GRAND PRIZE PUBLISHED BOOK
Loukas & Lydia and the Secret of the Disk – A.F. Helios/USA
Το ψευδώνυμό του (A.F.Helios) θα έπρεπε να μας έχει βάλει σε υποψίες αλλά μόνο όταν επικοινωνήσαμε μετά τη ανακοίνωση του βραβείου έμαθα ότι όχι μόνο είναι Έλληνας του εξωτερικού αλλά ανήκει και σε μια οικογένεια που έχει προσφέρει δύο πολύ ξεχωριστά ονόματα στην λογοτεχνία μας. Ο Αναστάσιος Φακίνος λοιπόν που από την κατηγορία του παιδικού βιβλίου ψηφίστηκε (ισοψηφία με τον Νικ Κρόφορντ) ως ο μεγάλος νικητής του 2025 είναι ανηψιός της Ευγενίας Φακίνου μιας από τις σημαντικότερες φωνές της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα (και όχι μόνο της γυναικείας όπως συνηθίζουν) αλλά και του Άρη Φακίνου ενός πολύ ξεχωριστού συγγραφέα που διέγραψε τη δική του πορεία εδώ αλλά και στο εξωτερικό καθώς έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες αλλά και εισαχθεί σε προγράμματα πολλών ξένων σχολείων και πανεπιστημίων όπου διδάσκεται η νεοελληνική λογοτεχνία.Να λοιπόν που τα βραβεία μας, ο διεθνής διαγωνισμός βιβλίου ο μοναδικός με έδρα την Ελλάδα και από όσο μπορούμε να γνωρίζουμε ένας από τους ελάχιστους στην Ευρώπη συναντά την ελληνική λογοτεχνία μέσω ενός θαυμάσιου βιβλίου που θεωρητικά ανήκει στην παιδική λογοτεχνία στα παιδιά αλλά όπως όλα τα σημαντικά βιβλία δεν γνωρίζει κατηγοριοποιήσεις.
Μεσολάβησε η καθιερωμένη συνέντευξη του συγγραφέα με ερωτήσεις που στέλνουμε στους μεγάλους νικητές του διαγωνισμού. Εκεί βρήκα ακόμη περισσότερες αφορμές για συζήτηση αν και νομίζω ότι θα ήθελα να μάθω πολύ περισσότερα όταν με το καλό ο συγγραφέας έρθει στην Ελλάδα για να την απονομή του βραβείου του τον προσεχή Νοέμβριο. Για την ώρα, αυτές είναι οι ερωτήσεις μου.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Γρηγόρη Παπαδογιάννη
Ας ξεκινήσουμε από τη ζωή σας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Γεννηθήκατε εκεί; Οι γονείς σας ήταν μετανάστες πρώτης γενιάς;
Όχι ακριβώς. Ο πατέρας μου βρισκόταν στο Παρίσι από τη δεκαετία του ’60. Χωρίς να θυμάμαι πολλά-πολλά από τα πρώτα μου παιδικά χρόνια, βρέθηκα να ξεκινάω τη σχολική μου ζωή γύρω στο ‘80 κάπου στα Μεσόγεια, όπου και τελείωσα το σχολείο. Αργότερα βρέθηκα στις ΗΠΑ για σπουδές, μεταπτυχιακά κλπ.
Και όπως συμβαίνει με πολλούς φοιτητές, το αμερικανικό εκπαιδευτικό και κοινωνικό σύστημα —με όλα του τα καλά και τα δύσκολά του— συχνά προσφέρει περισσότερα από ό,τι μπορεί κανείς να βρει πίσω στην πατρίδα, ειδικά όταν το αντικείμενο είναι πολύ εξειδικευμένο και η αγορά εργασίας περιορισμένη ή και ανύπαρκτη. Έτσι παρέμεινα στη Βοστώνη για αρκετά χρόνια, πριν μετακομίσω νοτιότερα, στο New Jersey, ακολουθώντας εργασιακές ευκαιρίες — και τελικά μια ζωή που, χωρίς να το καταλάβεις, έχει ήδη ριζώσει.
