edito

Γράφοντας στην άμμο

(Ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης λέει όλη την αλήθεια για το φεστιβάλ της άμμου)

καραβακ.jpgΝα σας το πω από την αρχή: εδώ και αρκετό καιρό δεν μου αρέσουν τα κείμενα μου. Διασκεδάζω  λίγο καμιά φορά με τον τσίπρα αλλά κι αυτό δεν κρατάει πολύ. Γενικά έχω ένα πρόβλημα. Άλλα θέλω κι άλλα γράφω, από αλλού ξεκινάω κι αλλού καταλήγω.  Στο τέλος έχω πει ελάχιστα από αυτά που θέλω και πολλά που δεν θα ήθελα.

Ε, κόφτο θα μου πεις, αφού σε πειράζει, δεν είναι δα και υποχρεωτικό. Υποχρεωτικό δεν είναι, αλλά να, μερικές φορές θέλεις να μιλήσεις για πράγματα. Για το νησί, για τα βιβλία, για τον κόσμο ολόκληρο (κακή ιδέα), για πράγματα που σχεδιάζουμε και για πράγματα που έχουμε κάνει στο eyelands, στις εκδόσεις και σε όλα τα παρελκόμενα. Τώρα ας πούμε θέλω να γράψω κάτι για το φεστιβάλ της Άμμου. Ξέρω πάνω κάτω τι θέλω να πω, αλλά πώς θα το πω ιδέα δεν έχω. Γράφω κι όπου με βγάλει ο δρόμος. Με μεγάλη πιθανότητα να με βγάλει σε λάθος μέρος.

Αφού σας προειδοποίησα λοιπόν, ας το προσπαθήσω. Φέτος το καλοκαίρι, λίγες μέρες πέρασαν μόνο, πήγαμε στα Κουφονήσια. Δύσκολη απόφαση να ξανοιχτούμε στο Αιγαίο. Καλά ήμασταν προστατευμένοι εκεί στη Γαύδο, δυό χρόνια τώρα, ωραία περάσαμε, αλλά να, κάπως έπρεπε να ξεφύγουμε από την Κρήτη. Ήταν κι οι άλλοι από διάφορα μέρη, οι Αθηναίοι, οι βόρειοι, που μας λέγανε: κάντε το λίγο πιο κοντά βρε παιδιά να μπορούμε να’ρθουμε κι εμείς. Ωραία η Γαύδος, αλλά μακριά. Πώς να έρθουμε;  Άσε που κάπως το πράγμα θα εξελισσόταν σε ετήσια εκδρομή στη Γαύδο. Ε, μη γίνουμε και εκδρομικός όμιλος, οι ίδιοι και οι ίδιοι, ας ταράξουμε λίγο τα νερά γιατί θα βαλτώναμε το βλέπαμε. Ωραία λοιπόν, αποφασίζουμε κι εμείς να πάμε φέτος στις Κυκλάδες. Το ψάχνουμε από δω, το ψάχνουμε από κει, θέλαμε ένα νησί ωραίο, με άμμο, με σχετικά εύκολη πρόσβαση, με δυνατότητα ελεύθερου και ακινδύνευτου κάμπινγκ (λιγοστεύουν αυτά τα μέρη όσο περνάει ο καιρός) και ταυτόχρονα ένα νησί που να μην γίνονται διάφορα φεστιβάλ απο αυτά που κάνουν οι πολιτισμένοι άνθρωποι, ξέρετε. Να έχει τον κόσμο του αλλά να μη γίνεται της κακομοίρας. Να έχει τις ερημιές του αλλά να μην είμαστε εμείς και οι ψαράδες.  Κι ο κλήρος έπεσε στα Κουφονήσια. Εκ των υστέρων ήταν μια καλή επιλογή. Τα είχε όλα αυτά. Αλλά ήταν και δύσκολη επιλογή.  Έχει αέρηδες τέτοια εποχή στις Κυκλάδες. Κι όταν έχει αέρηδες η άμμος δεν είναι και το καλύτερο μέρος ούτε για τσιγάρο που λέει ο λόγος όχι για να μείνεις και να διαβάσεις. Κι εμείς θέλουμε και αναγνώσεις στην άμμο. Θέλουμε και παραμύθια, θέλουμε και μουσική, θέλουμε και πάρτυ στην άμμο. Να ‘μαστε λοιπόν στα Κουφονήσια. Πρώτα στο Πάνω με προοπτική να φτάσουμε και στο Κάτω τη δεύτερη μέρα.  Καλά τα λες αυτά όταν τα σχεδιάζεις αλλά όταν φτάνεις εκεί πρέπει να υπολογίσεις διάφορα πράγματα. Πώς θα βρεθούμε με όλους τους άλλους; Πώς θα συνεννοηθούμε αν κάτι πάει στραβά; Υπάρχει τρόπος να μείνουν όλοι σε ένα σημείο την πρώτη μέρα; Κι αν όχι, θα μπορούν να συγκεντρώνονται τις συμφωνημένες ώρες; Και καλά, στο Πάνω Κουφονήσι βρίσκεις την άκρη, αλλά στο άλλο, το Κάτω, ήθελε καραβάκι. Ήθελε να μην έχει κύματα. Ήθελε να βρεις συγκεκριμένες ώρες για να πας και για να γυρίσεις. Κι εντάξει, πες ότι καταφέρνεις να τα κανονίσεις όλα αυτά, αλλά στην πορεία βγαίνουν κι άλλα: θα έρθει το καραβάκι από τον Φοίνικα όπου βρισκόμαστε ή θα φύγει κατευθείαν από το λιμάνι; Κι άμα έρθει και είναι γεμάτο; Κι άμα έρθει και δεν πάει πάλι από το λιμάνι να πάρει τους άλλους που θα πάνε ως εκεί; Κι αμα πάει αλλά μετά δεν μπορεί να γυρίσει; Καλά, κάποιοι θέλουν να μείνουν εκεί (είπαμε: προαιρετική διανυκτέρευση, το λέει και το πρόγραμμα) αλλά οι άλλοι που δεν θέλουν να μείνουν εκεί;

