βραβευμένα διηγήματα: Η κυρά της γέφυρας

Ολοκληρώνουμε τη σειρά με τα βραβευμένα διηγήματα από τους διαγωνισμούς του eyelands με την «Κυρά της γέφυρας», το διήγημα του Θωμά Μυλωνά που πήρε το πρώτο βραβείο στον 7ο διεθνή διαγωνισμό (ελληνικό τμήμα) με θέμα «Παράξενοι έρωτες» για το 2017.
ΘωμάςΜε το διήγημα αυτό τελειώνουν οι δημοσιεύσεις από τους διαγωνισμούς του 2017 -άλλωστε σε δύο βδομάδες θα ανανκοινωθούν τα αποτελέσματα του εφετινού διαγωνισμού με θέμα «Αποσκευές». Ο Θωμάς Μυλωνάς θα είναι εκείνος που σύμφωνα με την …παράδοση θα δώσει το αγγελάκι, το βραβείο για τον πρώτο νικητή τον προσεχή Νοέμβριο στην Αθήνα. Ο συγγραφέας που τον Αύγουστο πέρασε μία εβδομάδα στο Three Rock Studio στη Νότια Κρήτη, που είναι το βραβείο για τον πρώτο νικητή θα μας παρουσιάσει πολύ σύντομα το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Το κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας» που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. «Η κύρά της γέφυρας» θα είναι φυσικά μια απο τις ιστορίες της συλλογής.

Η κυρά της γέφυρας

Λίγο πριν από την εαρινή ισημερία η γέφυρα χάλασε και η πόλη κόπηκε στη μέση. Περίπλοκη γέφυρα, συρταρωτή, κάθε βράδυ στις έντεκα άνοιγε και πέρναγαν τα καράβια. Ούτε τα καράβια μπορούσαν να περάσουν πλέον, ένα πήγε και έπεσε πάνω στον αριστερό πυλώνα της και τον σακάτεψε. Η πόλη από καθαρή τύχη δεν είχε θρηνήσει ακόμα θύματα.

Λόγω κρίσης o εργολάβος έκανε οικονομία στις προσλήψεις, οπότε το συνεργείο για την επισκευή της γέφυρας ήταν τριμελές: Ένας εργοδηγός που εμφανιζόταν αραιά και που, ένας μηχανικός ειδικός στην κινητή γεφύρωση -ο Χριστόφορος- και ο σιδηροτεχνίτης Μιχαλάκης.

Το τρόπος του λέγειν συνεργείο εγκαταστάθηκε στο «Χοτέλ Χαρά» με θέα τη στενή θάλασσα που διέσχιζε την πόλη.

Και η πόλη ήταν μυστήρια, μισή νησιωτική, μισή στεριανή, οι κάτοικοί της μυγιάγγιχτοι και γκαντέμηδες, τα ρεύματα του πορθμού άλλαζαν κάθε τόσο κατεύθυνση, σε παράσερναν και δεν καταλάβαινες προς τα πού πας και τι κάνεις.

Απαγορεύτηκε η διέλευση όλων των βαρέων οχημάτων και στήθηκε μια προσωρινή πεζογέφυρα μόνο για πεζούς και μηχανάκια.

Αυτή η πεζογέφυρα είχε πολλή πλάκα. Καταργούσε τον Καρλ Μαρξ. Έβλεπες να περνούν όλες αδιακρίτως οι κοινωνικές τάξεις φύρδην μίγδην: φτωχόκοσμος με τριμμένα παντελόνια, κοστουμαρισμένοι δικηγόροι, κυρίες με γούνες και τιγρέ φούστες.

Ο Χριστόφορος, με το μπλακ εντ ντέκερ στο χέρι, απολάμβανε κάθε μέρα αυτό το θέαμα, λίγο πριν κατεβεί στα χαμηλά υποστηρίγματα της σαθρής γέφυρας.