Όπως μου έχετε πει στη μεταξύ μας επικοινωνία, η ψυχή και η καρδιά σας μιλάνε ελληνικά. Πόσο εύκολο είναι αυτό όταν ζείτε και εργάζεστε σε μια άλλη χώρα;
Δεν θα κοινοτυπήσω εδώ εξηγώντας τα “συν” και τα “πλην” της διασποράς. Θα καταθέσω μόνο προσωπικές εμπειρίες. Έχοντας ζήσει και εργαστεί σε αρκετές χώρες, αυτό που κατάλαβα είναι ότι όσο διαφορετικές κι αν είναι οι συνθήκες από τόπο σε τόπο, υπάρχει ένα κοινό νήμα: κάποια πράγματα δεν “μεταναστεύουν” εύκολα από μέσα σου.
Υπάρχουν, βέβαια, εκείνες οι μικρές χαρές που λειτουργούν σαν ανάσα: ένα τηλεφώνημα με έναν φίλο, μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο με κάποιον που μιλάει ελληνικά, η ευχάριστη έκπληξη να βρεις ένα ελληνικό προϊόν στο σουπερμάρκετ, ένα ελληνικό εστιατόριο, ή ακόμα ένα πανηγύρι κάποιας ελληνικής κοινότητας. Όλα αυτά, όσο απλά κι αν φαίνονται, επιβεβαιώνουν ότι η “έλλειψη της πατρίδας” δεν είναι θεωρία — είναι κάτι που το κουβαλάς, κι αυτά είναι μικρές αποδείξεις ότι δεν είσαι μόνος.
Στην ουσία, όμως, στον πυρήνα της σκέψης —και κατά προέκταση της ψυχής— τίποτα δεν είναι ικανό να εκτοπίσει αυτή την προσωπική ταυτότητα του να είσαι και να αισθάνεσαι Έλληνας. Και να σου πω και κάτι που το νιώθεις πολύ καθαρά όταν αλλάζει η φάση της ζωής: άλλο να το ζεις αυτό όταν είσαι μόνος, άλλο όταν έχεις οικογένεια. Όταν είσαι μόνος, η ελληνικότητα είναι κυρίως κάτι που κρατάς για σένα, ένα “εσωτερικό σπίτι”. Όταν όμως έχεις παιδιά, μπαίνει ένα άλλο στοίχημα: όχι μόνο να την κρατήσεις — αλλά να την περάσεις και παρακάτω. Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα, αλλά εκεί αποκτά και πραγματικό βάρος.
Πώς νιώθετε κάθε φορά που επιστρέφετε στην Ελλάδα;
Είναι μια πραγματική μάχη προτεραιοτήτων. Σε τρεις-τέσσερις εβδομάδες πρέπει να δεις όσο περισσότερους γίνεται από οικογένεια και φίλους, να επισκεφτείς όσο περισσότερα μέρη, μουσεία, διαδρομές, και κάπου εκεί να βρεις χρόνο να ξεκουραστείς κιόλας — κάτι που ακούγεται απλό, αλλά συνήθως είναι το πρώτο που “θυσιάζεται”.
Στο τέλος πάντα θα υπάρχει κάτι που ξέχασες ή κάτι που δεν κούμπωσε στο πρόγραμμα. Είναι όμως εξαιρετικά ευχάριστο συναίσθημα η στιγμή που βγαίνεις από το αεροδρόμιο και σε χτυπάει ο αέρας της Ελλάδας: καυτός το καλοκαίρι, ή “ζεστός” τον χειμώνα όταν έρχεσαι από τα μέρη μου, που έχουμε να δούμε θερμοκρασίες άνω του μηδενός από πριν τα Χριστούγεννα… 😀
Υπάρχουν μέρη στην Ελλάδα που έχουν ιδιαίτερη σημασία για εσάς και πιθανώς και για την οικογένειά σας;
Σίγουρα ναι — ίσως όχι όπως θα περίμενε κανείς. Πόλεις, αξιοθέατα, ένα νησί… ναι, όλα αυτά υπάρχουν. Αυτό που μετράει για μένα όμως είναι κάτι πολύ πιο απλό, αλλά ψυχολογικά ανεκτίμητο.
