ΕΠΙΛΟΓΗ EYELANDS: Ξεραμένο αίμα – Καλλιόπη Παπαδοπούλου

Η επιλογή παρουσιάζει τα διηγήματα του 10ου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος (ελληνικό τμήμα) που επιλέχθηκαν για δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Η δημοσίευση αρχίζει κάθε χρόνο τον Οκτώβριο και ολοκληρώνεται τον Αύγουστο. 21 συγγραφείς συμμετέχουν με διηγήματά τους στην Επιλογή για το 2020. 

Η δημοσίευση ακολουθεί τη σειρά συμμετοχής. Τα διηγήματα  ανεβαίνουν στο περιοδικό κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο.  Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η τελευταία χρονιά για το ελληνικό τμήμα του διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος άρα και για την επιλογή.  Το θέμα του 10ου διαγωνισμού ήταν: «Αριθμοί».  Το διήγημα το οποίο έχει σειρά είναι: 

Ξεραμένο αίμα

της

Καλλιόπης Παπαδοπούλου

Η βαλίτσα ανοιγμένη πάνω σε δύο καρέκλες. Τα μάτια του επίσης  ανοιγμένα, καρφωμένα σε σπίτι υπό κατεδάφιση, βλεφαρίδες όμοιες με γυναίκες που σταυρώνουν χέρια σε χορό, ακίνητες, μέχρι που οι χορδές απ’ το λαιμό έβγαλαν ήχους μουρμουρητού. Ήρεμος χορός ξεκίνησε, μαντίλι πρώτης χορεύτριας που τινάζεται και μαζεύεται, η κάθε αναπνοή και το ανοιγόκλειμα βλεφάρων. Πίσω από γυάλινη μπαλκονόπορτα ξενοδοχείου, έβλεπε το σπίτι με το πλυσταριό στην ταράτσα. Το σπίτι που μεγάλωσε, αυτό που πάντα περίμενε να γεμίσει με τη μαυροφορεμένη παρουσία της.

«Εδώ είναι καλοί άνθρωποι. Ακούς αγόρι μου; Να γίνεις άνθρωπος, να μορφωθείς» «Μαμά…»

«Ναι, θα έρθω… λίγη υπομονή…»

«Πότε θα έρθεις;»

«Θα έρθω αγάπη μου… την ευχή μου…»

Τα πόδια του τεντωμένα, ευζωνάκι που στέκεται για αναμνηστική φωτογραφία. Ύφος σοβαρό, γεμάτο απορίες και αμφισβήτηση. «Δε θα έρθεις μαμά» ήθελε να της πει. Έμεινε, όμως, σιωπηλός, να κοιτάζει τη μακριά μαύρη φούστα να χάνεται, όπως μια λύκαινα τρέχει σε δάσος με  πυρκαγιά. Το αρχοντικό διώροφο σπίτι, με τις 28 κοινόχρηστες  μαρμάρινες σκάλες,  χρόνια το ένιωθε ως δάσος που τον περικύκλωσε. Η φωτιά έσβησε, αυτός έμεινε μέσα και η μάνα του έξω. Φυγαδευμένη ποιος ξέρει που…