   Την είχαν ασυντήρητη επί χρόνια και τώρα πρέπει εγώ να τη φτιάξω. Τι να φτιάξω; Ένα χάρβαλο, να το πάρεις όπως είναι και να το πετάξεις στα σκουπίδια. Κι ας το αγάπησες πολύ. Κι ας είναι ένα κομμάτι σου.

Πιο πολύ από όλα του έκανε εντύπωση το ότι περνούσαν από την πεζογέφυρα και αδέσποτα σκυλιά: Να πάνε πού; Τι δουλειά είχαν απέναντι;

Και μια κοπέλα.

-Χριστόφορε, πιστεύεις στη μετά θάνατον ζωή;

Ο Μιχαλάκης έξυνε τις σκουριές, το τριβείο έκανε φασαρία, και έτσι χρειάστηκε να επαναλάβει την ερώτησή του τρεις φορές.

– Ρε Μιχαλάκη, εσύ δεν είπες ότι έχεις κάτι συγγενείς εδώ; Για ρώτα να μάθεις γι’ αυτήν την κοπέλα.

– Ποια κοπέλα;

– Αυτή που περνάει κάθε πρωί.

– Ξέρεις πόσες κοπέλες περνάνε; Πού να θυμάμαι ποια λες…

Όλα τα πρωινά την έβλεπε ο Χριστόφορος να πηγαίνει στη δουλειά της και μετά, το απόγευμα, να επιστρέφει. Το βασικότερο πάνω της ήταν το υπερβολικό μακιγιάρισμα, κάτι σαν προσωπείο, έντονο κραγιόν, χοντρό άι λάινερ. Επιπλέον η μελαγχολία στα μάτια της. Και στο βιαστικό περπάτημά της.

– Χριστόφορε, ποια είναι η γνώμη σου, ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός ή κακός;

Την επόμενη μέρα ο Μιχαλάκης δούλευε οξυγονοκόλληση και τον είχε πιάσει μεγάλη φλυαρία.

– Έμαθες τίποτα, ρε Μιχαλάκη;

– Ναι. Kοίτα να δεις μια σύμπτωση, είναι βαφτιστήρα της θειάς μου της Βάσως. Τη λένε Υλαγιαλή. Έχει κομμωτήριο πίσω απ’ την Αγορά.

– Υλαγιαλή;

– Να σου πω όμως… Πώς σου ήρθε… Δεν είναι καθόλου ωραία…

Η Υλαγιαλή ήταν κάπως παχουλή, είχε μακριά μαύρα μαλλιά και πρόσωπο με γερά πεταχτά ζυγωματικά, σαν σλάβα χωρική. Καθώς προχωρούσε, κάθε τόσο με ένα ελαφρύ τίναγμα του κεφαλιού έριχνε τα μαλλιά της από τη μια μεριά, σιάζοντάς τα ύστερα με το χέρι. Γι’ αυτές τις πρώτες εντυπώσεις, τις τόσο φευγαλέες μα σχεδόν καθοριστικές, ο Χριστόφορος δεν μπορούσε να είναι απόλυτος. Το σίγουρο ήταν πως εξαιτίας διαφόρων μυστηριωδών όσο και τυχαίων στοιχείων, του φαινόταν πανέμορφη.

Έτσι, ένα Σάββατο πολύ πρωί, ξεκίνησε να πάει για κούρεμα.

Δεν είχε ξαναπερπατήσει στην αποκεί μεριά της πόλης: τίγκα από κυκλοφορία, πολλή βαβούρα, ξεθωριασμένες βιτρίνες, στενά πεζοδρόμια με μισοσπασμένες πλάκες.

Άνοιξε τη τζαμένια πόρτα: τυπική επίπλωση κομμωτηρίου συν ένας φίκος στη γωνία. Η Υλαγιαλή στο βάθος με τα μαλλιά της μαζεμένα, τακτοποιούσε τα συμπράγκαλά της. Ο Χριστόφορος ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς του να επιταχύνονται, λιποψύχησε, σκέφτηκε ότι υπήρχε ακόμα χρόνος να αποφύγει αυτή την ανοησία…

Ωστόσο, όχι. Θρονιάστηκε στην πολυθρόνα.