Κάθε φορά που πηγαίνω στην Ελλάδα, θα περάσω σίγουρα από την πρώτη μου γειτονιά. Να δω εκείνο το παλιό νεοκλασικό που πρωτοέμεινα, με το μεγάλο πεύκο ακόμα στη μέση της αυλής να στέκει σαν να πάγωσε ο χρόνος — ακατοίκητο πλέον. Μετά, θα συνεχίσω τη διαδρομή προς το σχολείο μου, το προαύλιο με το τεράστιο “σκάμα”, όπου ακόμα βλέπω τον εαυτό μου να πανηγυρίζει ένα ακόμα γκολ. Και λίγο πιο κάτω, την πλατεία και τη δημοτική βιβλιοθήκη, με το παλιό καφενεδάκι ακόμα εκεί: εκεί που περνούσα ώρες διαβάζοντας και φιλοσοφώντας με αγαπημένους συμμαθητές που προτιμούσαμε τη συζήτηση και το ζεστό καφεδάκι με την αντίστοιχη τυρόπιτα, αντί για τις πρώτες βαρετές σχολικές ώρες.
Αυτή η παρέα υπάρχει ακόμα, και τυχαίνει να είμαστε όλοι διασκορπισμένοι σε όλες τις ηπείρους. Κι όμως, σαν συνεννοημένοι, ανταμώνουμε πάλι εκεί — μόνο που τώρα είναι τα παιδιά μας που σχηματίζουν τις επόμενες ανεξίτηλες αναμνήσεις και σχέσεις. Κατά τα άλλα, η Ελλάδα πάντα έχει κάτι απροσδόκητο να προσφέρει: κάποια ακόμα μυστική παραλία, κάποια καινούρια ορεινή διαδρομή, κάτι που σε κάνει να αισθάνεσαι ως ένας σημαντικός συνδετικός κρίκος μεταξύ του παλαιού και του νέου που έρχεται ανεμπόδιστα.
Πείτε μου κάποια πράγματα για τους συγγενείς σας, την Ευγενία Φακίνου και τον Άρη Φακίνο. Σας επηρέασαν ως λογοτέχνες ή και ως προσωπικότητες στο συγγραφικό σας έργο;
Μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια με μουσικές και συγγραφικές παραδόσεις, αν μη τι άλλο σε βάζει σε μια διαδικασία. Τα παιδιά επηρεάζονται από το παραμικρό που ακούνε ή διαβάζουν, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνουν εκείνη τη στιγμή.
Ο Άρης ήταν πάντα στο Παρίσι, απασχολημένος με τα συγγραφικά του και το ραδιόφωνο, και ήμουν πολύ μικρός για να τον θυμάμαι καλά. Το ίδιο αργότερα και με την Ευγενία, αλλά στα πλαίσια της οικογένειας βρισκόμασταν σε γιορτές, γάμους και κηδείες — τι να κάνουμε, αυτά έχει το “οικογενειακό ημερολόγιο”… 😀
Είχα διαβάσει πολλά από τα βιβλία τους. Από του Άρη, «Το Κάστρο της Μνήμης» είναι από εκείνα που μένουν — και ίσως προφητικό μιας και μιλάει για τους αγώνες των Ελλήνων προκειμένου να διαφυλάξουν τη συλλογική μνήμη, τη γλώσσα και τις παραδόσεις. Από της Ευγενίας, η «Αστραδενή» ήταν για μένα ένα πολύ καθαρό σημείο αναφοράς: βιβλίο που το διαβάζεις μικρός, αλλά σου ανοίγει πράγματα που τα καταλαβαίνεις ξανά όταν μεγαλώσεις. Οπότε ναι — αν και όχι ευθέως, η επιρροή ήταν εκεί. Δεν θα πω το τετριμμένο “στο DNA”, αλλά σίγουρα στα ακούσματα και τα διαβάσματα.
