγωνο χαρτάκι δε θα σε άφηνε ποτέ ευχαριστημένο.

Με ένα οξύ ηλεκτρονικό βόμβο, το 229 εμφανίστηκε πάνω από τα κεφάλια μας. Ένας αδύνατος νεαρός πετάχτηκε όρθιος χωρίς να περιμένει δευτερόλεπτο, μήπως και προσπαθούσε κάποιος άλλος να του πάρει τη σειρά. Πριν καλά-καλά προλάβει να απομακρυνθεί από την καρέκλα, μια μεσήλικη γυναίκα μπήκε σπρώχνοντας μπροστά από όλους που περίμεναν όρθιοι και την κατέλαβε. Μια ντουζίνα άγρια βλέμματα την κατακεραύνωσαν.Αυτή η μικρή επίδειξη εγωισμού μου θύμισε ξαφνικά πόσο πολύ σιχαινόμουν τις ουρές.

Η γνώριμη πια μακρόστενη αίθουσα ήταν ασυνήθιστα πλημμυρισμένη με κόσμο. Οι δυο σειρές γραφεία, κολλημένα δεξιά κι αριστερά στους τοίχους, ήταν γεμάτα φουρκισμένους υπαλλήλους που πάσχιζαν χωρίς επιτυχία να διαχειριστούν τον αυξημένο φόρτο εργασίας. Πού και πού ανασήκωναν το κεφάλι και κοίταζαν με άχρωμα πρόσωπα και σβηστά μάτια πέρα από το τζάμι.Στο κέντρο της αίθουσας, οι  θέσεις αναμονής φιλοξενούσαν τους λίγους τυχερούς που είχαν καταφέρει να συναντήσουν κάποια από αυτές κενή. Οι υπόλοιποι στέκονταν όρθιοι, στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, ό,που  μπορούσαν να βρουν λίγα εκατοστά γης να τους χωρέσουν,ενώ κάποιοι άλλοι είχαμε βρει την ευκαιρία να ξαποστάσουμε με την πλάτη ακουμπισμένη πάνω στα ψηλά τσιμεντένια δοκάρια.Το ταλαίπωρο πλήθος έφτανε μέχρι το βάθος της αίθουσας, όπου η πλατιά στριφογυριστή σκάλα οδηγούσε στα γραφεία του επάνω ορόφου. Δίπλα στο ψηλότερο σκαλί, σε προκλητικά εμφανές σημείο, τα γράμματα “ΟΑΕΔ” δέσποζαν ηγεμονικά στο χώρο.

Άλλος ένας διαπεραστικός ήχος απλώθηκε στην αίθουσα και ένας άνδρας με μακριά μαλλιά κινήθηκε προς ένα από τα γραφεία. Η μυρωδιά του βρεγμένου δερμάτινου πανωφοριού του ανακατεύτηκε με τις βάρβαρες οσμές της κλεισούρας και της υγρασίας και εισέβαλλε στα ρουθούνια μου αμείλικτα επιθετική. Ακολούθησα τον άνδρα με το βλέμμα μου, καθώς πλησίαζε το τζάμι της θυρίδας του κοντινότερου γραφείου. Μέσα από το γυαλί το θολό είδωλό μου μού αντιγύριζε το βλέμμα με συμπάθεια. Περιεργάστηκα για λίγα δευτερόλεπτα την ακαθόριστη σιλουέτα μου αναζητώντας τα πρώτα σημάδια του χρόνου. Το βλέμμα μου έπεσε αυθόρμητα στις άκρες των μαλλιών που είχαν αρχίσει να αραιώνουν.

Απέστρεψα βιαστικά τα μάτια από το τζάμι και βάλθηκα να περιεργάζομαι ξανά την αίθουσα. Δεν επέτρεπα σε τέτοιες σκέψεις να με βασανίζουν.Το μόνο που με απασχολούσε, άλλωστε, ήταν το πότε θα έσκιζα εκείνο το λευκό χαρτάκι- υπόσχεση προσωρινότητας- που ονόμαζαν κάρτα και σε κατέτασσε στην ευπαθή ομάδα των ανέργων. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι την επόμενη φορά που θα ατένιζα τους λευκούς αυτούς τοίχους θα ήταν για να διακόψω το επίδομα, ως πρώην πια άνεργος.Μα να που βρισκόμουν άλλη μια φορά σε αυτήν εδώ την αίθουσα υπομένοντας μια ακόμα αναμονή.  Με το κινητό μου τηλέφωνο χαλασμένο εδώ και μήνες, δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω από το να παρατηρώ με περιέργεια τον κόσμο δίπλα μου.

