Abigail Keoghan (Ιρλανδία) – 1941

Από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο το eyelands δημοσιεύει κάθε εβδομάδα ένα απόσπασμα από τα βραβευμένα βιβλία του διαγωνισμού Eyelands book awards 2021, για να πάρουν μια  γεύση οι Έλληνες αναγνώστες από τα βιβλία που διακρίθηκαν. Το απόσπασμα αυτής της εβδομάδας είναι το τελευταίο και ανήκει στο βιβλίο με τίτλο «1941». Συγγραφέας είναι η Abigail Keoghan από την Ιρλανδία που πήρε –για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά -το βραβείο στην κατηγορία για συγγραφείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.

Αυτό είναι το τελευταίο απόσπασμα από τα βραβεία του 2021

Σκέφτηκε τον πατέρα της και τους στρατιώτες που σκοτώθηκαν, την μέρα που ο Κόνορ έφυγε, τη στιγμή που έμαθαν εκείνη και η οικογένειά της ότι είχε σκοτωθεί. Οι σκέψεις πλημμυρίζουν το κεφάλι της. «Όχι, όχι, παρακαλώ όχι, σταμάτα» φωνάζει η Αόιφε «Άφησέ με ήσυχη». Βάζει και τα δύο της χέρια πάνω από το κεφάλι της σαν να έχει πονοκέφαλο. Έφτασε στο κανάλι ακριβώς στην ώρα.

Τα κατάφερε μόνη της. Δεν χρειαζόταν κανέναν για να τελειώσει την αποστολή. Η Αόιφε έτρεξε στο καταφύγιο γρήγορα σαν αστραπή. Είδε έναν άντρα με μέτριο ανάστημα με κοντά σκούρα χρυσαφένια μαλλιά και μάτια στο χρώμα της θάλασσας. Η Αόιφε έτρεξε προς το μέρος του.

   «Γεια, ποιος είσαι;» ρώτησε η Αόιφε τον άντρα. Ο άντρας γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε την Αόιφε. «Είμαι ο υπολοχαγός Μακένζι, τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε. Η Αόιφε μπέρδεψε τα λόγια της μέχρι να σκεφτεί ποια ακριβώς ήταν η αποστολή της. «Ήρθα από την Αγγλία με ένα μήνυμα από τον Στρατηγό, Κεμπ, η επίθεση πρέπει να ακυρωθεί» είπε λαχανιασμένη η Αόιφε.

Ο υπολοχαγός Μακένζι κοίταξε την Αόιφε καχύποπτα. «Δεν μπορώ να εμπιστευτώ ένα κορίτσι που μου το λέει αυτό» της είπε. Έκανε μερικά βήματα και μετά διέταξε την επίθεση. «Όχι, μη σε παρακαλώ» ούρλιαξε η Αόιφε.

    Η επίθεση ξεκίνησε αλλά οι Γερμανοί ήταν προετοιμασμένοι γι’ αυτό. Ξαφνικά, ακούστηκαν κραυγές που πάγωναν το αίμα, πυροβολισμοί και εκρήξεις.

    Η Αόιφε έτρεξε έξω όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να δει εκατοντάδες ανθρώπους να τρέχουν

και να πέφτουν στο έδαφος. Έπρεπε να φύγει αμέσως, δεν υπήρχε επιστροφή. Έτρεξε σαν να την κυνηγούσε αρκούδα. Έτρεξε καθώς οι άνθρωποι έπεφταν και παντού ακούγονταν εκρήξεις. Είδε ένα αγόρι μπροστά της να πέφτει στο έδαφος, το πόδι του ήταν παγιδευμένο. Η Αόιφε έπρεπε να τον βοηθήσει. Έτρεξε κοντά του.

    Το αγόρι ήταν ψηλό και είχε μαύρα σγουρά μαλλιά, μαυρισμένο δέρμα και απαλά καφέ μάτια.

μάτια. Έπεσε στα γόνατά της για να απελευθερώσει το πόδι του από την τρύπα. «Είσαι εντάξει;» ρώτησε η Αόιφε. Το αγόρι την κοίταξε «Είμαι καλά» απάντησε με κομμένη την ανάσα. «Ποιο είναι το όνομά σου;» Η Αόιφε δεν σήκωσε το βλέμμα της, έπρεπε να βοηθήσει.

