Μάριος Βαλμάς: Οικογενειακό

Τρία χρόνια κράτησε το βάσανο του παιδιού. Τρία χρόνια μετά το διαζύγιο. Βέβαια, δεν ήταν μόνο μετά, ήταν και πριν. Ποιος μπορεί να πει πόσα. Το παιδί έλεγε ότι από τα εφτά η μάνα του ούρλιαζε με το παραμικρό που έκανε. Παιδί ήταν έκανε διάφορα. Δεν ήταν αυτό που λέμε ατίθασο παιδί. Πεισματάρικο ναι. Και βέβαια δεν έγινε καλύτερο με τα ουρλιαχτά ούτε όταν ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, οι βρισιές, τα ταπεινωτικά λόγια και τα χαστούκια. Το ίδιο το παιδί έλεγε ότι από τα εφτά και μετά δεν υπήρχε βδομάδα και αργότερα δεν υπήρχε μέρα που να μην του βάλει τις φωνές. Δεν είχε σημασία αν είχε κάνει κάτι ή αν δεν είχε κάνει. Κάτι θα υπήρχε. Κάτι θα έβρισκε. Αυτό ήταν το μοτίβο της κι αυτό ήταν που γινόταν με το παιδί από ένα σημείο και πέρα σε καθημερινή βάση. Γιατί όμως τότε ακριβώς. Ίσως γιατί από τα επτά του χρόνια και μετά το παιδί έδειχνε φανερά την προτίμησή του στον πατέρα. Έδειχνε την αγάπη του και την εμπιστοσύνη του σε κείνον και βέβαια όλο και λιγότερο έδειχνε τρυφερότητα στη μάνα.

Δεν ήταν περίεργο ούτε ο πατέρας είχε μαγικές ιδιότητες. Ήταν απλά στο σπίτι όλη την ημέρα. Από τα χρόνια της κρίσης, τότε που έχασε την κανονική του δουλειά σε ένα γραφείο έμεινε σπίτι και προσπάθησε να στήσει μια δουλειά μόνος του με πωλήσεις μέσα από τον υπολογιστή. Στην αρχή δυσκολεύτηκε μετά πήγε καλά μετά πάλι, όταν οι περισσότεροι άρχισαν πια να δουλεύουν από το σπίτι άρχισε πάλι να τα βγάζει πέρα δύσκολα. Ήταν όμως μέσα στο σπίτι, και έβλεπε το παιδί συνέχεια. Η μάνα ήταν υπάλληλος σε μια δημόσια υπηρεσία και γυρνούσε πάντα το απομεσήμερο και πάντα πολύ κουρασμένη για να ασχοληθεί με οτιδήποτε. Το μόνο που έλεγε στο παιδί ήταν κάνει ησυχία για να την αφήσει ήσυχη να κοιμηθεί.

Στον πατέρα άρεσε αυτός ο ρόλος, να είναι συνέχεια με το παιδί. Πάντα το ήθελε, δεν του άρεσε η εικόνα του πατέρα που συναντάει το παιδί όταν γυρίζει το βράδυ, ασχολείται λίγο μαζί του και μετά το στέλνει για ύπνο.  Δεν το ήθελε αυτό. Άλλωστε ήταν πια αρκετά μεγάλος όταν έκαναν το παιδί –άλλο λάθος αυτή η αργοπορία αλλά δεν είχε νόημα να το σκέφτεται πια – και δεν είχε καμιά ιδιαίτερη όρεξη να βγαίνει, να συναντάει φίλους και παρέες, να κάνει νυχτερινή ζωή. Δεν ήθελε τέτοια. Ένιωθε ότι είχε περάσει αυτή η εποχή και δεν του έλειπε. Έμενε λοιπόν στο σπίτι και έκανε παρέα με το παιδί. Το έβλεπε να μεγαλώνει μέρα τη μέρα και ήταν αυτή η μοναδική πραγματική ανταμοιβή που ένιωθε για τη ζωή του. Και το παιδί τον εμπιστευόταν και δενόταν μαζί του όλο και περισσότερο.

Το ένα έφερνε το άλλο. Η μάνα έβλεπε αυτή τη διαφορά στο παιδί και την πείραζε. Αυτό μεγάλωνε το θυμό που έτσι κι αλλιώς είχε μέσα της και φυσικά το παιδί ήταν ο τρόπος να βγάλει αυτό το θυμό. Κι όταν εκείνος έμπαινε στη μέση τους έπαιρνε και τους δύο η μπάλα, πατέρα και παιδί.