Οι περισσότεροι ήταν στην ηλικία μου. Ανάμεσα στα χέρια τους έσφιγγαν φακέλους ή διαφάνειες με έγγραφα και στο πρόσωπό τους ήταν ζωγραφισμένη μία έκφραση βαρυθυμίας που δεν είχε να κάνει με την αναμονή. Δε μπορούσα να πω με σιγουριά πόσοι έκρυβαν ακόμη πίσω από τα μάτια τους εκείνη τη φλόγα που κάνει τους νέους να θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Η δική μου πάντως κόντευε να σβήσει. Τον τελευταίο χρόνο,τα καθημερινά τηλεφωνήματα υπενθύμισης των οικογενειακών χρεών είχαν περάσει αλυσίδες σε όσα αλαζονικά όνειρα της νεότητας είχαν καταφέρει να επιβιώσουν. Οι αγγελίες εργασίας έφταναν πλέον αφιλτράριστες στην οθόνη του υπολογιστή μου. Δεν ήταν καιροί για υπερηφάνειες…

Ένα μακρόσυρτο ηλεκτρονικό ουρλιαχτό μας έκανε όλους να αναπηδήσουμε, καθώς ο φαλακρός υπάλληλος μπροστά μας προσπερνούσε αρκετά νούμερα μαζί. Είχε φτάσει μεμιάς στο 235, μα ο μόνος που κουνήθηκε ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος με τραγιάσκα. Κατέβασα το βλέμμα μου πάνω στο μικρό τετράγωνο χαρτί. Το 305 με κοίταζε κοροϊδευτικά από την πρώτη στιγμή που το είχε ξεράσει το μηχάνημα. Είχε μεσημεριάσει και τώρα υπήρχε πραγματικά κίνδυνος να μην δω το νούμερο μου στον μικρό μαύρο πίνακα. Αναστέναξα σιγανά και κοίταξα τη στοίβα με τα έγγραφα που κουβαλούσα πάντα μαζί μου.

Μέσα σε μία μόνο διαφάνεια είχα χωρέσει τα πάντα για τη ζωή μου. Πιστοποιητικά, φορολογικά, ασφαλιστικά και πτυχία βρίσκονταν κλεισμένα με ασφάλεια μέσα στην γυαλιστερή ζελατίνα. Για καλό και για κακό είχα στριμώξει μπροστά-μπροστά και το δισέλιδο βιογραφικό μου, γιατί δεν ξέρεις ποτέ. Μα αν έκρινα από τις αμέτρητες αποτυχημένες συνεντεύξεις αυτό το μήνα, η πράξη φώναζε μάλλον απελπισία.

Το ενδιαφέρον μου για τον περίγυρο τελικά εξανεμίστηκε και έμεινα να ατενίζω γλαρωμένος το κενό. Πότε-πότε σκόρπιες φωνές κατάφερναν να φτάσουν στα αυτιά μου, μα ήταν τόσο εξασθενισμένες που δεν έδινα σημασία. Την περισσότερη ώρα η αίθουσα ήταν βυθισμένη σε μια παράξενη ησυχία…

Ξάφνου, με ένα βροντερό τρίξιμο, η εξώπορτα άνοιξε απότομα φέρνοντας μέσα τα γήινα αρώματα της βροχής. Μαζί τους, μια μικροκαμωμένη φιγούρα μπήκε λαχανιασμένη, στάζοντας από παντού. Το γκρίζο παλτό κολλούσε πάνω στο σώμα της σαν δεύτερο δέρμα. Χοντρές σταγόνες, ξαπλωμένες πάνω σε ένα στρώμα πάχνης, στόλιζαν το σφιγμένο πρόσωπό της. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της είχαν γίνει κανάλια για τα βρόχινα νερά, οδηγώντας τα μέχρι τομαρμάρινο πάτωμα. Μέσα στα χέρια της βρισκόταν μια κατεστραμμένη βιολετιά ομπρέλα, ακουμπισμένη στοργικά πάνω σε μια ξεφτισμένη γυναικεία τσάντα.

Η κοπέλα σήκωσε ένα ζευγάρι μεγάλα μαύρα μάτια από το έδαφος και τα έριξε με προσμονή στο κοντινότερο σε μένα γραφείο. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε διστακτικά, κοιτάζοντας τον μικρό μαύρο πίνακα. Ύστερα πλησίασε με αργό βηματισμό, χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα από το πρόσωπο του υπαλλήλου. Στεκόταν πια τόσο κοντά μου, που μπορούσα να διακρίνω με ευκολία τις λεπτές διάφανες σταγόνες που δίσταζαν να αποχωριστούν τα ματόκλαδά της.