Φόρεσε το σακάκι, πήγε στην καφετέρια του ξενοδοχείου, στον ημιώροφο. «Ένα εσπρέσο παρακαλώ» Κάθισε δίπλα στην τζαμαρία, είχε ορατότητα στην είσοδο του σπιτιού, στην ψηλή δίφυλλη ξύλινη πόρτα. Το χρώμα της ξεφτισμένο γκρι, του πάγου. Φαναράκι με μικρό ορθογώνιο φεγγίτη στόλιζαν τη χαλαρή ένωση των πορτόφυλλων. Πορτοκαλί φωσφορούχα μπογιά στιγμάτιζε τον τοίχο: «ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΟ» Το παπούτσι του νεαρού σερβιτόρου σκάλωσε στην ξεκολλημένη  μοκέτα και ο δίσκος έπεσε κάτω. Ο κρότος μεταφέρθηκε στο σπίτι υπό κατεδάφιση: «Γιάννη! Πάλι αταξία;» Ο Γιάννης ευζωνάκι, το μπουκάλι με λικέρ βερίκοκο, ένα σύνολο από θρύψαλα, στα μπορντό και λευκά πλακάκια, με τους γεωμετρικούς σχηματισμούς. Έκλεινε τα γόνατα σε τέλεια έκταση ο Γιάννης  και πίεζε το πάτωμα με την επιθυμία να σπάσουν τα πλακάκια και να κρυφτεί στα έγκατα της γης. Καλή ήταν η δεύτερη μάνα του, πολύ καλή γυναίκα, ο Γιάννης, όμως ήθελε τη δική του μαμά. «Γιατί δεν έρχεται μαμά; Πότε θα έρθει η μαμά μου μαμά; Είπε ότι θα έρθει…» Τον έπαιρνε τότε βόλτα στην Ακρόπολη, άλλες φορές για κουκλοθέατρο στην Πλάκα και μετά κοκοράκι γλειφιτζούρι στο Ζάππειο. Άλλαζαν  τα ερεθίσματα και ο Γιάννης γύριζε στο μεγάλο σπίτι και χάζευε την Κυρά Λένη στο πλυσταριό, να πολεμάει με τη σκάφη.  «Συγγνώμη Κύριε, θα τα καθαρίσω αμέσως» Τα χέρια του νεαρού πήραν μια άσπρη  πετσέτα και με ταραχή σκούπιζαν  τις εκτινασσόμενες στάλες καφέ απ’ το παντελόνι του πελάτη. Ο Γιάννης τον σταμάτησε «Άσε, έχω κι άλλο παντελόνι, τα χέρια σου χρειάζονται ξεκούραση» Κοίταξε με απορία ο νεαρός και πήγε στον πάγκο να φτιάξει νέο εσπρέσο. Βυθίστηκε ξανά ο Γιάννης στις εσοχές των παιδικών χρόνων: «Θα στα μαλακώσω εγώ τα χέρια. Θα έρθεις στο ιατρείο μου να σου βγάλω τα βουναλάκια» Έλεγε, στη Κυρά Λένη, ο Γιάννης κι εκείνη γέλαγε. Του έμεινε στη μνήμη αυτό το γέλιο. Όμοιο με τον ήχο της σκάφης, στην εναλλασσόμενη τριβή ξύλου-σαπουνιού.

Η ώρα ήταν δώδεκα το μεσημέρι. Ανέβηκε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Ξάπλωσε και πέρασε τα χέρια πίσω από το σβέρκο. Ακόμη μια χρονιά που ερχόταν Ελλάδα, για να δει το άδειο σπίτι. Κάθε χρόνο την ίδια ημερομηνία, που τον εμπιστεύτηκε η μάνα του στη δεύτερη μάνα, επέστρεφε στη βάση του. Ακριβώς την ίδια ημερομηνία, αλλά, αυτή τη χρονιά το σπίτι θα κατεδαφιζόταν. Ανήκε σε θείους του, η δεύτερη μάνα του, Χήρα Στρατιωτικού γιατρού και άτεκνη τον πήρε υπό την προστασία της. Συχνά του έλεγε πόσο καλή μάνα έχει, ότι η μαμά του τον αγαπάει, έπρεπε όμως να πάει ένα μακρινό ταξίδι. Από τότε μπήκε στην ψυχή του Γιάννη η επιθυμία να φύγει μακριά, με την ελπίδα, ότι ίσως κάπου, κάποτε, δει τη μαυροφορεμένη μάνα του. Σπούδασε στο εξωτερικό καρδιολόγος. Νόμιζε, ως νέος που ήταν τότε, ότι θα ανακάλυπτε όλα τα μυστικά της ανθρώπινης καρδιάς μόνο με ένα στηθοσκόπιο…