Άκουσε για πρώτη φορά τη φωνή της, στακάτη και κάπως βραχνή:

– Πώς να τα πάρω;

– Ε… Ποια;

– Τα μαλλιά. Πώς τα θες;

Το ράδιο έπαιζε το «Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα». Της ζήτησε μήπως μπορούσε να βάλει κάτι άλλο.

Η Υλαγιαλή έπιασε τη χτένα και ξεκίνησε τα προκαταρκτικά:

– Τα μαλλιά τα χτενίζουμε πότε πότε όμως ε;

Κρατώντας κόντρα με το πόδι της, έβαλε όλη τη δύναμή της να ξεμπλέξει τις τζίβες. Είπε και κάτι, έτσι, κουβέντα να γίνεται:

– Τι δουλειά κάνεις;

– Γεφυροποιός…

– Α, ώστε εσύ είσαι. Και δε μου λες, πότε…

– Πότε θα είναι έτοιμη η γέφυρα; Όλοι το ίδιο με ρωτάτε! Τίποτα άλλο δεν σας νοιάζει, μόνο πώς θα συνεχίσετε τις ζωούλες σας! Σας έχω βαρεθεί και σας και τη βρωμογέφυρά σας!

Και ωραία, πες ότι φτιάχτηκε. Πού πατάει αυτή η γέφυρα; Πάνω σε ποια αλήθεια και ποιο ψέμα; Πάνω σε ποια μνήμη και ποια τύψη;

– Κάθεσαι πιο ίσια μη σου κόψω κανένα αυτί;

– Ειλικρινά, δεν ξέρω πότε θα είναι έτοιμη, και δεν ξέρω καν αν θα είναι έτοιμη. Συνεννοηθήκαμε;

Έπεσε σιωπή. Ακούγονταν τα ψαλίδια. Ο ιδρώτας της Υλαγιαλής ευωδίαζε, και καθώς έσκυψε να πιάσει κάτι τούφες, ο Χριστόφορος διέκρινε τη διχάλα του στήθους της. Τα ακροδάχτυλά της άγγιζαν τα μηνίγγια του και του ήρθε μια συγκίνηση, η ίδια περίπου συγκίνηση όπως όταν ήταν παιδάκι και έβλεπε τη μητέρα του να ξεπροβάλλει μες στην παγωνιά του ορφανοτροφείου, μετά από τις μακριές απουσίες της, έτρεχε κοντά της, εκείνη έβγαζε το πανωφόρι της και τον έπαιρνε αγκαλιά. Όμως ξανάφευγε η μητέρα, αραίωναν οι επισκέψεις της, κόβονταν οι γέφυρες για τον μικρό Χριστοφοράκο.

 

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά μες στο κομμωτήριο, και ήταν μια στιγμή που μπορούσες να την πεις, ίσως, μαγική, μπήκε μέσα ένας τύπος, άρπαξε την Υλαγιαλή από τη μέση και την αποκάλεσε «μωρό μου». Ο τύπος είχε παρκάρει απέξω το φορτηγό του, έξω δεν ήταν και καμιά λεωφόρος, όλοι κορνάρανε σαν καταραμένοι, η Υλαγιαλή τού είπε «έχω πελάτη, δε βλέπεις;» και να ελευθερώσει το δρόμο. Ο τύπος δεν πολυνοιαζόταν. Με το πάσο του. Η στιγμή έγινε θρύψαλα, ο Χριστόφορος αναπήδησε στην πολυθρόνα, πετάχτηκε πάνω, άφησε ένα χαρτονόμισμα και όρμησε να φύγει, να φύγει, να φύγει, να πάει  στο διάολο.