Η νεοφερμένη φαινόταν να μην προσέχει τίποτα άλλο γύρω της. Ο υπάλληλος του γραφείου μπροστά μας ήταν απασχολημένος ελέγχοντας τα χαρτιά ενός εύσωμου άνδρα. Η νεαρή συνέχισε να παρακολουθεί τη συνδιαλλαγή απερίσπαστη. Όταν συνειδητοποίησε ότι έσταζε παντού νερά, έσπευσε να βγάλει το βρεγμένο παλτό, κρατώντας το από την ανάποδη. Το πλεκτό φούτερ και το φθαρμένο τζιν της όμως ήταν εξίσου μουσκεμένα. 

Με τον γνωστό, πλην εκνευριστικό θόρυβο, το νέο νούμερο στον πίνακα κάλεσε τον επόμενο. Η κοπέλα κινήθηκε προς τον υπάλληλο.

«Συγγνώμη», ξεκίνησε διστακτικά, «είχα έρθει και πριν. Σας έφερα…».

Μα δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της και ένας αγριωπός σαραντάρης πετάχτηκε από το κάθισμά του με πρόσωπο παραμορφωμένο από οργή.

«Τι νομίζεις ότι κάνεις;», βρυχήθηκε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του, «υπάρχει και σειρά!».

Όλη η αίθουσα αναπήδησε γυρνώντας να δει πού είχε γίνει το κακό. Η κοπέλα αναψοκοκκίνισε και ψέλλισε κάτι που δεν ακούστηκε. Ο άνδρας την αγνόησε και συνέχισε να φωνάζει, μέχρι που ο φαλακρός υπάλληλος πίσω από το τζάμι σηκώθηκε από τη θέση του και τον διέκοψε:

«Κύριε, σας παρακαλώ. Εγώ είπα στη δεσποινίδα να έρθει κατευθείαν. Ήταν και το πρωί εδώ. Την έστειλα να πάρει …».

«Δε με νοιάζει! Τόσες ώρες περιμένω!».

Με αηδίαζαν τέτοιοι καυγάδες και πάντα φρόντιζα να μην ανακατεύομαι σε τέτοιες σκηνές. Μα αυτή τη φορά, κάτι μέσα μου έσπρωξε ενστικτωδώς τη φωνή έξω από τα χείλη μου:

«Ούτε δυο λεπτά δε θα πάρει», απάντησα προσπαθώντας να συγκρατήσω τον εκνευρισμό μου.

Ο θυμωμένος άνδρας γύρισε επιθετικά προς το μέρος μου, έτοιμος να ξαπολήσει άλλη μια θύελλα ξεφωνητών, αυτή τη φορά ειδικά για μένα. Μα δεν πρόλαβε να βγάλει ούτε λέξη, καθώς μια ηλικιωμένη κυρία έσπευσε να με υπερασπιστεί. Σύντομα, όπως συμβαίνει συχνά με τα πλήθη, ακολούθησαν το παράδειγμά της πολλοί που βρήκαν μέσω της δύναμης της αγέλης το θάρρος τους. Ο εκνευρισμένος άνδρας όμως δεν άκουγε κουβέντα!

«Έλα πάλι αύριο!», είπε τελικά, «δε χάθηκε ο κόσμος για μια μέρα».

«Δεν έχω μια μέρα…», μουρμούρισε εκείνη άψυχα.

Ο αγριωπός άνδρας όμως βρισκόταν ήδη μπροστά από τον υπάλληλο, ο οποίος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τον εξυπηρετήσει.Η ηλικιωμένη κυρία που με είχε υποστηρίξει διαβεβαίωσε την σαστισμένη νεαρή ότι θα της παραχωρούσε τη δική της σειρά.

Η ταλαιπωρημένη κοπέλα την ευχαρίστησε και απομακρύνθηκε από το γκισέ, με λόγια συμπάθειας να συνοδεύουν κάθε της βήμα.Τώρα με κοίταζε κατευθείαν μέσα στα μάτια και, σχεδόν με λυμένα γόνατα, της έκανα χώρο μπροστά από την κολόνα. Με μια γκριμάτσα ευγνωμοσύνης, αντί για χαμόγελο, στάθηκε δίπλα μου προσέχοντας να μη λερώσει κάποιον με τα βρεγμένα της ρούχα.

