Πρώτος ο Τρομάρας, ένα διήγημα του Μανόλη Καμπανού

                        Το eyelands  συνεχίζει τη  δημοσίευση των κειμένων σας, με ιδιαίτερη προτίμηση σε κείμενα νέων ή και πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων. Παράλληλα το κάλεσμά μας αφορά και τους εικαστικούς καλλιτέχνες που τα έργα τους θα συνοδεύουν τα κείμενα που δημοσιεύουμε. Και σε όλους θα υπάρχει ως δώρο η αποστολή βιβλίων από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες!                    

Πρώτος ο Τρομάρας

«Απόψε στις οκτώ, στην πλατεία του χωριού, θα βρίσκεται για μια και μοναδική επίδειξη δύναμης ο σύγχρονος Κουταλιανός, ο Γιώργος Τρομάρας, έτοιμος να σκίσει καταλόγους, να λυγίσει σίδερα, να τραβήξει αυτοκίνητα», φώναζε η ντουντούκα από την οροφή ενός αυτοκινήτου που περνούσε έξω από το σχολειό. Μονομιάς κολλήσαμε όλοι στα κάγκελα να δούμε από πού ερχόταν η ξαφνική ανακοίνωση.

            Πλησίασα κι εγώ να ακούσω και να δω. Δεν έτρεξα όπως όλοι, αλλά σιγά- σιγά κατάφερα να τρυπώσω και να βρεθώ μπροστά-μπροστά, έχοντας γλιτώσει την κλωτσοπατινάδα. Δεν με έπαιρνε κιόλας τόσο μικροκαμωμένος που ήμουν. Κοίταζα το μικρό κατσαριδάκι να κατεβαίνει αργά την κατηφόρα με κολλημένη την γιγαντοαφίσα του Τρομάρα στο πίσω τζάμι. Μου ‘μοιαζε σαν σχολιαρούδι που του την κολλήσανε οι συμμαθητές του στην πλάτη να το κοροϊδεύουνε. Μα ακούγοντας τα κατορθώματά του από το μεγάφωνο, αντί να μικραίνει ο Τρομάρας όσο μάκραινε το αυτοκινητάκι, όλο και γιγάντωνε μέσα στο μυαλό μου.

Οι τελευταίες μέρες του σχολειού είναι και οι πιο αργόσυρτες. Οι φωνές μας, μόλις πέρασε το κατσαριδάκι, μαρτυρούσαν πως είχαμε πολλή ανάγκη από μια αλλαγή στην βαρετή καθημερινότητά μας. Μέχρι χτες ήμασταν με το ένα πόδι στη θάλασσα. Από εκείνη τη στιγμή την αφήσαμε στην άκρη. Το κουδούνι φάνηκε να διακόπτει αδιάκριτα τη συλλογική μας ονειροπόληση.

Γυρίσαμε στην τάξη. Μαθηματικά. Απότομη προσγείωση. Μα εγώ δεν έλεγα να πατήσω στη γη. Ο νους μου στον Τρομάρα. Κάποια στιγμή, με έπιασε αφηρημένο η κυρία και με σήκωσε στον πίνακα. Μόλις τελειώσουν τα σχολεία, σκέφτηκα, θα σκίσω κι εγώ το βιβλίο των μαθηματικών που με παιδεύει. Όταν κάθισα πάλι στην καρέκλα μου, μαζί με μια καλή τιμωρία, έπιασα το μολύβι και το έσπασα στη μέση. Είναι κι αυτό μια καλή αρχή ώσπου να φτάσουμε στα σίδερα.

Σε όλη την επιστροφή για το σπίτι κοίταζα τα αυτοκίνητα καλά- καλά προσπαθώντας να υπολογίσω πόσο βαριά είναι. Ασυναίσθητα, για να μπορέσω να το συνειδητοποιήσω, πλησίασα ένα και το έσπρωξα με τα χέρια μου, αφήνοντας πίσω δυο παιδικές παλάμες ως τύπον επί της σκόνης. Ξαφνικά, πιο πάνω στη στροφή, ακούστηκαν φωνές. Ένα αυτοκίνητο είχε παρκάρει και δεν μπορούσε να περάσει το λεωφορείο. Αν ήμουν κι εγώ ένας Τρομάρας, θα το έκανα στην άκρη να περάσει.

Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που χάρηκα όταν άκουσα ότι έχουμε φακές. Ό,τι μου φαινόταν αδιάφορο τόσο καιρό, τώρα αποκτούσε νόημα. Μόνο αν κατάφερνα να φάω τις φακές που έχουν σίδηρο, ίσως θα μπορούσα κάποτε να λυγίζω και σίδερα. Όταν, μάλιστα, ζήτησα δεύτερο πιάτο, όλοι παραξενεύτηκαν. Σε λίγο ήρθε και ο πατέρας μου στο σπίτι και του είπα, όλος χαρά, ότι ήρθε ο τρομάρας στο χωριό. Άρχισε τότε να μου μιλά για τον Τρομάρα. Μου είπε μάλιστα πως, πριν από χρόνια που είχε ξανάρθει, τράβηξε με τα δόντια του δύο αυτοκίνητα.

Του πατέρα μου τού άρεσε να μου μιλά για τους ανθρώπους που θαύμαζε. Με τα λόγια του γεννιούνταν και θέριευαν μέσα μου οι παιδικοί μου ήρωες. Ήξερε καλά να θαυμάζει αλλά και να μεταδίδει τη φλόγα που φύλαγε μέσα του. Κι αν κάνω να θυμηθώ σήμερα αυτούς τους ανθρώπους, μαζί τους έρχεται στη μνήμη μου κι ο πατέρας μου.

Το μεσημέρι δεν μου κολλούσε ύπνος. Σηκώθηκα και πήγα να βρω τον φίλο μου τον Κωστή να του πω για τον Τρομάρα. Δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι το απόγευμα, κι ας ήξερα πως θα μου έβαζε τις φωνές η γιαγιά του, μόλις με έβλεπε εκεί μεσημεριάτικα. Ο μεσημεριανός ύπνος είναι μια στιγμή ιερή για το χωριό. Εμείς, τις περισσότερες φορές, καταφέρναμε να ξεγλιστρήσουμε, μόλις τελείωναν οι Ατρόμητοι. Πηγαίναμε στη βορινή πλευρά του περίβολου της εκκλησίας και απλώναμε τα κορμιά μας στο παγωμένο μάρμαρο να δροσερέψουμε. 

Ο Κωστής δεν πήγαινε σχολειό στο χωριό μας. Ερχότανε τις Παρασκευές μόλις τελείωνε και έμενε στη γιαγιά του για το Σαββατοκύριακο. Οπότε δεν είχε ιδέα για τον Τρομάρα. Του είπα χαρτί και καλαμάρι ότι λυγίζει σίδερα, σκίζει τηλεφωνικούς καταλόγους, και μάλιστα μπορεί να σύρει με τα δόντια του ολόκληρα αυτοκίνητα. Ήθελα κι εγώ με τα λόγια μου να του ανάψω τη σπίθα, γιατί πού ξέρεις μπορεί και να βαριότανε το βράδυ και να μού το ‘σκαγε και να με άφηνε μονάχο. Το απόγευμα στις πέντε, όταν οι πιο αυστηρές γιαγιάδες αφήσανε τους κανακάρηδές τους να έρθουν να παίξουν, είχαμε γίνει πολλοί εκείνοι που ανυπομονούσαμε για το βράδυ.

