το eyelands δημοσιεύει εδώ και δεκαπέντε χρόνια κείμενα από νέους αλλά και καταξιωμένους ποιητές και συγγραφείς. Συνεχίζουμε το ταξίδι μας και αυτό το φθινόπωρο με δύο κείμενα του Γιώργου Σαρρή.
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΗ ΓΗ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ
Ο Γιώργος περπατούσε μόνος στη Γη του Πυρός. Έρημη όπως είναι στ’ αλήθεια, έτσι ήταν και στο μυαλό του. Ούτε φωτιές, ούτε σκάφος να τους πάρει. Ούτε καν εκείνη. Μόνος έφτασε, και μόνος θα έφευγε.
Μόνο μία φωτιά έκαιγε μπροστά του. Την πλησίασε – και τον είδε. Ο Γιανκάν, που τόσο τον είχε συγκινήσει. Ο άνθρωπος που έγινε σκλάβος για ένα κουμπί. Ο JimmyButton.
– Λοιπόν… έφτασες τελικά; ρώτησε ο Ινδιάνος, σχεδόν αδιάφορα.
Σιγά μην είχα φτάσει πουθενά, σκέφτηκα. Ίσως, τελικά, να είχα φτάσει ακριβώς εκεί: στο πουθενά.
– Εμένα όμως γιατί με έφερες εδώ; Δεν ήταν μόνο αδιάφορος ο Ινδιάνος. Ήταν και λίγο θυμωμένος, μάλλον.
-Νόμιζα πως η ιστορία σου είχε κάτι να πει. Πως θα γινόταν γέφυρα με τη δική μου. Νόμιζα πως όλος ο κόσμος έπρεπε να μάθει πόσο βαριά είναι η σκλαβιά.
– Ο δικός σου κόσμος, σίγουρα. Ξέρεις όμως τι χάθηκε από εδώ;
Εμείς τρώγαμε τα στρείδια με τα μαργαριτάρια μέσα, κι αυτά χαρίζαμε στις κόρες μας όταν έπαιρναν άντρα δικό τους.
Ο πατέρας μου δεν ήξερε καν τι του ζητούσαν, όταν του πρόσφεραν το μαργαριταρένιο κουμπί. Δεν ήξερε τι θα πει «σκλάβος». Δεν ήξερε καν να διαβάζει τέτοιες λέξεις.
Οι ξανθοί ξένοι του έκαναν τιμή – έτσι το είδε. Τιμή που ζήτησαν τον γιο του.
Εγώ, ναι, ξέρω τι είναι σκλάβος. Πρώτα δικός τους. Και μετά, δικός μου. Γιατί ακόμα κι όταν γύρισα, ποτέ δεν ήμουν ξανά ελεύθερος.
Και σε ξαναρωτάω: γιατί με έφερες εδώ;
Τέλος πάντων, είπε ο Τζίμι, εκεί είναι η βάρκα που φαντάστηκες — και λίγο πιο πέρα το Κέιπ Χορν, που πρέπει να περάσεις για να νιώσεις ελεύθερος. Θες να φέρω και την κοπέλα; πρόσθεσε, κάπως ειρωνικά.
Όμως, αν μου επιτρέπεις μία παρατήρηση… γιατί όλο αυτό;
Έπρεπε να μπλέξεις τόσους νεκρούς, δυο αρρώστιες, μία κοπέλα, μία ζωή που δεν έζησες — κι εμένα, που άλλη δουλειά δεν είχα από το να σώζω Ευρωπαίους σε απόγνωση; Έπρεπε σοβαρά να τα έχεις όλα αυτά για να νιώσεις ελεύθερος λες?
Σοβαρά τώρα; Ξέχασες πού βρίσκεσαι;
Η ράτσα σου, από τη στιγμή που πίστεψε πως την έδιωξαν απ’ τον Παράδεισο, βάλθηκε να ξεσπιτώνει όποιον άλλον συνάντησε.