Νιώσατε κάποια στιγμή δέος ή αμφιβολία ότι θα μπορούσατε να σταθείτε αντάξιος σε μια τέτοια οικογενειακή παράδοση;
Το γεγονός ότι απαντάω στη συγκεκριμένη ερώτηση είναι μια ένδειξη ότι κάτι καλό έρχεται. Μετά από το εξαιρετικό ξεκίνημα του πρώτου βιβλίου μου στις ΗΠΑ και την αναγνώριση από τα Eyelands, νιώθω ότι υπάρχει χώρος να σταθεί το έργο μου με τη δική του φωνή.
Η διαφορά είναι πως συνεχίζω να χρησιμοποιώ το καλλιτεχνικό μου όνομα, και ο λόγος είναι απλός: δεν θέλω να μπερδέψω την ακαδημαϊκή και την καλλιτεχνική μου οντότητα — αλλά επίσης δεν θα ήθελα να “κλέψω” αναγνωρισιμότητα μέσω συγγενών. Αν είναι να συμβεί κάτι, θέλω να συμβεί επειδή πραγματικά άξιζε. (Και ναι, το λέω και χαμογελώντας, αλλά το εννοώ.)
Θα ήθελα να μου πείτε με λίγα λόγια την υπόθεση του «Λουκάς και Λυδία και το Μυστικό του Δίσκου».
Πριν απαντήσω, θα πω λίγα λόγια για το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά — όπως ανέφερα και στην αγγλόφωνη συνέντευξη. Ο Λουκάς και η Λυδία μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου το ελληνικό στοιχείο δεν είναι κάτι “αυτονόητο” που το βρίσκεις παντού. Υπάρχει στο σπίτι, μέσα από μένα μόνο μιας και η σύζυγος δεν είναι Ελληνίδα, μετά στο τοπικό ελληνικό απογευματινό σχολείο και στην τοπική κοινότητα, η οποία —όπως και πολλές κοινότητες της ομογένειας— έχει έντονη παρουσία, εκδηλώσεις και ευκαιρίες.
Και υπάρχει και κάτι ενδιαφέρον σε αυτό: ζουν κάτι που στην Ελλάδα δεν το συναντάς εύκολα— Έλληνες ενωμένους, με σκοπό το καλό και την ευημερία της κοινότητας. Με αυτό ως δεδομένο, τα παιδιά της ηλικίας τους έχουν ως βασικούς κρίκους με τη “δεύτερη πατρίδα” τους τη γλώσσα, την ιστορία, τη μυθολογία, αλλά και τις λαϊκές και θρησκευτικές παραδόσεις. Μεγάλο ρόλο παίζει επίσης η συνύπαρξη σε μια κοινότητα Ελλήνων από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, κάτι που δημιουργεί μια πλούσια μίξη πολιτιστικών στοιχείων.
Έτσι από νωρίς ο Λουκάς και η Λυδία άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον για την ελληνική μυθολογία, και καθώς μεγάλωναν για την ιστορία. Εκεί ήταν και η πρώτη φορά που άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι ιστορία και μυθολογία δεν είναι ασύνδετες, αλλά δεμένες με τρόπο περίεργα βαθύ: άλλοτε ο μύθος γεννιέται από την ιστορία, κι άλλοτε η ιστορία γίνεται μύθος όταν περάσει στη προφορική παράδοση των επόμενων γενεών.
Στο «Μυστικό του Δίσκου» —το πρώτο βιβλίο που εκδόθηκε στη σειρά— ο Λουκάς και η Λυδία φτάνουν στην Κρήτη για διακοπές. Κατά τη διάρκεια της ξενάγησής τους στο παλάτι της Κνωσού, η ιδιωτική ξεναγός τους περνάει μέσα από την αίθουσα του θρόνου και προς τα διαμερίσματα. Τότε συμβαίνει το απροσδόκητο: ένας μικροσεισμός, αρκετός όμως, κάνει να καταρρεύσει μέρος του δαπέδου όπου στέκονται και να πέσουν μέσα σε ένα παιδικό δωμάτιο που δεν είχε ποτέ ανακαλυφθεί και δεν το είχε αγγίξει ο χρόνος.