Κοιτάμε λοιπόν τη θάλασσα και υπολογίζουμε τον άνεμο.

– Έχει κόψει σήμερα,ε;

– Ουου, σίγουρα. Και το βράδυ θα κόψει κι άλλο.

Εμένα μου λες. Τρεις μέρες στα Κουφονήσια, τα υπέροχα Κουφονήσια, κι ανάθεμα αν έκοψε έστω και μια ώρα ο στρατηγός άνεμος. Και να ήταν μόνο αυτό. Η παραλία πότε γέμιζε πότε άδειαζε.

-Να πάμε να διαβάσουμε στην παραλία.

-Ναι, αλλά αν έχει κόσμο τι να κάνουμε, να τους διώξουμε;

-Ναι, αλλά αν δεν έχει κόσμο, έτσι μόνοι μας θα είμαστε στην ερημιά;
– Να πάμε να διαβάσουμε στο νησάκι;
– Ναι, αλλά αν έχει χειρότερο αέρα στο νησάκι; Κι αν δεν έρθουν όλοι στο νησάκι;
– Ναι, αλλά αν δεν προλάβουμε να διαβάσουμε εδώ μέχρι να έρθει το καραβάκι;

Όταν λέμε αυτοσχέδιο φεστιβάλ το εννοούμε. Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτε πιο αυτοσχέδιο. Κι όταν τα πράγματα εξελίσσονται όπως ακριβώς έχουμε προβλέψει είμαι αχτύπητος. Δεν με σταματάει τίποτα. Όταν παρουσιάζονται προβλήματα παγώνω και κοιτάω γύρω μου για βοήθεια. Είμαι γεννημένος ηγέτης δεν το συζητάμε. Φωνάζω όλους τους βετεράνους της άμμου, φωνάζω τον Αντώνη, φωνάζω την Αντριάνα, ψάχνω τον Απόστολο ή τον Πασκάλ (φέτος δεν είχαμε Γεωργία και Αίμη, μας έλειψαν πολύ, κι άλλοι μας έλειψαν αλλά αυτές οι δυο κάπως περισσότερο) φωνάζω όποιον βρω και του λέω το πρόβλημα. Τους μαζεύω όλους και ύστερα κρύβομαι και τους αφήνω να αποφασίσουν. Όταν βρουν μια άκρη μπαίνω μπροστά με αποφασιστικό ύφος που πάντα βοηθάει και συνεχίζουμε.

Κι όταν βρήκαμε άκρη με τον άερα, και τα κύματα και τα δρομολόγια και τα υπόλοιπα και ξεκινήσαμε για το νησάκι, άλλο άγχος: θα είναι καλά εδώ; Καλά ήταν, μαγικά ήταν. Αλλά θα μας αρέσει πραγματικά; Θα έχουμε διάθεση; Θα περάσουμε καλά; Θα ευχαριστηθούν όλοι; Θα νιώσουν ότι άξιζε τον κόπο να έρθουν τόσο δρόμο και τόσα κύματα για να φτιάξουμε το φεστιβάλ της άμμου;  Το ένα άγχος διαδέχεται το άλλο και ησυχάζω κάπως μόνο στο πλοίο της επιστροφής για Πειραιά. Εκεί καταλαβαίνω ότι δεν το ευχαριστήθηκα. Δεν τραγούδησα αρκετά (δεν διαλέξανε και τραγούδια του ρεπερτορίου μου) δεν χόρεψα καθόλου (καλά δεν υπήρχε περίπτωση έχω να χορέψω από τον περασμένο αιώνα) δεν μίλησα αρκετά με τους ανθρώπους, δεν ήμουν όσο πρέπει φιλικός, δεν τους βοήθησα να νιώσουν καλύτερα. Θα μπορούσε να λέγεται και υπευθυνότητα. Αλλά στην πραγματικότητα λέγεται αγγχώδης νεύρωση.

Δεν το ευχαριστήθηκα πάλι, πέρασα τις ώρες μου προσπαθώντας να σκεφτώ αν οι άλλοι θα ήταν ευχαριστημένοι. Τώρα που κοιτάω το βίντεο, ευχαριστημένοι μου φαίνονται. Σκέφτομαι πραγματάκια που γίνανε, βλέπω τις στιγμές, ακούω τις φωνές τους, τα γέλια τους, λέω μέσα μου, βρε για κοίτα, τα καταφέραμε και φέτος. Το δημιουργήσαμε αυτό το παράξενο πράγμα, περάσαμε καλά, διασκεδάσαμε, φτιάξαμε μια παρέα, φτιάξαμε κάτι από το τίποτα. Αλλά δεν είναι από το τίποτα. Είναι αυτή η χαρά που φυλάμε μέσα μας και περιμένουμε πως και πως κάτι, κάτι μικρό, κάτι ασήμαντο για να την μοιραστούμε. Αυτό μπορεί να είναι όλο το νόημα. Αυτή η αμηχανία, αυτό το περίεργο συναίσθημα όταν πλησιάζεις τον άλλο και τελικά η χαρά όταν καταλάβεις ότι κάπου βρεθήκατε, κάπου μοιραστήκατε τα ίδια πράγματα. Αυτή η χαρά που μας την πολεμάνε από χίλιες μεριές και που μας μαθαίνουνε και τους ίδιους να την πολεμάμε μόνοι μας. Αυτό πρέπει να είναι το νόημα.