Κι εσύ φαντάστηκες εμένα, να σε βοηθήσω να σωθείς;
– Μα εγώ δεν σου έκανα τίποτα! Δεν φταίω εγώ για όσα έγιναν!
– Αλήθεια είναι αυτό. Ούτε εγώ φταίω, ξέρεις. Όμως έγιναν.
Και έγιναν έτσι, που τώρα κάθε ένας που θέλει να ντύσει το πρόβλημά του με όμορφα κουμπιά, φωνάζει εμένα.
– Και τώρα;
– Τώρα, άσπρε φίλε μου, θα σου δώσω το δώρο που ήθελες.
Έπιασε ένα κομμάτι πεγιότ και του το έδωσε.
– Μην με κοιτάς έτσι. Όλα από το μυαλό σου τα πήρες. Πώς αλλιώς;
Αφού ούτε τη λεπτότητα δεν είχες να σκεφτείς, πως τα αγγλικά που ξέρω είναι της εποχής του Σαίξπηρ. Και η γλώσσα των Γιαμάνες; Τριακόσιες λέξεις όλες κι όλες.
Ναι, πεγιότ είπα. Γιατί εδώ που έφτασες, μόνο πετώντας θα φύγεις.
Και παρακαλά να μην κουβαλάς πολλά «αχ» μαζί σου — γιατί ο δον Χουάν είχε δίκιο: με το δεύτερο κομμάτι της ρίζας του πεγιότ, πετάς.
Κι άμα σέρνεις αλυσίδες; Απλά τις κουβαλάς μαζί σου.
ΠΕΣ ΜΑΣ
-Πες μας, Γκανέσα, ελεγαν οι Μοίρες μαζεμένες γύρω του.
Μίλα μας για ασούρα, ψηλούς και σκοτεινούς σαν βουνά.
Πες μας πώς ζήλεψαν το φως και τέντωσαν τα παγωμένα δάχτυλά τους να το φυλακίσουν.
Θέλουμε να ακούσουμε για ντέβα λαμπερούς σαν τον ήλιο.
Πώς πνίγηκαν μέσα στο ίδιο τους το φως.
– Δεν θα σας πω ούτε για ντέβα ούτε για ασούρα.
Θα σας πω για το ντάρμα και το κάρμα των ψυχών που αλυσοδεμένες σε πάθη, ελπίδες, φόβους και όνειρα σέρνουν τον τροχό της Σαμσάρα αιώνια.
Θα σας πω για το φως της στιγμής πριν ενωθούν με το σύμπαν.
Αυτό που λάμπει τη στιγμή που μία από αυτές φτάνει στη Νιρβάνα των βουδιστών.
Τη στιγμή που βλέπει τον Σίβα στην πραγματική του μορφή και γίνεται ένα μαζί του.
Αυτό που οι χριστιανοί ονόμασαν Παράδεισο.
Και οι αρχαίοι Έλληνες Λόγο του Σύμπαντος.
Η Σοφία πέθανε στα 96, πολύ ήρεμα, όπως γέρασε.
Ανάμεσα στα παιδιά και στα εγγόνια της.
Χωριστά από τον άντρα της που την άφησε νωρίς.
Τους κοίταξε μια φορά ακόμα και έκλεισε τα μάτια.
Ο νεκρός δεν θυμάται ότι αυτό το έχει ξαναζήσει χιλιάδες φορές.
Η ψυχή δεν θυμάται το Μπαρντό.
Το ζει κάθε φορά απ’ την αρχή.
Όμως το Μπαρντό ποτέ δεν ξεχνά την ψυχή.
Η Σοφία βρέθηκε μέσα στο φως.
Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις το φως πέρα από τοΜπαρντό με λόγια.
Γιατί αυτό που υπάρχει είναι πέρα από τις αισθήσεις.
Πέρα από τα συναισθήματα.
Είναι ζεστό, αλλά δεν υπάρχει πια η ανάγκη για ζέστη.
