Αντριάνα Μίνου: Οι υπέροχοι νεκροί

«Οι Υπέροχοι Νεκροί» της Αντριάνας Μίνου, είναι ένα βιβλίο με σύντομες αφηγήσεις που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2021 από τις εκδόσεις Στιγμός. Πρόσφατα, το βιβλίο αυτό, που κυκλοφόρησε πρώτα στις ΗΠΑ (στα αγγλικά) από τον εκδοτικό οίκο Kernpunkt Press, γνώρισε μια σημαντική διάκριση αφού μπήκε στα δέκα δημοφιλέστερα βιβλία της κατηγορίας του στα βραβεία Public. Ήταν μια πρώτη αναγνώριση της δυναμικής που έχει  ένα βιβλίο που σιγά σιγά (αφού δεν πρόκειται για εύπεπτη γραφή ούτε έτυχε κάποιας ιδιαίτερης διαφήμισης) βρίσκει το δρόμο του για τους απαιτητικούς αναγνώστες.

Η Αντριάνα Μίνου καταξιωμένη συνθέτις και μουσικός που ζει εδώ και χρόνια στο Λονδίνο, έχει ήδη πίσω της μια αναγνωρίσιμη πορεία και ως συγγραφέας. Είχα την τύχη να αναγνωρίσω το ταλέντο της από την πρώτη κιόλας εκδοτική της προσπάθεια, τα «Παιδικά Νουάρ» που κυκλοφόρησαν το 2013 από τις Παράξενες Μέρες. Ήταν μια σειρά από κείμενα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σουρεαλιστικού ύφους αλλά είχαν εκείνη την παραπάνω …ποίηση, και την πρωτοτυπία που ξεχωρίζει τον πραγματικά σημαντικό συγγραφέα από εκείνον που απλώς υπηρετεί ένα είδος. Όπως και στα επόμενα βιβλία της (Ονειρωρυχείο, Αλλουterra αλλά και το παραμύθι «Ο σκίουρος που εξαφάνισε ένα δάσος») η γραφή της είναι ταυτόχρονα αφαιρετική και λυρική, με απρόβλεπτες δραματικές κορυφώσεις αλλά ταυτόχρονα με πηγαίο χιούμορ και ένα συνεχές παιχνίδι με τις λέξεις τόσο μεγαλοφυές που να μοιάζει απίστευτα απλό.

«Οι Υπέροχοι Νεκροί» είναι μια συνέχεια στην πορεία της, ένα όχημα που διατηρεί τα παραπάνω στοιχεία αλλά τα εξελίσσει χρησιμοποιώντας ως κυρίαρχο μοτίβο ένα μωσαϊκό ιστορικών στοιχείων από διάσημες μορφές το οποίο είναι ταυτόχρονα αληθινό –στο βαθμό που χρησιμεύει ως έμπνευση- και απόλυτα λογοτεχνικό δηλαδή επινοημένο –στο βαθμό που χρησιμεύει για την απογείωση της φαντασίας του συγγραφέα και της απόλαυσης του αναγνώστη. Κλείνοντας κάθε μια από αυτές τις λιγοσέλιδες αφηγήσεις το αληθινό και το επινοημένο απλώς δεν έχει πια σημασία να προσδιοριστούν ακριβώς. Η λογοτεχνία έχει τη δική της αλήθεια και η «επίσημη» ιστορία το δικό της σουρεαλιστικό κομμάτι.

Η συγγραφέας δεν «εκμεταλλεύεται» λογοτεχνικά μιλώντας τους υπέροχους νεκρούς για να κερδίσει τις εντυπώσεις με κάποια αναγνωρίσιμα ιστορικά στοιχεία ούτε ακόμη περισσότερο για να φορτώσει το κείμενό της με ευφυολογήματα. Δεν τα έχει ανάγκη. Οι υπέροχοι νεκροί λειτουργούν απλώς ως αφορμή για να λειτουργήσει η αφήγηση στο συνήθως ονειρικό τοπίο που θέλει να προσκαλέσει τον αναγνώστη της.  Δεν οικειοποιείται άγνωστες λεπτομέρειες για να κεντρίσει το ενδιαφέρον μας αλλά μόνο για να μας συστήσει με τον τρόπο που εκείνη επιλέγει τους διάσημους ήρωές της.