Έβραζε. Τσακώθηκε με τον Μιχαλάκη, τους λιμενικούς, τα αδέσποτα σκυλιά, τους περαστικούς που έκαναν το λάθος να τον ρωτήσουν πότε θα τελειώσει. Το απόγευμα ανέβηκε επάνω και περίμενε την Υλαγιαλή στην πεζογέφυρα. Μπήκε ξαφνικά στη μέση, μπροστά της και της είπε:

– Πάμε εδώ στις τουαλέτες; Θα είμαι γρήγορος… Θα δεις… Θα σου αρέσει…

Η Υλαγιαλή τρόμαξε, ή μάλλον της ήρθε μια απέχθεια, ή έκπληξη, ή και τα τρία μαζί, κίνησε να φύγει, ο Χριστόφορος της έκλεισε το δρόμο, κόσμος άρχισε να μαζεύεται, ένας λιμενικός πλησίασε, η Υλαγιαλή τελικά προσπέρασε, έκανε νόημα στον λιμενικό ότι «τίποτα, τίποτα» και εξαφανίστηκε, ο κόσμος κύκλωσε τον Χριστόφορο βρίζοντάς τον, μερικοί άρχισαν να τον σπρώχνουν, κάποιος τον άρπαξε από το γιακά και τον ταρακούνησε σαν αχυρένια κούκλα. Η κατάσταση ήταν πολύ τεταμένη αλλά δεν κράτησε, το πλήθος διαλύθηκε να πάει στις δουλειές του αφήνοντας τον Χριστόφορο τσαλαπατημένο. Αυτό ήθελε άλλωστε κι ο ίδιος: να αισθανθεί τη γλυκιά λεπίδα του πόνου να καρφώνεται στην ψυχή του, την παγωνιά του ορφανοτροφείου να του μουδιάζει το κορμί.

Οι διαπραγματεύσεις για το χρέος δεν προχώραγαν, ξέσπασε πολιτική αναμπουμπούλα. Προκηρύχτηκαν εκλογές και πλάκωσαν αρχιεπίσκοποι, υπουργοί και παρατρεχάμενοι με κάμερες, κορδέλες και φιλαρμονικές να εγκαινιάσουν την επιδιορθωμένη γέφυρα. Με μόνη λεπτομέρεια πως η γέφυρα δεν ήταν επιδιορθωμένη. Ο εργολάβος κάλεσε τον Χριστόφορο και του έβαλε τις φωνές ότι τι θα γίνει, άρχισε η τουριστική περίοδος, τον έχουν τρελάνει στα τηλέφωνα οι πολιτευτάδες,  διαμαρτύρεται ο εμπορικός σύλλογος, τον απειλούν πως θα του κάνουν καταγγελία, έχει καβατζάρει κατά πολύ την προθεσμία της σύμβασης.

Ο Χριστόφορος άκουγε αμίλητος. Στο τέλος πέταξε στον εργολάβο ένα «πάρε άλλον!», ο εργολάβος του απάντησε αφ’ ενός να κόψει τις μαλακίες και αφ’ ετέρου να εντατικοποιήσει τις εργασίες. Του Χριστόφορου του ήρθε να γελάσει όταν άκουσε τη λέξη «εντατικοποιήσει»: Δούλευε με τον Μιχαλάκη κάθε μέρα, ούτε Κυριακές ούτε αργίες ήξεραν, από το χάραμα μέχρι βραδιάτικα με τους φακούς.

Δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται… Η γέφυρα αναβλύζει πόσιμο νερό αλλά και αιθάλη, έχει ξέπλυμα μαύρου χρήματος αλλά μπορεί να γίνει και ιερός ναός που καθαγιάζει και λυτρώνει. Σημασία έχει το εξής: Από ποιαν πραγματικότητα φεύγεις και ποια πραγματικότητα σε περιμένει στην άλλη όχθη;

Εν τω μεταξύ, είχε ρέψει ο Χριστόφορος, είχε μείνει ο μισός, κάτι του συνέβαινε. Ξέχναγε να φάει, μίλαγε με το μπλακ εντ ντέκερ, οι γλάροι κάθονταν στον ώμο του.

Οι ντόπιοι σχολίαζαν πως, προφανώς, νύχτα μέρα στον πορθμό, τον είχαν στοιχειώσει τα τρελά νερά.