Είναι λαμπερό, αλλά δεν υπάρχουν μάτια να το βλέπουν.
Χιλιάδες φωνές τρυφερές μιλούν στην ψυχή που δεν έχει πια αυτιά για να τις ακούσει
– Καλωσόρισες, σε περιμέναμε καιρό, μας είχες λείψει
Δεν υπάρχουν ονόματα
Και ταυτόχρονα υπάρχουν χιλιάδες ονόματα
Όλες οι ψυχές που έχουν φτάσει στο φως σε καλωσορίζουν ανάμεσά τους
Η Σοφία δεν μίλησε.
Κοιτούσε μόνο τη σπηλιά στο βάθος.
Και όσο κι αν την γέμιζε το φως ,δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από εκεί.
Το φως δεν χρειάζεται ερωτήσεις για να απαντήσει.
– Μη, γενναία ψυχή, μην κοιτάς παρακάτω.
Δεν είναι πια για σένα, εσύ δεν έχεις άλλο κάρμα να ξοφλήσεις.
– Δεν θα πάω για αυτό, απάντησε εκείνη, καθώς άρχισε να απομακρύνεται από το φως.
– Δεν μπορείς να σώσεις κανέναν, γενναία ψυχή.
Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι ό,τι κι εμείς.
Να είσαι εδώ,να καλωσορίσεις όσους τελικά βρίσκουν τον δρόμο για την ελευθερία
– Θα σε περιμένουμε ξανά εδώ, Να προσέχεις
Στο επόμενο στάδιο του Μπαρντό η ψυχή ξέρει πού είναι.
Είναι ακόμα ελεύθερη από το σώμα.
Όμως εδώ την περιμένουν οι δαίμονες που πάλευε όσο ζούσε.
Εδώ το κάρμα κατευθύνει τις ψυχές πιο κάτω τις δένει ,πιο βαθιά στη Σαμσάρα.
– Σοφία, της είπε ο Φόβος ,Φοβερός σαν άγρια θάλασσα
Δεν υπάρχει χώρος παρακάτω για τις ψυχές που δεν έχουν κάρμα.
Δεν έχει τίποτα να σου δώσει αυτή η ζωή.
Εκείνη τον χάιδεψε στο μάγουλο. Είχε αρχίσει να μοιάζει με μικρό κοριτσάκι.
Ξανθά πυκνά μαλλιά σπαστά. Μικρά μάτια.
Γενναία όσο όλοι οι ασούρα του κόσμου μαζί.
– Ούτε όταν είχες εξουσία πάνω μου, είχες κάτι για μένα.
Χάθηκε ο Φόβος όπως ακριβώς εμφανίστηκε.
Στο πουθενά.
Η Σοφία προχώρησε στο σκοτάδι σαν να ήξερε ακριβώς πού πατάει.
– Σοφία, της ψιθύρισε στ’ αυτί ο Έρωτας. Μην πας εκεί
Χωρίς κάρμα δεν θα θέλεις τίποτα από κανέναν εσύ. το σώμα σουομώς, δεν θα μπορεί να το καταλάβει
Θα υποφέρεις, Σοφία
Μόνη. Γεμάτη .Πλήρης
Δεν έχω κάτι για σένα εκεί
– Δεν πάω για σένα, απάντησε η Σοφία.
Τον χάιδεψε στην καρδιά με τα δαχτυλάκια της.
Και ο Έρωτας έσβησε
-Μην πας, μάνα, της φώναξε με μια σπαρακτική φωνή παιδιού η Ελπίδα. Σε παρακαλώ, μάνα, μην το κάνεις. Δεν έχεις κάρμα να πιαστώ πάνω σου. Ποτέ δεν θα με κρατήσεις στην αγκαλιά σου. Μην πας.