Τα στήθη της πρησμένα, η καρδιά φουρτουνιασμένη θάλασσα, παφλασμένη ροή το αίμα, πάνω σε βράχια και φύκια. Ταχύπνοια ετών Δεκαπέντε. Με το νεογέννητο στα χέρια, ντυμένη με μαύρα ρούχα που θύμιζαν ράσα καλόγριας, βάδιζε στο πλήθος. Ακριβώς πριν δέκα ώρες, τέσσερις το ξημέρωμα έφερε στον κόσμο ένα πλασματάκι, ένα αγόρι. Μύριζε όμορφα το αγόρι αυτό. Σε τίποτα δε θύμιζε η μυρωδιά του τα χνώτα των θηρίων επάνω της. Έταξαν μια ζωή με οντότητα, οι τοκογλύφοι ψυχών, μακριά απ’ τον πόλεμο. Οι γονείς της, κατασπαράχθηκαν από την άσπονδη φίλη της θάλασσας, τη θύελλα… Ομιχλώδεις φιγούρες οι αγαπημένοι της και… τρύπιο σωσίβιο το όνομα της… ακαθόριστος αριθμός η ύπαρξη της, μέσα σε πλειάδα άλλων αριθμών…  Βρέθηκε μέσα σε δωμάτια πληρωμένου έρωτα. Αυτή, όμως, δεν είχε ποτέ λεφτά. Μόνο λίγο φαγητό και ξύλο. Πολύ ξύλο.  Όπως κόλλησε το αίμα πάνω της, μετά τον πρώτο βιασμό, τώρα είχε ξεραμένο αίμα γέννας, στους μηρούς, τις γάμπες  και στα σκασμένα χείλη της. Ένα παιδί μη δικής της επιλογής. Ωστόσο ένα παιδί. Ένα αγόρι, που μύριζε όμορφα. «νάνι νάνι, Μάνας ευχή πέφτει από τον ουρανό, μωρό μου, Άστρο, αστεράκι φωτεινό μου, νέα ζωή, σου δίνω την ευχή μου, φυλαχτό μοναδικό, μωρό μου! νάνι νάνι…» Στη δική της γλώσσα νανούριζε το μωρό στην αγκαλιά της. Ήταν ήρεμο μωρό. «Σου αξίζει μια καλή τύχη…» το φίλησε.  Βρέθηκε στον Εθνικό κήπο, στάθηκε μπροστά στο σιντριβάνι με τα χρυσόψαρα. Θαμπωμένη κοίταζε και έσφιγγε το αγόρι της, με την επιθυμία να μπορούσε να είχε στη ζωή της γαλήνη ψαριού, μέσα σε σκαλιστή μαρμάρινη γούρνα, γεμάτη καθαρό νερό. Πείναγε. Έσφιγγε κι άλλο το μωρό. Έφτασε στις πάπιες. Ο κόσμος κεφάτος, καρότσια με μωρά, παιδιά, γονείς, πωλητές με κουλούρια, καραμελωμένα φυρίκια περασμένα σε ξύλινες λαβές και η παρουσία της, νότα παραφωνίας, ανάμεσα τους. Κάποιοι κοίταζαν, σούφρωναν χείλη και μύτη επιδεικτικά. Το ήξερε ότι πάνω της είχε ξεραμένο αίμα, που μαρτυρούσε όλη τη δυσωδία των εμπειριών της, μα αυτό το πλασματάκι μύριζε παράδεισο. Πόσο ήθελε να το προφέρει στη γλώσσα τους: «Μυρίζει Παράδεισο! Πλησιάστε με! Κρατάω τον Παράδεισο!» Για πόσο όμως; Αυτή η ερώτηση της κένταγε με συρματόσχοινο τα σπλάχνα. Έσκυψε και μάζεψε ένα χάρτινο κουτάκι με λίγα ποπ κορν. Κάθισε σε μια σιδερένια καρέκλα του κήπου. Σκεφτόταν: «Φίδια μαύρα τα χρυσόψαρα και η φωνή μου πάπιας, που της  στραγγαλίζουν το λαιμό, μωρό μου… δηλητήριο το γάλα μου θα γίνει…  μωρό μου… να σε γλιτώσω, άνθρωπος να γίνεις…» Τα μάτια της για μια στιγμή έλαμψαν, όπως τότε, που σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να γλιτώσει, από τη ζωή που της επέβαλλαν, ήταν να γίνει τρελή. Έπαιξε τέλεια το ρόλο της, κανείς δεν ήθελε να πηδήξει μια τρελή, φοβήθηκαν και οι βασανιστές της. Την πέταξαν στο δρόμο. Ντύθηκε με ρούχα που ούτε στη χώρα της τα αγαπούσε, μα η μαύρη κελεμπία έγινε αγκαλιά προστασίας. Ζούσε σε εγκαταλελειμένα σπίτια, έτρωγε από ζητιανιά ή κάδους σκουπιδιών και πίστευε ότι η κοιλιά της μεγάλωνε επειδή είχε αρρωστήσει.