*

* *

Πλυμένοι, με τα σκολιανά μας, κατηφορίζαμε όλοι μαζί το καλντερίμι της Χανιώτενας. Έτσι το λέμε και σήμερα παρότι στρώθηκε πρόχειρα με τσιμέντο. Τόσο πρόχειρα που από τα σκασίματα και τις λακκούβες του τσιμέντου ξεπροβάλλει επίμονα η ομορφιά του παλιού καλντεριμιού, να μας υπενθυμίζει τη βιασύνη και την  ασκήμια που μας κυβερνά σήμερα. Εγώ με τον Νικολή σταματήσαμε στην πηγή της Χανιώτενας. Όλοι έφυγαν από κοντά μας, νομίζοντας πως θα τους βρέχαμε με το νερό από τη βουρκωμένη γούρνα της πηγής. Εμείς όμως είχαμε άλλο κατά νου.  Από τη γούρνα εκείνη συνήθιζε κάποιος γείτονας να παίρνει νερό με το λάστιχο για να ποτίζει το κηπούλι του. Κάθε που περνούσαμε από κει μετά το σχολειό και βλέπαμε το λάστιχο να τραβάει νερό, το φράζαμε με ένα ξύλο. Το ίδιο κάναμε και σήμερα. Τι οργή θα τον κυρίευε όταν επέστρεφε μετά από ώρες και έβλεπε πως δεν είχε ποτιστεί το χωράφι.  Ο νους του παιδιού γυρίζει γύρω  από το παιχνίδι.

Όταν πια κάναμε την κατεργαριά μας και είχαμε μείνει πιο πίσω απ’ τους υπόλοιπους, κοιταχτήκαμε στα μάτια συνωμοτικά και αρχίσαμε να αυξάνουμε το βήμα μας για να προλάβουμε τους άλλους. Όταν πια ήμασταν σχεδόν πίσω τους, αρχίσαμε να τρέχουμε. «Πρώτος Γιακουμής», φώναζα καθώς περνούσα πρώτος. «Δεύτερος Αρίστος», φώναξε ο Νικολής που με ακολουθούσε. «Τρίτος ο Μηνάς» είπε ο Κωστής που ήταν πίσω απ’ τον Νικολή, «τέταρτος ο Σταυράκης» είπε κι ο Βασίλης που ήταν τελευταίος,  με δυσκολία αλήθεια, αφού ήταν μπουκωμένος με κάτι ζελεδάκια. Ούτε η σειρά άλλαζε, ούτε και τα ονόματα. Ήταν ένα παιχνίδι χωρίς νικητή. Περισσότερο θα έλεγα μια προτροπή για τρεχάλα. Έπρεπε όμως υποχρεωτικά, όταν το άρχιζε κάποιος, να συνεχίσουν κι οι υπόλοιποι φωνάζοντας το όνομα που τους αντιστοιχούσε κάθε φορά, ανάλογα με τη σειρά που τύχαινε να έχουν τη στιγμή εκείνη.

Φτάσαμε επιτέλους στην κάτω πλατεία του χωριού.  Πήγαμε από νωρίς. Παρότι είχε βασιλέψει ο ήλιος, η ζέστη καλά κρατούσε. Δυο-τρεις άντρες έστηναν το παραβάν που θα άφηνε απέξω όσους δεν είχαν σκοπό να πληρώσουν. Κάποιοι άλλοι κρεμούσαν τις πολύχρωμες γιρλάντες που θα φώτιζαν σε λίγο τον Τρομάρα. Ο τόπος μύριζε ζάχαρη και βούτυρο. Ένα- δυο παιδιά, φανερά ανυπόμονα, περίμεναν να αγοράσουν το περιβόητο μαλλί της γριάς που έσβηνε στη γλώσσα μας το ίδιο στιγμιαία, όπως εμφανιζόταν στο παράξενο μηχάνημα. Κοίταξα τότε την τσέπη μου κι είχα ακριβώς πέντε ευρώ, όσα θέλαμε περάσουμε το παραβάν. Κάθε τόσο άκουγες τον αχνό ήχο των ποπ-κόρν που έσκαγαν. Κι αλήθεια τίποτα δεν έρχεται στο φως αθόρυβα. Σε λίγο που θα μαζευτεί όλο το χωριό, θα αρχίσουμε κι εμείς να σκάμε σαν τα ποπ-κόρν από τη ζέστη, ψέλλισα.