– Άλλη μια φορά, κορίτσι μου, της απάντησε, και έλαμπε η Σοφία μες στα πιο σκοτεινά μπουντρούμια της ψυχής. Δεν θα έρθεις εκεί, γιατί οι ψυχές που θα γαντζωθούν πάνω μου αναγκαστικά θα είναι έτοιμες να φύγουν πριν καν γεννηθούν. Και δεν πάω για το δικό μου κάρμα, αλλά για το δικό του. Ούτε αυτός θα αποκτήσει παιδιά.
– Σοφία, κανείς δεν θα σε καταλάβει ποτέ εκεί, φώναξαν όλοι μαζί. Δεν θα δουν το φως που θα κουβαλάς μέσα σου – όχι γιατί δεν θα θέλουν. Οι πιο ευαίσθητοι θα έρχονται ξανά και ξανά κοντά σου. Δεν θα το βλέπουν, γιατί δεν είναι για τα μάτια τους. Ακόμα κι αυτός που θα του δώσεις τη ζωή σου, δεν θα καταλάβει τίποτα.
– Αντίο, τους απάντησε εκείνη. Δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ. Οπότε δεν μένει παρά να σας ευχαριστήσω για τις φορές που είχατε κάποια εξουσία πάνω μου.
Προχώρησε. Τόσο γλυκιά, άτρωτη, ελεύθερη. Και τους φίλησε έναν έναν τρυφερά στο μάγουλο.
Πάμε, κορίτσι μου, είπε μια φορά στον εαυτό της. Όχι για να πάρουμε. Μόνο να δώσουμε, αυτή τη φορά.
Η Σοφία διαλογίστηκε. Χωρίς επιθυμίες ,χωρίς πάθη. Της πήρε αρκετή ώρα.
Είδε τη μάνα της και τον πατέρα της στην πιο ιερή στιγμή – όταν η ζωή γεννάει δική της ζωή. Ένιωσε την ανάγκη της μάνας πιο πολύ: να κάνει γερά, καλά παιδιά. Να τα μεγαλώσει καλύτερα απ’ ό,τι μεγάλωσε εκείνη.
Είδε τον πατέρα. Όμορφος ήταν. Πονεμένος. Περήφανος.
Άγγιξε την κοιλιά της μάνας της και μπήκε μέσα στη μήτρα της.
Έκλεισε τα μάτια και περίμενε.
Την έβγαλαν Δήμητρα και έζησε μια ζωή όπως χιλιάδες άλλες. Φτωχή στην αρχή, δύσκολη.
Την έζησε όμως χωρίς να φοβάται τίποτα.Βήμα το βήμα, κόπο τον κόπο. Οι γονείς της έγιναν περήφανοι και οι ξένοι δύσκολα είχαν κακιά κουβέντα για αυτήν.
Έζησε σαν να μην κουβαλούσε βάρη — κι όσο μεγάλωνε, τόσο πιο βαθιά το ένιωθε.
Την πόνεσαν; Αναμφίβολα. Την πρόσβαλαν; Φοβήθηκε; Ναι. Αλλά όχι όπως όλοι.
Το φως μέσα της δεν φοβόταν τίποτα από όσα είχε αυτή η ζωή να της ρίξει στο δρόμο.
Πόνεσε Πολύ. Σίγουρα πιο πολύ απ’ ό,τι της άξιζε, καθώς αυτή δεν χρωστούσε τίποτα στο κάρμα της. Ήταν εκεί για το ντάρμα. Για το καθήκον της κόρης απέναντι στον πατέρα που έφευγε πληγωμένος από την αρρώστια του.
Του φώναξε, όταν του καθάριζε το πόδι το τελευταίο βράδυ – όχι η Δήμητρα, η ψυχή:
-Κουράγιο, Χρήστο. Μην αφήσεις τον πόνο να σε τρομάξει. Ελευθερώσου και ξεκουράσου, πατέρα.
Ήταν εκεί για την μάνα της στο τέλος, να της θυμίζει ότι δεν πήγαν οι κόποι της χαμένοι.
Ήταν εκεί για εκείνον που του έσωσε τη ζωή, κι όμως ποτέ δεν την ένιωσε.