Νόμιζε ότι είχε το “κακό” και θα ερχόταν ο θάνατος, μα μόλις πριν λίγες ώρες, αναπάντεχα εύκολα, σε μια κουζίνα, υπό κατεδάφιση αρχοντικού, γέννησε ζωή, ένα παιδί αθώο σε όλα. Ήθελε να το σώσει αυτό το παιδί. Τα μάτια της άστραψαν ξαφνικά! Σπίθες οξυγονοκόλλησης η θέα των ματιών της! Θα έβαζε το μωρό της στο καρότσι ενός ζευγαριού. Στήριζαν το δικό τους μωρό, στα πρώτα του όρθια βήματα και γελούσαν με τις πάπιες…  Θα τους έδινε ο Αλλάχ ακόμη ένα μωρό! Ναι… έπρεπε όμως να βιαστεί. Να το βάλει γρήγορα στο καρότσι και να φύγει, να μην την πιάσουν. Έπρεπε.

Έτρεξε να τον προλάβει: «Μη Κύριε! Απαγορεύεται! Καλά ρε Μαλάκα, γιατί δεν είπες στον Κύριο ότι είναι επικίνδυνο να μπει μέσα;» Ο Γιάννης ακίνητος, πάνω στα δύο πρώτα σκαλοπάτια της εσωτερικής μαρμάρινης σκάλας, κοίταζε τον εργάτη κατεδαφίσεων «Συγγνώμη Κυρίε, πρέπει να βγείτε, κάνουμε έλεγχο. Έπρεπε να σας το πει ο… μα που είσαι ρε Αλογομούρη; Έλα μέσα να τελειώνουμε!» Ένας εργάτης εμφανίστηκε, στην κουπαστή του πρώτου ορόφου «Σίμο, έλα… πρεζόνια πάλι… να έχουμε  το νου μας αύριο, όλο μπαίνουν τα χαμένα και θα βρούμε μπελά… έλα να δεις…» Οι εργάτες μπήκαν στην κουζίνα με τα μπορντό και λευκά πλακάκια, πίσω τους ο Γιάννης. Αίμα διάσπαρτο και μυρωδιά μπόχας.

«… πρεζόνια… το κέρατο τους το τράγιο… Ε, Κύριος… Γιατί ανεβήκατε; Μα τί θέλετε, να βρούμε μπελά; Βγείτε έξω…»

«Μεγάλωσα εδώ. Για λίγο μόνο. Παρακαλώ»

Η φωνή του Γιάννη θύμιζε οδοστρωτήρα που πατάει πίσσα στην άσφαλτο.

«Όπως αγαπάτε… με προσοχή όμως…»

Μπήκε στο παιδικό του δωμάτιο. Η γαλάζια ταπετσαρία, με τα λεπτά ασημένια φυλλαράκια, έμοιαζε με ρημαγμένο χωράφι λόγω χαλαζόπτωσης. Έπιπλα δεν υπήρχαν πουθενά. Ανέβηκε στο πλυσταριό, είδε ένα ξύλινο μανταλάκι,  έσκυψε και το έβαλε στη χούφτα. Το έσφιξε μέχρι που ζωηρές ομιλίες ξεμανταλώθηκαν απ’ την ψυχή και έγιναν ζωντανές φιγούρες μπροστά του:

«Γιάννη! Αχ Γιάννη!»

«Λένη μου, είναι ωραίο! Να το φοράτε!»

«Φουρκέτες βάζουμε Γιάννη μου στα μαλλιά. Μανταλάκια μόνο στα ρούχα»

«Αυτό όμως κρατάει καλά το μπιφτέκι σας!»