«Εκείνο το απόγευμα έπινα αμέριμνη τον καφέ μου σε ένα παραθαλάσσιο μπαρ και ήρθε και με βρήκε ο Βάγκνερ (…) Όλως περιέργως ο Βάγκνερ είχε όρεξη να μιλήσουμε για μπίζνες αν και οποιοσδήποτε είναι λίγο με τα σωστά του θα έβλεπε από χιλιόμετρα ότι είμαι μάλλον ο πλέον ακατάλληλος άνθρωπος να μιλήσει για κάτι τέτοιο. Μου λέει ότι βαρέθηκε πια να γράφει όπερες κι ότι θέλει να αποσυρθεί στη Βενετία και να ξεκινήσει μια μπίζνα που θα εμπορεύεται αέρια πάσης φύσεως.»

Όταν ο αναγνώστης προχωρήσει λίγο στην αφήγηση των ιστοριών και αφεθεί στη γοητεία της συγγραφικής πένας λίγη σημασία έχει πια το όνομα του διάσημου ιστορικού προσώπου και ο σουρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο θα αναπαρασταθεί η ύπαρξή του. Ο αναγνώστης είναι ήδη συμμέτοχος σε ένα παιχνίδι που δεν αφορά την ιστορία αλλά μόνο την καθαρή λογοτεχνική απόλαυση. Και έτσι κάθε ιστορία ακολουθεί τη δική της απρόβλεπτη διαδρομή, όπως για παράδειγμα σε μια πολιτεία στην οποία (Η εκδίκηση του Κλοκλό) «όλα είναι τέλεια. Οι άνθρωποι αγαπούν και βοηθούν ο ένας τον άλλο. Όλοι έχουν δουλειά και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Οι εραστές δεν λένε ποτέ ψέματα ο ένας στον άλλο και δεν ξεερωτεύονται ποτέ. Ο καιρός είναι πάντα ό,τι πρέπει για την εποχή. Δεν υπάρχει πείνα, ανέχεια, κακία, αρρώστια, βία, δυστυχία. Όλα είναι τέλεια –εκτός από ένα πράγμα όπου σταθείς και όπου βρεθείς (…) υπάρχουν μεγάφωνα και ακούγονται τραγούδια του Κλοντ Φρανσουά γνωστού και ως Κλοκλό. Και τότε μια επαναστατική οργάνωση αναλαμβάνει δράση. Όταν όμως όλα είναι έτοιμα, οι σαμποτέρ διστάζουν από φόβο μήπως δεν αντέξουν την σιωπή. Από τον πραγματικό Κλοντ Φρανσουά υπάρχουν στην ιστορία ο απόηχος των τραγουδιών του και ίσως ένα δυο στοιχεία της προσωπικής του ζωής. Η συγγραφέας δεν έχει σκοπό να βασιστεί στη δική του ιστορία, η αφήγηση είναι πάντα δική της και μάλιστα με έντονο το προσωπικό στοιχείο που κι αυτό τρεμοπαίζει ανάμεσα στο βίωμα και την επινόηση – ίσως ο ηθελημένα παραπλανητικός χαρακτηρισμός: βιωμένη επινόηση θα ταίριαζε εδώ.  