Δεν θα κρατούσε πολύ. Η μάνα ήθελε διαζύγιο και προσπαθούσε να το πάρει με κάθε τρόπο. Ο πατέρας έκανε υπομονή και περίμενε να μεγαλώσει το παιδί. Δεν θα τα κατάφερνε να κρατήσει για πολύ βέβαια και ούτε ήθελε να πάνε από το δύσκολο δρόμο, να πάνε στα δικαστήρια. Είχε ρωτήσει και ένα δικηγόρο. Θα μπορούσε να πάρει το παιδί; Ξέχασέ το, του είπε εκείνος. Τα δικαστήρια δίνουν το παιδί στη μάνα. Καλά, κι αν δεν θέλει το παιδί να μείνει με τη μάνα; «Το παιδί θα μείνει θέλει δεν θέλει εκτός αν υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα μέχρι τουλάχιστον τα δώδεκα. Μετά τα δώδεκα το δικαστήριο μπορεί αν θέλει να ρωτήσει το παιδί. Πριν από τα δώδεκα ότι κι αν θέλει το παιδί δεν έχει σημασία. Άσε που είμαστε στην επαρχία και σε μικρή πόλη, μια  ώρα από τη Θεσσαλονίκη αλλά πάντως μικρή πόλη». Άρα δεν είχε ελπίδα να μείνει με το παιδί. Ήθελε όμως πρώτα να εξασφαλίσει ότι θα το έβλεπε κάθε μέρα. Η μάνα του το υποσχέθηκε. Δεν θα αλλάξει τίποτε, του είπε.

Τα πάντα αλλάξανε όμως. Το παιδί ήθελε βέβαια να τον βλέπει συνέχεια αλλά η μάνα έβρισκε συνέχεια προφάσεις και πότε με θυμούς πότε με κλάματα κρατούσε το παιδί μακριά από τον πατέρα. Ίσα που το άφηνε μια δυο ώρες τη βδομάδα να πηγαίνει να τον βλέπει. Τις άλλες φορές πότε είχε πολλά μαθήματα, πότε εκείνη το χρειαζόταν σπίτι ή για μια επίσκεψη και πότε απλά δεν είχε διάθεση το παιδί. Το παιδί πάντα είχε διάθεση αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Κι όταν επιτέλους ερχόταν να τον δει ήταν τόσο φοβισμένο που κοιτούσε συνέχεια την ώρα για να δει πότε θα φύγει. Δυσκολευόταν να μείνει κοντά του; Είχε ξεσυνηθίσει την παρουσία του; Είχε πειστεί από τη μάνα ότι ο πατέρας δεν ήταν καλός άνθρωπος; Φοβόταν ότι αν αργούσε θα το περίμενε τιμωρία; Μπορεί και όλα αυτά. Ο πατέρας δεν ήθελε να βάζει το παιδί σε μεγαλύτερη δοκιμασία. Προσπαθούσε να κάνει εκείνες τις λίγες ώρες όσο μπορούσε πιο ευχάριστες για το παιδί και αυτό ήταν όλο. Πάντα προσπαθούσε να σέβεται τις επιθυμίες του, τις ανάγκες του και φυσικά τους φόβους του. Όταν το έβλεπε να δυσκολεύεται του έλεγε μόνος του, έλα πάμε τώρα να γυρίσουμε στη μάνα σου. Και η συμφωνία που είχαν κάνει στο συμβολαιογράφο έμεινε στα χαρτιά.

Όταν τελικά η μάνα κατάφερε αυτό που ήθελε του πέταξε το μπαλάκι. Εσύ θα το πεις στο παιδί. Αφού εσένα εμπιστεύεται μίλα του και για το διαζύγιο. Εννοείται ότι δεν είχε δικαίωμα να πει ότι ο ίδιος δεν το ήθελε. Και δεν το είπε. Τι νόημα είχε να βάλει το παιδί μέσα σε ακόμη μεγαλύτερη αντιπαράθεση; Τι νόημα είχε να θυμώσει ακόμη περισσότερο με κείνη; Βρήκε ένα τρόπο και το είπε με τα συνηθισμένα λόγια που λένε ότι έτσι θα είναι καλύτερα ότι θα το βλέπει όσο μπορεί περισσότερο ότι θα το αγαπάνε κι οι δύο γονείς το ίδιο και ότι δεν θα στερηθεί τίποτα. Το παιδί δεν αντέδρασε. Μόνο ύστερα από μια δυο μέρες όταν είχαν πάει μια βόλτα οι δυο τους, του είπε: συγγνώμη μπαμπά, θα μείνω με τη μαμά. Εδώ είναι το σπίτι μου.

Δεν έμαθε ποτέ και δεν ρώτησε το παιδί αν είχε μιλήσει με τη μάνα του για το διαζύγιο. Φυσικά θα είχαν μιλήσει. Το παιδί δεν κρατούσε τίποτε μέσα του, έλεγε ό,τι σκεφτόταν, ό,τι το απασχολούσε ήταν αυθόρμητο, απονήρευτο, σεβόταν τη μάνα του και μιλούσε και στους δύο το ίδιο, άλλο αν ένιωθε πιο κοντά με τον πατέρα του. Δεν είχε σημασία λοιπόν με ποιο τρόπο το παιδί πείστηκε να μείνει έτσι κι αλλιώς δεν ήταν στο χέρι του να αποφασίσει. Η απόφαση είχε παρθεί ήδη.