«Γιάννη! Να βγω έτσι έξω; Θα γελάσει ο κόσμος»

«Λένη μου, εγώ δε θα γελάω. Σε αγαπάω Κυρά Λένη μου»

Μπήκε στη μπλε ποδιά της και τα χέρια της τον έσφιξαν μέχρι που άνοιξε τα βουρκωμένα μάτια του και είδε το σκουριασμένο ελατήριο στο μανταλάκι. Κατέβηκε κάτω. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα της μάνας που τον μεγάλωσε. Εκεί ο τοίχος είχε ταπετσαρία με ιβίσκους. Από τους μίσχους, οι αράχνες, άπλωναν ιστούς μέχρι τις γωνίες των τοίχων. Ωχρός ιβίσκος μίλησε: «Στο δωμάτιο της μαμάς δε μπαίνουμε Γιάννη… το απόγευμα θα έρθει ο καθηγητής αριθμητικής… να τους αγαπάς τους αριθμούς Γιάννη μου. Όλη η σοφία του σύμπαντος είναι στα μαθηματικά… η Κυρία Λένη έχει φτιάξει κέικ σοκολάτα… Άριστα σε όλα τα μαθήματα! Θα πάμε όπου θέλεις, πού θέλεις Γιάννη μου;»

Μπαμ! Ακούστηκε χτύπημα χεριού σε δοκάρι πόρτας. «…Τί με ρωτάς ρε φίλε, αφού ξέρεις… Θέλω να πάω να παίξω στον Ιππόδρομο! Το είδαμε το ερείπιο βρε Σίμο… τί άλλο πια; Άδειο είναι. Ούτε γάτα. Τους έχω ρε μπαγάσα, σίγουρα, έχω τους αριθμούς… το νιώθω!»

«Μα στο Θεό σου Αλογομούρη, έλεος, πού τους βλέπεις τους αριθμούς;»

«φλασιά φίλε μου… είναι θέμα πείρας…»

«Μα τόσο μαλάκας; Αίμα είναι! Ξεραμένο αίμα στα πλακάκια»

«Εγώ είδα ανάγλυφους αριθμούς! ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ!!»

«Ωραία άρρωστε, πήγαινε να κάνεις πλούσιο το κράτος. Μετά θα λες για απεργία. Η καλύτερη απεργία είναι να χτυπάς εκεί που τους πονάει. Να σταματήσουν όλοι να παίζουν τυχερά, αυτή είναι απεργία…»

«Άσε με ρε Σίμο με τις φιλοσοφίες σου. Πάω. Αύριο ξημέρωμα θα έρθω με τη μπουλντόζα…»

Ο ηχηρός διάλογος των εργατών, σταμάτησε τη λεπτεπίλεπτη φωνή του Ιβίσκου, ο Γιάννης επανήλθε στο παρόν. Κατευθύνθηκε  στο διάδρομο που οδηγούσε στην κουζίνα. Ο Σίμος άναψε τσιγάρο «Ωραίο αρχοντικό. Τυχερός Κύριε που το ζήσατε. Δε ρωτάω γιατί έφτασε εδώ το θέμα… τσιγαράκι; Να προσφέρω;» Ο Γιάννης πλησίασε και ένευσε ευγενικά όχι. Τα μάτια του εστίασαν στο πάτωμα της κουζίνας, ιώδεις σχηματισμοί ύψωσαν ανάστημα, ρυάκια αίματος κύλησαν  στις έλικες του εγκεφάλου και τον ζάλισαν: «…λίγο ιώδιο στο γόνατο και πάπαλα… θα στο φιλήσει η μανούλα και θα γιάνει…»  Σήκωσε το αντιβράχιο,  σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπο και η βιολογική μάνα απορροφήθηκε στο μανίκι. Ο εργάτης τίναξε τη σταχτή του τσιγάρου με νεύρο «Άκου εκεί αριθμοί! Εσείς Κύριε βλέπετε αριθμούς; Εγώ δε βλέπω. Αίμα ξερό βλέπω. Ο Αλογομούρης είδε λέει τους αριθμούς για την κούρσα… Πού τους είδε; Αίμα από πρεζόνια είναι… Είδε λέει αριθμούς… πφφ… τζόγος Κύριε… Μη μπλέξεις… εγώ λέω μακριά, λαχείο μόνο τα χέρια μου, η δουλειά. Πάμε Κύριε; Ιδρώσατε… να φεύγουμε σιγά σιγά…»