Χωρίς να περιμένει δευτερόλεπτο, άνοιξε προσεκτικά τη μουσκεμένη της τσάντακαι έβγαλε από μέσα ένα σωρό από ταλαιπωρημένα έγγραφα. Κρατώντας τα με προσοχή,άρχισε να τα περιεργάζεται σιωπηλά για να βεβαιωθεί ότι δεν είχαν καταστραφεί. Απέστρεψα το βλέμμα από ευγένεια. Πάνω στις σελίδες που κρατούσε βρίσκονταν πολύ προσωπικές πληροφορίες, όπως ακριβώς και στις δικές μου.

Συνειδητοποίησα ότι στεκόταν ξανά πολύ κοντά μου, πιεσμένη από την ανθρώπινη μάζα γύρω της. Σχεδόν μπορούσα να νιώσω τη θέρμη του δέρματος της. Πίεσα τον εαυτό μου να σκεφτεί κάτι αστείο ή πνευματώδες, μα το μυαλό μου είχε κολλήσει. Όλες οι ιδέες που μου έρχονταν στο νου έμοιαζαν παιδαριώδεις. Έτσι, η σιωπή που μας είχε τυλίξει από την πρώτη στιγμή, άρχισε να αποκτά έναν αέρα αμηχανίας.

Κάποια στιγμή,μια φωνή ήχησε δίπλα μου ήρεμη, σχεδόν τρυφερή:

«Μπορώ;».

Γύρισα και την κοίταξα. Το πρόσωπό της φώτιζε ένα γλυκό χαμόγελο. Έδειχνε τη διαφάνεια στα χέρια μου. Χωρίς να απαντήσω, έτεινα τα χαρτιά προς το μέρος της. Εκείνη τα τράβηξε απαλά και έβαλε μέσα στις άδειες χούφτες μου ένα από τα δικά της.

Το βιογραφικό της ήταν απλό. Όνομα, προϋπηρεσία, πτυχία. Χωρίς φανφάρες και υπερβολές όπως το δικό μου. Για μια στιγμή ντράπηκα που την άφησα να το διαβάσει. Δεν ήθελα να ήταν αυτή η εικόνα που θα είχε για μένα. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί όσο συστηνόμασταν…

«Δασκάλα, λοιπόν», έκανα μετά από λίγο.

«Σίγουρη δουλειά έλεγαν κάποτε», απάντησε.

«Και τώρα…;».

«Ιδιαίτερα. Αν και δεν κάνουν πολλά παιδιά δημοτικού. Τον περισσότερο καιρό δουλεύω σαν πωλήτρια».

Ύστερα έδειξε τη δική μου σελίδα.

«Έπιπλα;».

«… βιοτεχνία του πατέρα μου», απάντησα.

«Έχω περάσει πολλές φορές απ έξω. Ήταν στο δρόμο για τη δουλειά μου…».

Τώρα μου φαινόταν πιο εύκολο να συνεχίσω τη συζήτηση. Οι λέξεις έβγαιναν σχεδόν από μόνες τους. Της είπα με κοκκινισμένα από τη ντροπή μάγουλα για τα δάνεια της οικογένειας και τη δυσκολία μουνα βρω δουλειά. Η έκφρασή της δεν άλλαξε. Συνέχισε να μου μιλά με τον ίδιο τόνο συμπάθειας που συνόδευε κάθε της λέξη. Σαν από το πουθενά, ένα ξαφνικό κύμα θερμότητας τύλιξε χωρίς προειδοποίηση τα σωθικά μου. Νιώθοντας ελαφρύτερος με κάθε λεπτό που περνούσε, τη ρώτησα για εκείνη.

Με άχρωμη φωνή και ανέκφραστο πρόσωπο, διηγήθηκε την ιστορία της οικογένειάς της. Ο αρχικός δισταγμός της εξανεμιζόταν με κάθε φράση. Μου μίλησε για το μαγαζί των γονιών της που έκλεισε, για τα χρέη που δέσμευαν την οικογένεια για τα επόμενα 20 χρόνια και για το φόβο της ότι δε θα κατάφερνε ποτέ να δουλέψει σαν δασκάλα. Μου είπε για την ξαφνική της απόλυσή και για το πώς έτρεχε ολόκληρη τη μέρα μέσα στη βροχή για να φέρει το χαρτί που δεν της είχαν δώσει από τη δουλειά.

Όλη αυτή την ώρα έριχνα κλεφτές ματιές προς το γραφείο, ελπίζοντας ότι ο αγενής άνδρας θα αργούσε ακόμα περισσότερο.

Όσο τα βιογραφικά επέστρεφαν στα σωστά χέρια, θυμήθηκα κάτι που είχε πει και με απασχολούσε ακόμη. Αναρωτήθηκα μήπως το παράκανα με τις προσωπικές ερωτήσεις, αλλά ήξερα ότι δε θα ησύχαζα αν δε μάθαινα. Πήρα μια βαθειά ανάσα…

«Είπες», έκανα, «ότι δεν έχεις μια μέρα. Τι εννοούσες;».