Κάθε μεσάνυχτα στεκόταν αποχαυνωμένος πάνω στο σκέλεθρο της γέφυρας και ατένιζε τον έναστρο ουρανό. Λένε πως αν πετύχεις το Αστέρι του Βοριά την ώρα που τα νερά αλλάζουν ροπή, η γέφυρα σού φέρνει τύχη, εμφανίζεται η Κυρά της Γέφυρας λάμποντας σαν αστραπή χρυσού κι ασήμου και σου ψιθυρίζει τα εφτά μυστικά της ζωής, σου δίνει ρότα, ένας πίδακας φωτός ξεπηδάει μέσα σου, η ανταμοιβή σου για όσα υπέφερες ακολουθώντας τόσο καιρό αυτήν τη σκιά που πίστεψες πως είναι ο εαυτός σου.

Μετά ο γεφυροποιός γύριζε στο «Χοτέλ Χαρά» και πριν ξαπλώσει αποκαμωμένος προλάβαινε να αναλογιστεί πώς αυτή η γέφυρα πρέπει κάποτε να τελειώνει.

Όχι. Η γέφυρα δεν θα μας προδώσει. Σαν τσόφλι που το σπας, θα μας βγάλει σε έναν θαυμαστό καινούργιο κόσμο όπου ο καθένας αμέριμνος θα ασχολείται με τα ειρηνικά του έργα και θα έχει όσα λεφτά τού χρειάζονται.

 

– Τελικά, τι λες Χριστόφορε, υπάρχουν εξωγήινοι;

Ο Χριστόφορος ήταν τόσο ξεθεωμένος που δεν μπορούσε ούτε να βαστήξει το μπλακ εντ ντέκερ, παραλίγο να του πέσει στο νερό.

– Είναι να το ρωτάς ρε Μιχαλάκη; Εγώ και συ είμαστε η ζωντανή απόδειξη.

– Σοβαρά τώρα, η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Νομίζω πως χρειάζεσαι κούρεμα.

– Αστειεύεσαι; Θα μου κόψει το λαιμό…

– Την ξανάδες;

– Κάθε μέρα. Την παραφυλάω, χωρίς να με πάρει χαμπάρι.

Το σούρουπο οι γλάροι πέταγαν χαμηλά. Πράγματι, την άλλη μέρα έπιασε καταρρακτώδης βροχή. Έριχνε καρεκλοπόδαρα, δυσκόλεψε τρομερά η δουλειά στη γέφυρα. Μάλιστα, εκείνο το πρωί δεν πέρασε η Υλαγιαλή. Ο Χριστόφορος αναστατώθηκε πολύ. Τον ζώσανε τα φίδια. Έτσι όπως ήταν, μουτζουρωμένος και πατσαβουρισσμένος, ένα μαύρο χάλι, αποφάσισε πως ήταν η κατάλληλη περίσταση για ένα κουρεματάκι.

Οι δρόμοι είχαν γίνει ποτάμια, χρειάστηκε να δώσει μάχη για να διασχίσει την πόλη, τσαλαβουτούσε στις λακκούβες, έτρωγε τα αστροπελέκια κατακέφαλα, γλίστραγε σηκωνόταν και ξαναγλίστραγε, τον ράπιζαν οι σταγόνες και του έκοβαν την ανάσα.

Φτάνοντας με την ψυχή στο στόμα, πρόσεξε πως… Η Υλαγιαλή στεκόταν στο κατώφλι του κομμωτηρίου και τον αγριοκοίταζε. Τον φοβέρισε πως θα φώναζε την αστυνομία. Εκείνος, στάζοντας ολόκληρος σαν σουρωτήρι, έκανε να πισωπατήσει αλλά η παλίρροια είχε αφηνιάσει, τον έσπρωχνε ορμητικά. Χώθηκε μέσα. Έκατσε στην πολυθρόνα και ήταν σαν να καθόταν στην ηλεκτρική καρέκλα, ανυπεράσπιστος, τελειωμένος. Η Υλαγιαλή δίστασε, έμεινε μετέωρη. Για πολλή ώρα. Ή ίσως και να ήταν ζήτημα δευτερολέπτων.