Το ηλιακό ρολόι του κήπου έδειχνε περασμένες τρεις το μεσημέρι. Χωμένη μέσα στην πυκνή βλάστηση, με την πλάτη σε χοντρό κορμό δέντρου, κοίταζε το μωρό της. Πλαστική σακούλα συγκρατούσε την αυτοσχέδια πάνα από μαντίλια.  «νάνι, νάνι, η αγάπη κύκλους κάνει, ράνει τις ευχές στο κεφαλάκι, το μωρό μου τυχερό το κάνει… νάνι, νάνι… η αγάπη κύκλους κάνει…» Δε μπόρεσε να αφήσει το μωρό της, είδε τη γυναίκα να μιλάει απότομα στον άνδρα της, επειδή βράχηκε το παπούτσι του, στη λίμνη με τις πάπιες.  Ένιωσε ξινίλα στο στομάχι και το σχέδιο ανατράπηκε, αποφάσισε να κρυφτεί στην πρασινάδα. Όσο έβλεπε, όμως, το μωρό ήξερε ότι έπρεπε να βρει μια λύση. Μανδύας ύπνου την τύλιξε μέχρι το σούρουπο, λίγο πριν κλείσει ο κήπος τις μεγάλες σιδερόπορτες. Αλαφιασμένη κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Περπάτησε στη Μητροπόλεως, άκουσε γλυκιές μελωδίες και ακολούθησε την ηχώ τους. Μπήκε στο μεγαλόπρεπο κτήριο. Είδε μια γυναίκα, σαν κι αυτή, να κρατάει ένα μωρό στην αγκαλιά. Έναν πρίγκηπα. «Πρέπει να είσαι πολύ σπουδαία! Να σου αφήσω το μωρό μου; Θέλω να γίνει σαν το δικό σου μωρό, πρίγκηπας…» Κάποιος τη σκούντησε, αυστηρά έλεγε κάτι και της έδειχνε την έξοδο. Βγήκε και κοίταζε με έκσταση, από την αριστερή πόρτα, τα πελώρια μάτια της αρχοντικής γυναίκας με το μωρό. «Θα ήθελα εσύ να μου μεγαλώσεις το μωρό. Πού μπορώ να σε βρω;  Δε μιλώ τη γλώσσα σου, συγγνώμη… έχεις το δικό σου μωράκι στην αγκαλιά… δε γίνεται να σου αφήσω και το δικό μου… σε ντρέπομαι…  εγώ…» Πήρε την ανήφορα, χάζεψε τις βιτρίνες, κούρνιασε σε είσοδο κλειστού μαγαζιού. Πόσο τυχερή που είχε ένα ήρεμο μωρό και πόσο άτυχη που ένιωθε ένα σφυρί στα μηλίγγια της να χτυπάει: «Δώσε το! Δώσε το για να το σώσεις!» Πήγε δύο το ξημέρωμα. Σηκώθηκε, μαραμένα πέταλα ανθοδέσμης ο κάθε βηματισμός…  πήγε τρεις το ξημέρωμα, πήρε την απόφαση… με άδεια την αγκαλιά σαν πουλί που ξεφεύγει από σκάγια κυνηγών,  έφτασε στο λημέρι της, στο σπίτι υπό κατεδάφιση. Στηρίχθηκε στον τοίχο και έβγαλε ανάσες ταραχής… Ο Γιάννης άυπνος, στο ξενοδοχείο, κοίταζε το σπίτι, από την τζαμαρία του φουαγιέ. Η γυναίκα έσπρωξε την πόρτα να μπει στο παλιό αρχοντικό… ο Γιάννης άνοιξε το στόμα και έβγαλε υπόκωφη κραυγή «Α!»