Δώσαμε με περηφάνεια το πεντάευρώ του ο καθένας μας. Μόνο του Βασίλη ήταν σαν καινούργιο. Τα υπόλοιπα ήταν ίδια με τα γόνατά μας μετά από ώρες παιχνιδιού. Μπήκαμε απ’ τους πρώτους. Μπορούσαμε επιτέλους να κάτσουμε μπροστά- μπροστά. Σε κάθε επίσημη γιορτή, οι θέσεις εκείνες φυλάσσονταν για τους επίσημους, δηλαδή τους παπάδες και τον πρόεδρο του χωριού. Για μια φορά μπορούσαμε να νιώσουμε κι εμείς επίσημοι.

*

* *

            Όταν τον είδαμε να έρχεται προς τη σκηνή κόπηκαν τα γέλια κι οι φωνές κι οι κουβεντούλες μας. Για να είμαι ειλικρινής σκηνή δεν υπήρχε. Και πώς να υπάρξει, αφού ένα σόου με βαριοπούλες, αυτοκίνητα και σιδερόβεργες ξεπερνά κατά πολύ την έννοια της παράστασης. Αυτό εδώ το θέμα ήταν καθάρια ζωή. Πριν από κάθε επίδειξη, ζητούσε κι από κάποιο θεατή να πιάσει τα σύνεργά του, σαν να του έλεγε «φέρε το δάκτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, και φέρε το χέρι σου και βάλε το στα πλευρά μου, και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός». Στην αρχή, μονομιάς  διαπέρασε με μια πρόκα ένα χοντρό ξύλο. Έπειτα, σήκωσε δύο γεροδεμένους άντρες μαζί, με τα δυο  του χέρια. Τέντωσε τρία χοντρά ελατήρια ταυτόχρονα, δυο με τα χέρια του, ένα με το στόμα του. Έσπασε μια σανίδα στο κεφάλι του και άλλα πολλά. Ώσπου έφτασε η ώρα να σύρει με τα δόντια του τα αυτοκίνητα που περίμεναν πιο κει. «Δεν φαντάζομαι να  θέλει κανείς  σας να δοκιμάσει;» ρώτησε και  ξαφνιάστηκε όταν με είδε να σηκώνω το χέρι μου. Εκείνος γέλασε και είπε τι κάνει εδώ, αφού έχουμε κοτζάμ Τρομάρα στο χωριό μας. Για μένα πάντως φάνταζε μια καλή ευκαιρία να φύγει το δόντι που καιρό τώρα κουνούσε, μα δεν έλεγε να πέσει.

                                                                 *

                                                               *    *

Είχε μόλις τελειώσει η βραδιά κι ο κόσμος  έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής. Εμείς δεν είχαμε κουνήσει από την καρέκλα. Καθόμασταν και τον παρατηρούσαμε. Αφού ευχαρίστησε τον κόσμο, πήγε πιο κει στην άκρη. Σκούπισε τον ιδρώτα του με μια πετσέτα. Έκατσε σε μια καρέκλα με τους αγκώνες στα γόνατα και σκυμμένο το κεφάλι. Ξετύλιξε τα πανιά που είχε στα χέρια του. Κάτι βαθιές χαρακιές γεμάτες αίμα ξεπρόβαλαν από τις παλάμες του.  Ήτανε ώρα πια κι εμείς να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. «Πρώτος ο Τρομάρας» φώναξα κι άρχισα να τρέχω.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ονομάζομαι Μανόλης Καμπανός και κατάγομαι από ένα χωριό της Ανατολικής Κρήτης. Είμαι φιλόλογος, απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης με μεταπτυχιακές σπουδές στη Νεοελληνική Φιλολογία. Αυτή την περίοδο διδάσκω στη δημόσια εκπαίδευση. Γράφω γιατί η τέχνη  μόνος τρόπος να ξαναζήσω και να παρέμβω στο παρελθόν.  

*Ο παλαιστής Γιώργος Τρομάρας έφυγε πρόσφατα από τη ζωή σε ηλικία 75 ετών