Και πάλι δεν το λέω καλά, το ξέρω. Χρόνια τώρα προσπαθώ να περιγράψω τι είναι αυτό το φεστιβάλ της άμμου, έχω μιλήσει από δω κι από κει, έχω γράψει πράγματα, έχω κάνει διάφορα, αλλά τι ακριβώς είναι αυτή η ιστορία της άμμου δεν μπορώ να πω.  Κάθε φορά που μιλάω για το φεστιβάλ, μου λένε «μπράβο, πολύ ωραία ιδέα, αυτό το φεστιβάλ της άμμου» και μένω ν’ αναρωτιέμαι τι ακριβώς έχουν καταλάβει, αφού εγώ έχω την αίσθηση ότι καταλαβαίνω λιγότερα από όσα ήξερα πριν. Άσε που νομίζω ότι κάθε φορά λέω και διαφορετικά πράγματα.

Αλλά τώρα που έφυγε το καλοκαίρι, πάει το φεστιβάλ, πάει η άμμος, τώρα που βλέπω τις φωτογραφίες  και τα κακοφτιαγμένα μου φιλμάκια, τώρα κάτι με πιάνει μέσα μου, κάτι λιώνει μέσα μου… κάτι που το λες λυτρωτικό δεν μπορείς να το πεις αλλιώς. Αυτό, αν μπορούσα να σας περιγράψω αυτό, τότε θα ησύχαζα πραγματικά. Αν μπορούσα να σας το μεταδώσω αυτό θα καταλαβαίναμε επιτέλους τι είναι το φεστιβάλ της άμμου. Αλλά δεν μπορώ, ποτέ δεν μπορώ να το γράψω ακριβώς όπως είναι.

Γι’ αυτό δεν μ’ αρέσουν τα κείμενα μου.

 

**

Το τούρκικο σχολειό

2015 τούλιος - ξπορτη

Χτες η κόρη μου είχε γενέθλια. Έγινε επτά ετών. Για να το γιορτάσει κάλεσε παιδιά από την τάξη της, τη δευτέρα δημοτικού, στο σπίτι.