Η μακριά μαύρη φούστα σκούπισε το πλατύσκαλο, εκείνος με τολμηρά βήματα βρέθηκε στο σπίτι των αναμνήσεων…  άναψε φακό στο κινητό… την είδε… γαντζωμένη σε μια πόρτα, γονατιστή, να γδέρνει με λυγμούς το ξύλο και οι σκλήθρες να ματώνουν το εσωτερικό των νυχιών. Το φως του κινητού πάνω της, ο βυθός των ματιών της φανέρωσε σκούρα καφέ σφουγγάρια που έσταζαν αλμυρό νερό.  Η μυσταγωγία της ενσυναίσθησης στο εκστασιασμένο βουβό κοίταγμα τους:

«παιδί μου; πέρασαν κιόλας τόσα χρόνια;»

«Της μοιάζεις τόσο…»

«Παλληκάρι όμορφο που έγινες! Ω παιδί μου… Σαν αυτόν με την όμορφη στολή. Ίδιος με αυτόν! Σε έσωσα παιδί μου. Πόσο πολύ μεγάλωσες! Παλληκάρι μου…»

Ο Γιάννης την αγκάλιασε «Μάν.. α» ψέλλισε, αφουγκραζόμενος τον πόνο της

«Μά-να» επανέλαβε κι αυτή, συλλαβιστά, με επιθανάτιο άρωμα αναπνοής…

Ραδιόφωνο κάμπριο  αυτοκινήτου στη διαπασών, ο οδηγός πάρκαρε έξω από το ξενοδοχείο, μια αναπνοή από το σπίτι υπό κατεδάφιση. Τράβηξε νευρικά το λεβιέ, πέταξε το πούρο στο δρόμο, εκείνη σήκωσε τη φούστα, πήρε ύφος:

«ακόμη περιμένω το βραχιόλι με το ρουμπίνι»

«τα πάμε μωράκι. Τα έσκασα στον υπουργό για να βγεις απ’ τη διαθεσιμότητα»

«και το διαζύγιο… πότε θα πάρεις διαζύγιο;»

«αφού εσένα αγαπάω μωρούλι… πάμε στο ξενοδοχείο…»

«θέλω το βραχιόλι… μη, μη εδώ…»

«μανάρι μου εσύ… με τρελαίνεις…»

Η ραδιοφωνική μουσική  εκπομπή σταμάτησε για έκτακτο δελτίο:

«Ασυνείδητη μάνα εγκατέλειψε, στις 3 μετά τα μεσάνυχτα, το νεογέννητο  μωρό της, στα πόδια Εύζωνα, στο Σύνταγμα. Όποιος γνωρίζει κάτι για το συμβάν, παρακαλούμε, να επικοινωνήσει με την αστυνομία… Επανερχόμαστε στο μουσικό πρόγραμμα με Μητροπάνο:

«…πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία

πώς η ανάγκη γίνεται   σιωπή

τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο

συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω

τι λένε τα κομπιούτερς και οι Αριθμοί…

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Γεννήθηκα στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσα. Ρίζες μου Επτάνησα (Ζάκυνθος/Κεφαλλονιά)  Κρήτη (κάτω Βιάννος) Σπάρτη (Αμύκλες) Ιταλία. Σπούδασα επιστήμες υγείας. Έφτασα ως εδώ, λόγω μεγάλης  χαράς που ένιωσα με τη βράβευση στο ανθολόγιο της Άνοιξης, κινητοποιήθηκα, αίσθημα ευγνωμοσύνης, μα και ανάγκη χειρολαβής σωτηρίας, μέσω του γραπτού λόγου. Αυτοβελτίωση στο συγγραφικό εργαστήρι «παράξενες μέρες» 2019/2020. Αρωγοί σε όλα τα βήματα ζωής: η μαμά, η αδελφή και ο μπαμπάς (που τώρα είναι στον ουρανό)

Αφιερώνω το ξεραμένο αίμα:

+στην ψυχή του Λεπρού- Αγίου Νικηφόρου

+Στις ψυχές όλου του πλανήτη  που χάθηκαν και χάνονται σε αγώνα επιβίωσης

+στην ψυχή της αγαπημένης φίλης μας Πατρούλας 

Επίλογος διηγήματος:

τραγούδι/ποίημα

Τίτλος: Ρόζα

Ποιητής: Άλκης Αλκαίος

Μελοποίηση/μουσικοσυνθέτης: Θάνος  Μικρούτσικος 

Ερμηνευτής: Δημήτρης Μητροπάνος.

Οι ήρωες μου κι εγώ σας ευχαριστούμε. Ανάπαυση στις ποιητικές ψυχές σας.