Μετά πήρε ένα περίστροφο και διανύοντας μια απροσμέτρητη απόσταση που μπορεί να ήταν και μισό μέτρο, πήγε κοντά του. Έστρεψε το περίστροφο στον κρόταφό του:

– Δεν με είδες σήμερα στην πεζογέφυρα ε; Την πάτησες, κοιμήθηκα στης ξαδέλφης μου.

Το περίστροφο δεν ήταν περίστροφο. Ήταν σεσουάρ.

– Υλαγιαλή…

– Ε, τι είναι;

– Συγνώμη…

– Εντάξει.

– Συγνώμη…

– Εντάξει, είπα.

Το ραδιόφωνο έπαιζε «Σάββατο κι απόβραδο με ασετυλίνη». Την παρακάλεσε να αλλάξει σταθμό.

Και την κοίταξε μέσα από τους καθρέφτες: Η Υλαγιαλή ήταν μια γέφυρα που απλωνόταν προς έναν απέραντο διάφανο ορίζοντα, μια ηλιαχτίδα που ταξίδευε γενναιόδωρη μέσα στη βροχή.

Εκείνη τα κατάλαβε όλα. Και εκείνος κατάλαβε ότι εκείνη κατάλαβε.

Του είπε:

– Τον σχόλασα…

– Τον φορτηγατζή; Αλήθεια;

– Έκλεινε συνέχεια το δρόμο…

Ήταν η πρώτη καλή είδηση που άκουγε από όταν πρωτοξεκίνησαν τα μνημόνια.

 

Έκοψε η καταιγίδα. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, σίγασαν τα ψαλίδια της Υλαγιαλής. Τον Χριστόφορο τον έπιασε βαθειά ευγνωμοσύνη, του ‘ρθε μια ακατανίκητη επιθυμία να της φιλήσει τα χέρια αλλά αρκέστηκε να της πει «ευχαριστώ». Στερεώθηκε στα πόδια του και στράφηκε προς την πόρτα. Η Υλαγιαλή είδε την πλάτη του να δραπετεύει, και η πλάτη του ήταν μια οθόνη, αστραπιαία -όπως όταν πρόκειται να πεθάνουμε- πέρασε από μπροστά της το παρελθόν: κανένας άντρας ποτέ δεν την είχε δει σαν γέφυρα ή σαν ηλιαχτίδα ή έστω ποια είναι και πώς μοιάζει:

– Χριστόφορε!

Τον πρόφτασε καθώς έβγαινε, του έτεινε το χέρι της:

– Τα ρέστα σου… Α, και για κείνο το ποτάκι που ήθελες να μου προτείνεις…

-… ποτάκι;

– Πέρνα να με πάρεις γύρω στις εννιά.

Όταν ολοκληρώθηκαν οι επισκευές, οι επίσημοι εγκαινίασαν τη γέφυρα -παγκόσμια πρωτοτυπία- για δεύτερη φορά. Επιτέλους πέρασαν απέναντι τα βαρέα οχήματα. Πέρασε και ο Χριστόφορος. Από την άλλη μεριά τον περίμενε ένας ανοιχτός διάφανος ορίζοντας. Και η Υλαγιαλή. Τον πήρε από το μπράτσο και σφίχτηκε στο πλευρό του.

  ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Θωμάς Μυλωνάς: Διήγημα, θέατρο, σενάριο, μετάφραση από την ιταλική. Ζω στη Χαλκίδα. Διατηρώ μια σελίδα χρονογραφο-διηγήματος στο περιοδικό «Αν» και μια σατιρική ραδιοφωνική ρουμπρίκα («Εκτός Τάξης», Σταθμός των Εργαζομένων 96,5 FM). Έχω συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων. Γράφω κυρίως μέσα στο τρένο για την Αθήνα και στο καφενείο Ρεξ, τέρμα παραλία.

41007348_224386195095331_4640596267930484736_n

Ο Θωμάς Μυλωνάς στο Three Rock

(Φωτογραφία: Μπιάνκα Μαρία Μυλωνά)

Advertisements