Το σχολείο που πηγαίνει η Γιασεμή, ένα κτίριο 200 ετών στην καρδιά της παλιάς πόλης του Ρέθυμνου, λέγεται Τούρκικο.
– Μα γιατί λέγεται τούρκικο; ρώτησε θορυβημένος ο πατέρας ενός από τα πρωτάκια στην συνέλευση των γονέων.
– Γιατί έτσι το έλεγαν πάντα, του απάντησαν και δεν ξαναμίλησε.
Στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου μένουν κυρίως ηλικιωμένοι που έμεναν πάντα εκεί, φοιτητές που βρίσκουν φτηνά σπίτια και μετανάστες που βρίσκουν ακόμη φτηνότερα.
Η καλή κοινωνία της πόλης αποφεύγει την παλιά συνοικία προτιμάει τα διαμερίσματα στην πάνω μεριά, εκεί που τα χρόνια της …πασοκανάπτυξης δημιουργήθηκε ένας απίστευτος αχταρμάς από μεταμοντέρνο κιτσαριό χωρίς πεζοδρόμια, χωρίς γκαράζ, χωρίς κοινόχρηστους χώρους, χωρίς ανάσες ζωής. Παστώθηκαν εκεί και ζουν σε μια χάι κακομοιριά που δεν θα την παραδεχτούν ποτέ. Κάτι θα τους φταίει πάντα αλλά δεν θα το καταλάβουν ποτέ. Επίσης δεν θα νιώσουν ποτέ υπεύθυνοι που έκαναν την πόλη σαν τα μούτρα τους με ένα σωρό κακοτεχνίες, παρανομίες και διάφορες ασχήμιες. Ακόμη όμως και εκείνοι που για κάποιο λόγο μένουν στην παλιά πόλη με διάφορες προφάσεις και τα πατροπαράδοτα μέσα που έχουν στέλνουν τα παιδιά τους σε καλά σχολεία. Όσο πιο μακριά γίνεται από το τούρκικο. Γιατί; Γιατί εκεί έχει παιδιά μεταναστών.
Έτσι, στη γιορτή της Γιασεμής ήρθαν παιδιά όπως ο Μουσταφά, ο Χάμζα, η Μαρουά, η Μπερναντέτ. Τον Αντριάν δεν τον κάλεσε επειδή δεν την αφήνει να παίξει ποδόσφαιρο με τα αγόρια.
Κάποια στιγμή έπιασα το Μουσταφά να διαλύει το αγαπημένο κουκλόσπιτο της κόρης μου. Έχω μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε αυτο το κερατένιο πράγμα γιατί μου στοίχισε ένα σωρό λεφτά στην προπέρσινη γιορτή της.
– Μουσταφά, του είπα, κάνε ό,τι θες αλλά μην ξαναπειράξεις το κουκλόσπιτο γιατί θα γίνω Τούρκος…
Σχεδόν αμέσως συνειδητοποίησα πόσο ηλίθιο ήταν αυτό που είπα, αλλά το αυτί του Μουσταφά δεν ίδρωσε.
– Λίγο θα το διαλύσω και θα το ξαναφτιάξω, μου είπε.
Τα παιδιά έπαιζαν και κατάστρεφαν μεθοδικά το σπίτι για ώρες. Αυτό κάνουν τα παιδιά. Ευτυχώς ηρέμησαν μετά την τούρτα.
– Ρε φιλαράκο, ακούω μια φωνή να μου λέει, εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσύ μου μιλάς για τη γιορτή της κόρης σου; Είσαι σοβαρός;