Κι ύστερα τα πράγματα έγιναν χειρότερα γιατί το παιδί μεγάλωνε και προς μεγάλη απογοήτευση της μάνας δεν άλλαζε μυαλό. Εξακολουθούσε να αγαπάει τον πατέρα του και να ζητάει τη συντροφιά του και να του λείπει όλο και περισσότερο. Φρόντισε βέβαια η μάνα γι’ αυτό με την τακτική της. Όσο και να απειλούσε το παιδί όσο και να του έκανε τη ζωή δύσκολη όσο και να έβριζε τον πατέρα και από ένα σημείο και μετά και το παιδί καθώς έχανε όλο και περισσότερο την αυτοκυριαρχία της, το παιδί δεν άλλαζε γνώμη. Υπέφερε αλλά δεν είχε ούτε την πονηριά να προσποιηθεί ότι δεν του έλειπε ο πατέρας του ούτε την τη διπροσωπία να παριστάνει ότι αγαπούσε τη μάνα του. Αντίθετα, όσο αυτή του φερόταν πιο άσχημα τόσο η απόσταση μεταξύ τους μεγάλωνε. Το ίδιο το παιδί έφτασε πια να διεκδικεί το δικαίωμα να βλέπει τον πατέρα περισσότερο, κάτι που εκείνος είτε από δειλία είτε από φόβο μην γίνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα δεν τολμούσε να διεκδικήσει. Το παιδί υπέφερε βέβαια αλλά δεν έπαψε να ζητάει αυτό που του ανήκε. Ήθελε να βλέπει τον πατέρα του περισσότερο και σιγά σιγά όσο η συμπεριφορά της μάνας γινόταν εκδικητική έγινε και το παιδί πιο επιθετικό.

Δεν έμαθε ποτέ τι ακριβώς συνέβαινε εκεί μέσα. Το παιδί του έλεγε μόνο σκόρπιες λεπτομέρειες κάποιες φορές, κομμάτια μόνο, βιαστικές φράσεις από αυτά που περνούσε. Ο πατέρας από τη μεριά του είχε τη δική του στενοχώρια που κάποτε έφτανε στα όρια της απόγνωσης. Δεν είχε τρόπο να βοηθήσει το παιδί παρά μόνο να κάνει όσο μπορούσε τις ώρες καλύτερες όσο έμεναν μαζί. Με μικροπράγματα, μια σοκολάτα, ένα μικρό παγωτό, ένα παιχνιδάκι, κάτι, ο,τιδήποτε ένιωθε ή του έλεγε το παιδί ότι επιθυμούσε. Προσπαθούσε κάπως να χρυσώσει αυτές τις ώρες για να νιώθει το παιδί καλύτερα.

Το χειρότερο ήταν όταν γύριζε το παιδί πίσω. Όταν έβλεπε το παιδί από μακριά να ανοίγει την άλλη πόρτα και να μένει μόνος του για να πάρει το δρόμο του γυρισμού στο δικό του σπίτι. Αυτό δεν μπόρεσε ποτέ να το διαχειριστεί μέσα του χωρίς πόνο. Προσπαθούσε να σκέφτεται την επόμενη φορά, πάντα υπάρχει μια επόμενη φορά αλλά δεν είχε παρηγοριά αυτό. Γιατί ναι υπάρχει η επόμενη φορά που θα έρθει αλλά υπάρχει και αμέσως μετά η επόμενη φορά που θα φύγει. Πάλι.

Στα τρία χρόνια επάνω το μεγάλο βάσανο πήρε τέλος. Από δω και πέρα θα μπορούσαν να ζήσουν καλύτερα και να προσπαθήσουν να γιατρέψουν τις πληγές τους. Κάποιες θα αργούσαν να γιατρευτούν κάποιες θα αργούσαν να κλείσουν και ποιος ξέρει αν κλείνουν ποτέ όλες. Για εκείνον ήταν πολύ αργά για να τα ξεχάσει όλα αυτά, για το παιδί ήταν πολύ νωρίς, είχε όλη τη ζωή μπροστά του αλλά εκείνο που είχε πληγωθεί ήταν το πιο τρυφερό κομμάτι του.

Τρία χρόνια. Και πόσα ακόμη πριν. Αρκετά μάλλον. Δεν είχε σημασία πια. Το πρώτο βράδυ αγόρασε ένα μεγάλο παγωτό. Το μεγαλύτερο που μπορούσε να βρει. Οικογενειακό. Είχε να πάρει τέτοιο από την εποχή που ήταν ο ίδιος κομμάτι μιας οικογένειας. Αυτό, ήξερε, δεν θα ξαναρχόταν ποτέ. Αλλά τουλάχιστον τώρα ήταν μαζί.

Μάριος Βαλμάς

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Μάριος Βαλμάς (1972, Βέροια) σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και εργάστηκε σε φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ποιήματα και πεζά κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διαδικτυακά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές. Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων «Αναμνήσεις από τα ύστερα χρόνια» είναι έτοιμη για έκδοση το φθινόπωρο του 2023.

Εικονογράφηση: Σοφία Ανδρέου, κολάζ σε χαρτόνι: Πετώντας έξω από το τετράγωνο