Μόνο στιγμές τον άφηναν τα πάθη που κυνηγούσε μια ζωή να δει ένα κομμάτι από το φως μέσα της.
Τυφλός — και στο φως όπως και στο σκοτάδι.
Κι όμως, τον ακολούθησε. Σε όλο το σκοτεινό του κάρμα, σε όλη του την πάλη.
Πάντα εκεί. Πάντα ακλόνητη. Πάντα φωτεινή.
Τόσο τυφλός, που νόμιζε πως όλα αυτά είναι ψεύτικα.
Τόσο ανόητος, που κόντεψε να την τραβήξει μέσα στο κάρμα του.
Του είπε όχι, όμως. Και χωρίς να ελπίζει σε τίποτα, τον άφησε να προσπαθεί.
Δεν την άγγιζαν όλα αυτά πια. Το σώμα μόνο καμιά φορά επαναστατούσε και έψαχνε κι αυτό τη γαλήνη της ψυχής.
Τότε έπαιρνε τη στάση που είχε στην κοιλιά της μάνας της και κοιμόταν.
Όχι για να ξεχάσει, αλλά γιατί ήξερε ότι δεν υπάρχει τίποτα εδώ για αυτήν. Πως πια δεν θέλει τίποτα απ’ όλα αυτά.
Αλλά πάνω απ’ όλα, γιατί ήξερε πως αυτήν την εμπειρία της μήτρας δεν θα την ξαναζήσει — και απολάμβανε πραγματικά την αίσθηση.
Το μόνο που έκανε ήταν να περιμένει.
Κι αφού είχε πια τελειώσει με όλα τα γήινα, την απασχολούσε όλο και πιο συχνά το βήμα προς τον βαρκάρη, που θα την ξαναπάει στο φως.
Ένιωθε τον πόνο των άλλων, καθώς τους έβλεπε να ζουν αυτό το δύσκολο, τελευταίο βήμα της ζωής. Και ένιωθε όλο και πιο αδιάφορη για όλα.
Αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα. Επαναστατούσε. Τη ζόριζε.
Δεν μπορούσε να τον σώσει – το ήξερε καλά. Ούτε να του δώσει αυτό που έψαχνε.
Όχι ότι δεν ήθελε. Αλλά δεν υπήρχε κάρμα να την τραβήξει.
Και δεν παγιδεύτηκε ούτε μια στιγμή στον ρόλο του σωτήρα.
Ήρθε στη ζωή πλήρης. Και έτσι θα έφευγε — έχοντας ξοφλήσειένα χρέος που η ίδια αποφάσισε ότι ήθελε να χρωστάει.
Την είπαν Δήμητρα. Όνομα αρχαίο.
Όνομα της θεάς της ζωής, της οικογένειας, της γονιμότητας.
Και ήρθε χωρίς να πρέπει, προσθέτοντας μόνο στη ζωή — όχι αφαιρώντας.
Χωρίς να θέλει καμιά ανταμοιβή για τις πράξεις της.
Απλώς έκανε αυτό που ήταν καθήκον της.
Και έτσι όλη της η ζωή έμοιαζε όλο και πιο πολύ με κατόρθωμα.
Αμοιβή — καμία.
Όμως δεν το έκανε γι’ αυτό.
Και ας μην το θυμόταν κανείς εδώ.
Ούτε καν αυτή.
Το έκανε για το Ντάρμα.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ονομάζομαι Γιώργος Σαρρής, γεννήθηκα στα Νέα Μουδανιά Χαλκιδικής και έζησα εκεί ως τα 20. Είμαι 50 ετών. Έχω σπουδάσει Οικονομικά στη Μεγάλη Βρετανία. Ζω και εργάζομαι στον Νέο Μαρμαρά Χαλκιδικής. Αγαπάω τη μουσική, τα ταξίδια και το διάβασμα, και νομίζω ότι αυτά καθόρισαν και τον τρόπο που σκέφτομαι και γράφω.