Ναι, είμαι σοβαρός, όσο μπορώ να είμαι.
Ναι, μιλάω για τη γιορτή της κόρης μου γιατί δεν μπορώ να βρω τίποτε καλύτερο να πω μετά από αυτά που έγιναν την Παρασκευή. Δεν είμαι πολιτικός αναλυτής, δεν έχω λύσεις για τον πόνο, την καταστροφή, το θανατικό, τις σφαγές. Είμαι ένας απλός, απλοϊκός μπορώ να σου πω άνθρωπος.
Και κάθομαι απλά και σκέφτομαι αυτά τα παιδιά, από δεν ξέρω κι εγω πόσες διαφορετικές κουλτούρες, χώρες, θρησκείες. Πράγματα που αυτά τα ευτυχισμένα χτες παιδιά δεν έχουν ιδέα τι ακριβώς είναι. Αλλά κάποτε μοιραία θα επηρεάσουν τη ζωή τους.
Γιατί κάποτε, γαμώτο, μεγαλώνουμε. Αυτό είναι το πρόβλημα για μένα.
Δεν πιστεύω ότι θα βοηθήσει σε τίποτε να πω ότι είμαι κι εγώ Γάλλος. Ακούγεται ωραία, δε λεω. Το υποστηριζουν και ηγέτες του βεληνεκούς ενός σταυροθοδωράκη. Δεν έχω καμιά σχέση όμως με τη Γαλλία που μπλέκεται στα πολεμικά παιχνίδια. Καμιά σχέση με τη Γαλλία που χτες έστειλε κι άλλα βομβαρδιστικά, τη Γαλλία που σήμερα κήρυξε πόλεμο σε έναν πολύ βολικά αόρατο και ακόμη πιο βολικά δαιμονικό εχθρό. Ακόμη περισσότερο δεν είμαι με τη Γαλλία που αύριο μεθαύριο θα πιστέψει ότι η μοναδική λύση είναι ο επιχρυσωμένος νεοφασισμός της Λεπέν.
Μα οι άλλοι είναι καθάρματα, είναι κτήνη, είναι τρομοκράτες.
Δεν αντιλέγω. Αλλά επειδή είμαι απλοϊκός άνθρωπος η σκέψη μου δεν μπορεί να πάει σε σύνθετα πράγματα. Σκέφτομαι απλά πως κάθε φορά που οι «καλοί» αποφασίζουν να εξολοθρεύσουν τρομοκράτες καταλήγουμε σε κάτι ακόμη χειρότερο. Σκέφτομαι απλά πως κάθε φορά που οι «καλοί» εξολοθρεύουν έναν εχθρό στο όνομα της θρησκείας, της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της  ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, των πετρελαίων και της κόκα κόλα, δημιουργούν απλώς άλλη μια πληγή στον πλανήτη και από αυτή την πληγή ξεφυτρώνουν καινούργια τέρατα.
– Και τι θες να κάνουμε, με ρωτάει η ίδια βαριεστημένη φωνή, όμοια με κείνες τις φωνές ανθρώπων που είναι πάντα σίγουροι πως ξέρουν τη λύση σε όλα.
Δεν ξέρω τι θέλω να κάνουμε.
Ξέρω μόνο να ονειρεύομαι απλοϊκά όνειρα.
Ξέρω μόνο να ελπίζω ότι κάποτε τα παιδιά, παντού, θα μεγαλώνουν μαζί. Πολλά παιδιά, πολλά διαφορετικά παιδιά, θα μεγαλώνουν μαζί. Αλλά ποτέ δεν θα μεγαλώνουν τόσο πολύ ώστε να γίνονται εχθροί απλά και μόνο επειδή είναι διαφορετικοί.