Μέσα στο σκοτάδι, ένας δίσκος παρόμοιος με εκείνον της Φαιστού —αλλά φτιαγμένος από ένα άγνωστο υλικό— αρχίζει να “ζωντανεύει”, με τα σύμβολά του να φωτίζονται σε ακολουθίες. Και όπως φαντάζεσαι, παιδική περιέργεια και τεχνολογία από μια άλλη εποχή δεν είναι καλός συνδυασμός!
Ο δίσκος, τον οποίο ενεργοποιούν αφού καταφέρνουν να αποκωδικοποιήσουν την ακολουθία των συμβόλων βοηθούμενοι από αντίστοιχα σύμβολα πάνω σε μια πήλινη πλάκα, δημιουργεί γύρω τους ένα πεδίο που τους τοποθετεί έξω από τη συνηθισμένη εμπειρία του χωροχρόνου — σε μια κατάσταση όπου, αντί να “ταξιδεύουν” στο χρόνο, γίνονται παρατηρητές. Εδώ να σημειώσω ότι όλες οι επιστημονικές αναφορές στο βιβλίο βασίζονται σε πραγματικές θεωρίες και όχι σε καθαρή φαντασία. Δεν το παρουσιάζω ως απόδειξη, αλλά ως επιστημονικά εμπνευσμένη υπόθεση: ότι ο κόσμος που εξελίσσονται οι περιπέτειες του Λουκά και της Λυδίας είναι μια λεπτή “μεμβράνη” μέσα σε έναν χώρο με περισσότερες διαστάσεις — μια σκέψη που εμφανίζεται από το Kaluza–Klein (KK theory) μέχρι τα μοντέλα brane της Randall–Sundrum. Αν κάτι τέτοιο είναι έστω θεωρητικά δυνατό, τότε ο χρόνος δεν είναι μόνο “πριν” και “μετά”: είναι κάτι που, για μια ελάχιστη στιγμή, μπορείς να το κοιτάξεις απ’ έξω. Αυτό κάνει ο Δίσκος.
Έτσι βρίσκονται στην Κνωσό του 1450 π.Χ. Εκεί συναντούν την Αριάδνη, τον Δαίδαλο, έναν “Μίνωα” που δεν είναι όνομα αλλά τίτλος, και άλλους ήρωες που δεν θα βρει κανείς σε κανέναν γνωστό μύθο. Περιπέτεια, ίντριγκες, απρόσμενες συμμαχίες, ανατροπές — σε ένα σκηνικό όπου ο Δίσκος, σαν να είναι “προγραμματισμένος” από κάτι που χάνεται στο βάθος του χρόνου, επιφυλάσσει εκπλήξεις. Και οι πρωταγωνιστές πρέπει να αξιοποιήσουν τον χαρακτήρα τους και αυτά που τους κάνουν μοναδικούς, ο Λουκάς με τη λογική του, την τεχνολογική του άνεση και εκείνη την επίμονη, σχεδόν επιστημονική περιέργεια που δεν τον αφήνει να προσπεράσει τίποτα “ανοίκειο”, και η Λυδία με την οξυδέρκεια, την ενσυναίσθηση και την ικανότητά της να διαβάζει τους ανθρώπους πριν καν μιλήσουν. Εκείνος βλέπει μοτίβα και μηχανισμούς· εκείνη βλέπει πρόσωπα, προθέσεις και ευκαιρίες. Και ακριβώς αυτή η διαφορά, που στην καθημερινότητα μοιάζει απλώς χαρακτήρας, στην Κνωσό γίνεται εργαλείο επιβίωσης, για να φτάσουν στη λύση που, από την αρχή, τους έφερε εκεί.
Περιγράψτε μου αν θέλετε τη διαδικασία μέχρι να εκδοθεί το βιβλίο σας αλλά και την πορεία που ακολούθησε μετά.
Το βιβλίο είχε ολοκληρωθεί αρκετό καιρό πριν εκδοθεί, και στο μεταξύ εργαζόμουν ήδη πάνω στο επόμενο — το «Λουκάς και Λυδία και η Σκιά της Θήρας», το οποίο χρονικά λειτουργεί σαν προοίμιο της ιστορίας, αν και εκδοτικά ακολουθεί.