Άλλο παράδειγμα (από την ιστορία Ο Τζακ και η Πατατιά ή η Λερναία Ντήτριχ) : «Ο Τζακ μένει στα Εξάρχεια. Είχε μια πατατιά που την ξερίζωσε. Όταν έσκαψε στη γλάστρα βρήκε μέσα στα χώματα εφτά μικρές Μάρλεν Ντίτριχ με νεγκλιζέ μέσα από την καπαρντίνα. Τώρα κάθε πρωί του φτιάχνουν εφτά ελληνικούς καφέδες και βγάζουν τα εφτά τέλεια κεφαλάκια τους από την μπαλκονόπορτα για να του πουν τι καιρό κάνει. Τα απογεύματα τις πηγαίνει βόλτα στη Μπενάκη κι αυτές κλέβουν για χατίρι του εφτά μπαγιάτικα παγωτά από τον περιπτερά. Κοιμούνται μαζί του κάθε βράδυ στον μικρό καναπέ-κρεβάτι. Πριν ξαπλώσουν βγάζουν τις εφτά καπαρντίνες τους όλες μαζί ταυτόχρονα και ο Τζακ ανατριχιάζει εφτά φορές.

Ένα κλασικό παραμύθι, τα Εξάρχεια και η Μάρλεν Ντήτριχ. Ποιος συγγραφέας δεν θα έμπαινε στον πειρασμό να φτιάξει με αυτά τα υλικά μια ιστορία που θα τραβούσε το ενδιαφέρον του αναγνώστη, θα ικανοποιούσε την περιέργεια με μερικά ερεθιστικά εξωτερικά στοιχεία και θα άφηνε την ιστορία στην εύκολη τύχη της. Η Μίνου μας δίνει απλώς ένα στίγμα για τα ηθελημένα ασαφή όρια στα οποία  θα κινηθεί η αφήγηση και μετά αφήνει τη φαντασία της και το γνήσιο ποιητικό της ταλέντο –σε οποιαδήποτε φόρμα επιλέγει η ποίηση είναι πάντα το αναπόφευκτο βασικό συστατικό της- για να δημιουργήσει τους μικρόκοσμους που την σαγηνεύουν. Το δύσκολο δεν είναι να γράψεις κάτι που θα τραβήξει, φευγαλέα έστω, το ενδιαφέρον του αναγνώστη όταν χρησιμοποιείς ονόματα όπως ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Μότσαρτ ή ο αστροναύτης Γκας Γκρίσομ. Το επίτευγμα είναι όταν τους αφήνεις στην άκρη για να δημιουργήσεις από τις σκιές τους τις δικές σου εκπληκτικές ιστορίες.

Απρόβλεπτη όπως το όνειρο, με πνευματικές ρίζες από τους σουρεαλιστές, τον Αιμέ, τον Κοκτώ, τον Καλβίνο και λιγότερο ίσως την Γουλφ, τον Κορτάσαρ και τους λατινοαμερικάνους του μαγικού ρεαλισμού (επιδράσεις εντελώς αφομοιωμένες σε ένα εντελώς ξεχωριστό ύφος) η γραφή της είναι σίγουρο ότι θα γίνεται ολοένα και πιο αναγνωρίσιμη και από τις πιο αντιπροσωπευτικές της λογοτεχνίας των επόμενων χρόνων στη χώρα μας –θα οφείλει όμως και ένα κομμάτι της επιτυχίας της στην επίδραση ενός περιβάλλοντος μακριά από τις βλαβερές συνέπειες του ελληνικού επαρχιωτισμού.

Είναι άραγε απαγορευτικό ένα βιβλίο γραμμένο με ιδιαίτερο ύφος που δεν κολακεύει τον αναγνώστη ούτε του προσφέρει εύκολες λύσεις να περάσει στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό; Χρειάζεται σίγουρα και τύχη και ίσως τώρα ανοίγει ο δρόμος για να περάσει η γραφή της Μίνου σε ένα ευρύτερο κοινό πέρα από τους «μυημένους» και αυτούς που αναζητούν την πραγματική αναγνωστική απόλαυση της ανακάλυψης του επόμενου μεγάλου συγγραφέα. Είναι απλώς ζήτημα χρόνου και ωριμότητας – του κοινού, όχι της συγγραφέως.  

Γρηγόρης Παπαδογιάννης