Γρηγόρης Παπαδογιάννης / Νοέμβριος 2016

**

Το καινούργιο σπίτι…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Αυτό είναι λοιπόν το καινούργιο μας νησί, το καινούργιο σπίτι, το καινούργιο ρούχο, όπως θέλει το λέει κάποιος. Καθυστέρησε να ανοίξει, για τους κλασικούς τεχνικούς λόγους, που ποτέ δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς. Δεν γλύτωσα ένα κύμα πανικού στις αρχές της εβδομάδας, ότι δεν θα φτιαχτεί, ότι δεν θα εμφανιστεί, θα μείνει για πάντα καταποντισμένο στο βάθος του κυβερνο-ωκεανού, σαν άλλη εικονική αυτή τη φορά ατλαντίδα.

Τα ίδια φυσικά είχα περάσει κι όταν ξεκινούσαμε πριν από πέντε χρόνια, εκεί που χρειάστηκα ένα σωρό φρονιτστήρια για να καταλάβω πως λειτουργούσε, ο απλός τελικά μηχανισμός της διαχείρισης μιας ιστοσελίδας. Για να μη μιλήσω για όλα αυτά που έχω υποστεί χρόνια τώρα, πάντα για τεχνικούς λόγους, πότε γιατί χανόταν για κάποιο λόγο η ιστοσελίδα, πότε γιατί δεν λειτουργούσε όπως έπρεπε, πότε γιατί κόβονταν τα μέιλ, από ιστορίες τέτοιες άλλο τίποτε.