    «Αόιφε, εσένα;» απάντησε. Την κοίταξε «Ζάκαρι» της είπε με ένα χαμόγελο στα χείλη. Ελευθέρωσε το πόδι του από την τρύπα. Ο Ζάκαρι σηκώθηκε. «Είθε ο Θεός να σε ευλογεί, Αόιφε» την ευχαρίστησε πριν αρχίσει να τρέχει.

Πριν η Αόιφε προλάβει να τρέξει πίσω του, η φωτογραφία της ξέφυγε από την τσέπη της και πέταξε μέσα στον άνεμο. Έτρεξε πίσω της. Τη χρειαζόταν. Εξαρτιόταν από αυτήν. Ξαφνικά, μια σφαίρα πέταξε μέσα από τη φωτογραφία και την διέλυσε.

    Η Αόιφε έμεινε ακίνητη σοκαρισμένη. «Όχι» ψιθύρισε. Έπρεπε να φύγει αλλά δεν μπορούσε. Οι στρατιώτες περνούσαν τρέχοντας δίπλα της μέχρι που ένας από αυτούς την έσπρωξε με αποτέλεσμα να προσγειωθεί στο λασπωμένο, καλυμμένο με τέφρα έδαφος και να χάσει τις αισθήσεις της.

   Η Αόιφε ξύπνησε μερικές ώρες αργότερα, χωρίς να ακούει τίποτα. Το τοπίο ήταν ομιχλώδες και λευκό. Σηκώθηκε από το γκρίζο έδαφος που κάποτε ήταν πράσινο. Κοίταξε γύρω της είδε εκατοντάδες σώματα, κανένα δεν ήταν ζωντανό.

   Η Αόιφε δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η Βρετανία είχε χάσει. Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάμματα.

Είχε αποτύχει στην αποστολή της. Έχασε τα πάντα, τον σύντροφό της, την οικογένειά της,

ο πατέρας της, τα πάντα. Ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο μέσα στην ομίχλη.

   «Κάποιοι επιζώντες;» φώναξε μια γνώριμη φωνή. Δεν θα μπορούσε να είναι. Απλά δεν μπορούσε.

Ο πατέρας της.

    «Κάποιοι επιζώντες;» φώναξε για άλλη μια φορά η φωνή. Η Αόιφε σηκώθηκε έτοιμη να φωνάξει.

   «Μπαμπά!» φώναξε. «Μπαμπά, είμαι εδώ!»  Άρχισε να τρέχει με δάκρυα στα μάτια της προς τη φωνή, ώσπου είδε κάποιον μπροστά της. Ένας ψηλός άντρας με σκούρα καστανά μαλλιά πολύχρωμα μάτια και ανοιχτόχρωμο δέρμα.

   «Μπαμπά, είμαι εδώ» φώναξε για άλλη μια φορά. Ο άντρας γύρισε προς το μέρος της. Ο άνθρωπος που κάποτε είχε συνοφρυωμένο το πρόσωπό του. Δεν ήταν έτσι τώρα. Είχε μια ευτυχισμένη έκφραση στα μάτια του όταν είδε την κόρη του. Αγκάλιασαν ο ένας τον άλλον.  «Σ’αγαπώ, μπαμπά» φώναξε η Αόιφε.

Τα μάτια της σταμάτησαν πια να βγάζουν δάκρυα καθώς αγκάλιαζε τον πατέρα της. «Κι εγώ σ’ αγαπώ, Αόιφε» απάντησε ο πατέρας της.

//

Το όνομά μου είναι Abigail Keoghan και ζω στο Ballsbridge, στο Δουβλίνο, στην Ιρλανδία. Είμαι δώδεκα χρονών και έχω μια μικρότερη αδερφή που είναι επτά ετών. Την έμπνευσή μου για τη συγγραφή την πήρα από τις θείες μου που αγαπούν τα βιβλία και οι δύο ήθελαν να εκδώσουν ένα βιβλίο. Μου αρέσει να γράφω. Το πρώτο μου βιβλίο που έγραψα ονομαζόταν 1941. Ήταν για ένα νεαρό δεκατετράχρονο κορίτσι που πήγε σε μια αποστολή για να σώσει τον πατέρα της. Με αυτό συμμετείχα σε έναν διαγωνισμό στα δέκα μου. Δεν κέρδισα, αλλά αποφάσισα να συμμετάσχω σε έναν άλλο διαγωνισμό, τον διαγωνισμό των βραβείων Eyelands με το Kenya’s Education (αρχικά είχε τίτλο Education or not). Μου αρέσει να γράφω και θέλω να γίνω συγγραφέας ή καλλιτέχνης όταν μεγαλώσω.