Δυο «υπαρξιακά» κείμενα, της Δέσποινας Καρπουζή

Existential Text


Είχα σχεδόν ξεχάσει πόσο βαθιά μου έλειπε εκείνη η παιδική φίλη που χάθηκε από τη ζωή μου πριν λίγους μήνες, μέχρι που χθες το βράδυ το χαλί του σπιτιού μου βράχηκε. Μια απλή στιγμή—μια σταγόνα που έπεσε, μια υγρή επιφάνεια κάτω από τα πόδια μου—και ξαφνικά βρέθηκα αντιμέτωπη με την ίδια τη φύση της απώλειας.

Για καιρό περπατούσα πάνω σε εκείνο το σημείο δίχως να το σκέφτομαι, όπως περπατούσα και μέσα στη ζωή χωρίς να συνειδητοποιώ πόσο δεδομένη ήταν η παρουσία της. Και ύστερα, όταν πάτησα το βρεγμένο ύφασμα, ήταν σαν να πάτησα στο κενό, σαν να έπεσα ξανά στη συνειδητοποίηση πως τίποτα δεν είναι μόνιμο, πως ό,τι αγαπάμε μπορεί να χαθεί, να εξατμιστεί, όπως το νερό που θα στεγνώσει, αφήνοντας πίσω του μόνο την ανάμνηση της ψυχρότητάς του.

Το χαλί αυτό υπήρχε εκεί, ακούσιο μάρτυρας της καθημερινότητάς μου, σιωπηλός σύντροφος που στήριζε τα βήματά μου. Και κάπως έτσι ήταν κι εκείνη—παρούσα, αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου μου, μέχρι που η απουσία της έγινε η μόνη της υπόσταση. Συνειδητοποιώ, λοιπόν, πως δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που χάνονται, αλλά και η αίσθηση του εαυτού μας όπως ήταν μαζί τους. Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι η μεγαλύτερη απώλεια απ’ όλες.

##

Εντός του κενού κατοικώ

Υπάρχει μια ώρα της νύχτας που το σύμπαν μαζεύεται στο μέτωπο — λίγο πριν το ξημέρωμα, όταν όλα έχουν σωπάσει και η ψυχή δεν έχει πού να κρυφτεί. Εκείνη την ώρα υπάρχω πιο καθαρά. Είμαι χωρίς ρόλους, χωρίς καθήκον, χωρίς όνομα. Μια απλή αναπνοή μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.

Όλα τα άλλα είναι κατασκευές: ο χρόνος, οι προσδοκίες, τα πρόσωπα που φοράμε για να αντέξουμε το βλέμμα του άλλου. Κάθε πρωί, με ντύνουν με λέξεις: “καλημέρα”, “πώς είσαι;”, “τι θα κάνεις σήμερα;”. Κι εγώ απαντώ, με τη φωνή κάποιου που προσπαθεί να θυμηθεί πώς είναι να μιλάει ως άνθρωπος και όχι ως σκιά.

Μα η αλήθεια μου ζει αλλού — βαθιά, σε κάτι άγριο και άμορφο. Είναι μια κραυγή που δεν έχει βγει ακόμα από το στόμα, ένα βλέμμα που δεν αντέχει να καθρεφτιστεί, ένα σώμα που κουβαλά μνήμες από κόσμους που δεν έζησε ποτέ.

Δεν θέλω πια να εξηγηθώ. Θέλω να είμαι, χωρίς να χωράω. Χωρίς να χρειάζεται να “ταιριάζω”, να “προοδεύω”, να “ανήκω”. Θέλω να υπάρχω όπως ένα δέντρο μέσα στην ομίχλη — αμίλητο, άγνωστο, αλλά παρόν.

Και ξέρω… αυτό δεν είναι ήσυχο. Είναι επανάσταση.

Γιατί ο κόσμος μας έχει μάθει να μιλά για σιγουριές, για στόχους, για επιτυχίες. Κανείς δεν σε ρωτά «πού κρύβεται η ψυχή σου όταν πονάς;», «πόσες φορές αναστήθηκες σιωπηλά μέσα στην ίδια μέρα;», «σε ποιο βλέμμα διαλύθηκες χωρίς να σε πάρει κανείς είδηση;».

Εγώ υπάρχω στο ενδιάμεσο. Στη ρωγμή ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι.

Εντός του κενού, κατοικώ.

Και το κενό, όταν το αποδεχτείς, δεν είναι άδειο — είναι άπειρο.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ονομάζομαι Δέσποινα Καρπουζή και είμαι πρωτοετής φοιτήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Από μικρή ηλικία με συναρπάζει ο κόσμος της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας και της τέχνης του λόγου. Έχω μελετήσει ενδελεχώς κλασικούς φιλόσοφους όπως ο Νίτσε, ο Βολταίρος και ο Μοντεσκιέ, και με ενδιαφέρει η σύνδεση της ανθρώπινης ψυχής με τη δημιουργική έκφραση.

Έχω συμμετάσχει στην ομάδα «Change the World», ενώ τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι ερασιτεχνικά με την αρθρογραφία, κυρίως σε προσωπικό επίπεδο. Η συγγραφή για μένα είναι ένας τρόπος βαθύτερης σύνδεσης με τον εαυτό και τον κόσμο, και θα ήθελα να συνεχίσω να εξελίσσομαι μέσα από συνεργασίες με λογοτεχνικές ομάδες.

Πίνακας: Θλίψη (1907), του Λιθουανού ζωγράφου, Mikalojus Konstantinas Ciurlionis