Τον τελευταίο καιρό, η ιστοσελίδα, η παλιά ιστοσελίδα είχε αποκτήσει ένα χούι. Όπου είχε κενά έβαζε –μόνη της- κάτι φριχτά κεφαλαία Α με τόνο μάλιστα. Δεν ήταν η επιβράβευση των κόπων μας. Έφταιγε, όπως μου εξήγησε ένας βαριεστημένος απρόσωπος μέσω email τεχνικός, ότι η ιστοσελίδα ανίχνευε κάτι ιούς και όπου είχε κενά τα γέμιζε με αυτό τον τρόπο. Ωραία, και πώς θα φτιάξει αυτό; ρώτησα, πάντα μέσω διαδικτυακής αλληλογραφίας. Θα κάνουμε κάτι για να φτιάξει. Έκαναν, δεν έκαναν, η ουσία είναι ότι εδώ και μήνες πέρα από την συνηθισμένη δουλειά, να γράψω ένα κείμενο, να ανεβάσω ένα κείμενο, είχα μετά και το κυνήγι των Άλφα. Τα οποία άλφα ήταν και πονηρά και επίμονα. Την μια μέρα τα έβγαζες, την άλλη ξαναβγαίνανε. Άσε που είχαν αρχίσει να παίζουν και αναδρομικά, είχαν μπει και σε παλιά κείμενα που τα άνοιγα τυχαία και μου μαυρίζαν την ψυχή. Ρε παιδιά, μήπως μπορείτε να κάνετε κάτι με τα άλφα; Ναι σίγουρα, το κοιτάμε. Αυτοί το κοιτούσανε κι εγώ έτρωγα περισσότερη ώρα για να σβήνω τα άλφα και λιγότερη για να γράφω.
Σίγουρα κι εδώ θα βρώ διάφορες δυσκολίες, κάτι δεν θα μου πηγαίνει καλά, κάτι δεν θα λειτουργεί όπως νομίζω ή το πιθανότερο δεν θα ξέρω πως λειτουργεί. Φαντάζομαι αυτή είναι η μοίρα των διαχειριστών κάποιας ηλικίας. Ό,τι δεν μάθεις μικρός θα σε βασανίζει μεγάλο.
Και γιατί ο πανικός; Γιατί τέτοια αγωνία επειδή στο κάτω κάτω άργησε μια ιστοσελίδα λόγου και τέχνης να λειτουργήσει και χάθηκε για κάτι μέρες; Εντάξει, όχι επειδή πιστεύω ότι δεν μπορείτε να ζήσετε χωρίς αυτήν. Να το ξεκαθαρίζουμε. Εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν ή τέλος πάντων εγω δεν νιώθω καλά χωρίς αυτήν, μη το δραματοποιούμε κιόλας. Δεν νιώθω καλά όταν δεν έχω την αίσθηση (τη λες και ψευδαίσθηση πάντως) ότι επικοινωνούμε. Αυτό είναι όλο το νόημα. Το eyelands μπορεί να είναι εικονικό αλλά αυτό το πάρε δώσε εδω και πέντε χρόνια δεν είναι καθόλου. Ειναι αληθινό, είναι ωραίο, είναι ανθρώπινο.
Εδώ είμαστε λοιπόν, με ένα πιο απλό και λιτό eyelands με λιγότερα και πιο συγκεκριμένα τμήματα/σελίδες/ενότητες και πιο συμπυκνωμένη, ας πούμε, ύλη. Και ελαφρύτεροι θέλουμε δεν θέλουμε από το αγαπημένο φορτίο του παρελθόντος μας. Θα προσπαθήσουμε να προσθέσουμε σιγά σιγά κάποια από τα παλιά μας κείμενα. Κάποια άλλα θα μας λείψουν. Αλλά έτσι έπρεπε να γίνει. Στο κάτω κάτω δεν μπορούμε να φιλοξενούμε εσαεί τα κείμενα κάποιων ανθρώπων που πολλοί έχουν αφήσει το νησί ή έχουν προχωρήσει σε άλλα πράγματα στη ζωή τους. Θα έρθουν καινούργιοι. Ας τους κάνουμε χώρο. Ας μηδενίσουμε που λέει ο λόγος το κοντέρ για να φτιάξουμε με τα ίδια υλικά, και με τις εντελώς ίδιες πεισματάρικες ιδέες και απόψεις, ένα καινούργιο σπίτι. Το eyelands συνεχίζει να υπάρχει. Το νησί μας είναι εδώ. Ας πούμε ότι αλλάξαμε λίγο την προβλήτα στο λιμάνι και βάψαμε κάπως διαφορετικά τα σπιτάκια. Αυτά είναι οι λεπτομέρειες. Για την ουσία μίλησα ήδη λίγο πιο πάνω.

Γρηγόρης Παπαδογιάννης

Advertisements