Το πρόσωπό της σκοτείνιασε απότομα.

«Δε γινόταν να έρθω άλλη μέρα».

Με κοίταξε για λίγο θλιμμένα.

«Αν δεν τα έφερνα όλα σήμερα θα έχανα το επίδομα του επόμενου μήνα. Και το χρειάζομαι…».

Θεώρησα αγενές να ζητήσω λεπτομέρειες κι έτσι σώπασα.

«Βλέπεις», συνέχισε εκείνη, «η αδερφή μου σπουδάζει στη Γερμανία. Δεν έχουμε πολλά σπίτι. Ζει με ότι της στέλνω. Της υποσχέθηκα ότι θα έχει καλύτερη τύχη από μένα. Κάποια στιγμή θα πάρει το πτυχίο της και θα μπορέσει να βρει δουλειά εκεί».

Λίγα δευτερόλεπτα βαριάς σιωπής σφηνώθηκαν ανάμεσά μας. Ο φαλακρός υπάλληλος φαινόταν έτοιμος να δεχθεί τον επόμενο.

«Δεν φοβάσαι μήπως δεν ξαναγυρίσει;», ρώτησα.

Μια σκιά πέρασε προς στιγμήν από το όμορφο πρόσωπό της. Ύστερα:

«Είναι το μικρότερο κακό».

Ο ανατριχιαστικός μηχανικός ήχος γέμισε ξανά την αίθουσα και η κοπέλα κινήθηκε βιαστικά προς το γκισέ, κρύβοντας το πρόσωπο πίσω από τα μακριά μαλλιά της. Έμεινα να κοιτάω το πίσω μέρος του κεφαλιού της, ανησυχώντας μήπως την αναστάτωσα.

Η δουλειά της με τον υπάλληλο τελείωσε πριν καν αρχίσει. Σύντομα, την είδα να βάζει τα χαρτιά πίσω στη βρεγμένη τσάντα, με τα μαλλιά πεσμένα ακόμη μπροστά στα μάτια της.

Κατευθύνθηκε προς την πόρτα με τον ίδιο αργό βηματισμό που είχε και μπαίνοντας. Την παρατηρούσα με ένα βάρος στο στομάχι, περιμένοντας να αντικρίσω ένα ανταριασμένο πρόσωπο…

Έκανε ακόμα δύο βήματα και σταμάτησε. Γύρισε ξαφνικά.

Ένα πλατύ χαμόγελο άστραψε προς το μέρος μου, στεγνώνοντας με τη λιακάδα του όλη την αίθουσα.

Πριν προλάβω να το ανταποδώσω η γυναίκα χάθηκε μέσα στη βροχή, όπως είχε έρθει.

Το ανατριχιαστικό μηχανικό κρώξιμο ήχησε ξανά.

Κοίταξα για μια στιγμή τον ηλεκτρονικό πίνακα και έπειτα το μικρό χαρτί στα χέρια μου.

Με την καρδιά μου να έχει ανέβει στο λαιμό, σηκώθηκα και την ακολούθησα μέσα στη βροχή.

Ο μικρός μαύρος πίνακας, με τα χαρούμενα κόκκινα ψηφία του, είχε επιτέλους δείξει το νούμερο μου…

Ο Μιχάλης Ι. Μακόγλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές σε μεταπτυχιακό επίπεδο στον κλάδο της Πολιτικής Ιστορίας. Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε σε μικρή ηλικία, με τη συγγραφή μικρών ιστοριών και θεατρικών. Το 2017 το διήγημά του «Μαγική Πόλη» δημοσιεύτηκε στην ανθολογία «Παράξενες μέρες στη Θεσσαλονίκη» από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Το 2019 το διήγημά του «Προσμένοντας τα αγριολούλουδα» συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Ιστορίες της Άνοιξης» (Παράξενες Μέρες), ενώ την ίδια χρονιά, το διήγημα «Η γάτα του Ισμίρ» έλαβε ένα από τα ισότιμα βραβεία του 9ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος (eyelands) και δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Γύρω στα Μεσάνυχτα».

///////

ΕΠΟΜΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

16/ 7 Στο τεσσαρακοστό πέμπτο χιλιόμετρο της Αττικής Οδού -Κωνσταντίνος Ν. Κιούσης

30/ 7 Ξεραμένο αίμα – Καλλιόπη Παπαδοπούλου