Όταν μπήκε σε εκδοτική τροχιά στις ΗΠΑ, η διαδικασία ήταν διαφορετική από ό,τι έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει η έννοια της “πρώτης” και “δεύτερης” έκδοσης με τον ίδιο τρόπο. Το βιβλίο τυπώθηκε αρχικά σε περιορισμένα αντίτυπα, ώστε να παρουσιαστεί ως δείγμα σε αλυσίδες βιβλιοπωλείων, σε online stores και στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, για να λάβει τον απαραίτητο αριθμό καταλογογράφησης για σχολικές, δημοτικές και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες.
Από τις 20 Σεπτεμβρίου 2025 ήταν διαθέσιμο για παραγγελίες. Οι αναγνώστες μπορούν να το προμηθευτούν online — σε πλατφόρμες όπως το Amazon ή το Apple Books, όπου τυπώνεται την ίδια ημέρα και παραδίδεται συνήθως την επόμενη — αλλά και από συγκεκριμένες αλυσίδες, όπως το Barnes & Noble ή το Powell’s Books, είτε από το ράφι είτε με παραγγελία. Σε λιγότερο από έναν μήνα, το βιβλίο εκτός από τις απ’ ευθείας πωλήσεις στο αναγνωστικό κοινό, άρχισε να εμφανίζεται σε σχολικές και δημοτικές βιβλιοθήκες, και το επόμενο διάστημα θα το παρουσιάζω σε σχολεία και βιβλιοθήκες — χώρους όπου, για μένα, ένα νεανικό βιβλίο δοκιμάζεται πραγματικά, γιατί εκεί δεν έχεις απλώς αναγνώστες, έχεις συνομιλητές.
Έχετε και άλλη μια καλλιτεχνική ιδιότητα— είστε συνθέτης. Και μάλιστα γράφετε μουσική για τα μίντια αλλά και βιντεοπαιχνίδια.Πείτε μας λίγα περισσότερα για τη σχέση σας με τη μουσική και το είδος της μουσικής που αγαπάτε.
Η μουσική είναι η βασική μου απασχόληση, με κάποιες ακαδημαϊκές προεκτάσεις. Ξεκίνησε από την παιδική ηλικία, έγινε σπουδή, και στη συνέχεια επάγγελμα. Σπούδασα Μουσική Σύνθεση με δάσκαλο τον αείμνηστο Θόδωρο Αντωνίου, ο οποίος κατείχε την έδρα της Σύνθεσης στο Boston University, ενώ δίδασκε και στην Αθήνα. Εκείνος, έπειτα από λίγους μήνες συνεργασίας, με παρότρυνε να συνεχίσω τις σπουδές μου στη Βοστώνη — και έτσι βρέθηκα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μετά από μακρόχρονη παραμονή, έχοντας ήδη ξεκινήσει επαγγελματική πορεία στη μουσική, η μόνιμη εγκατάσταση και αργότερα η οικογένεια ήρθαν σχεδόν φυσικά. Η σύνθεση για βιντεοπαιχνίδια ξεκίνησε όταν ένα studio στο Τορόντο αναζητούσε συνθέτες που μπορούσαν να γράψουν μουσική σε “αρχαιοελληνικό” ύφος για ένα open-world παιχνίδι που διαδραματίζεται στην Αρχαία Ελλάδα. Για μένα αυτό ήταν οικείο πεδίο, καθώς μεγάλο μέρος των σπουδών μου είχε περάσει από τους αρχαίους ελληνικούς τρόπους και, αργότερα, από την παλαιοβυζαντινή και βυζαντινή μουσική παράδοση.
Έστειλα δείγματα από μουσική που είχα γράψει ως φοιτητής — μεταξύ άλλων, για εκδηλώσεις της «Θεσσαλονίκης, Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης του 1997», με θέματα από τη Βεργίνα και τις Αιγές — και, πριν το καταλάβω, βρέθηκα να συμμετέχω σε ομάδα συνθετών.
Όσο για το τι ακούω, εξαρτάται από τη διάθεση. Μπορεί να είναι από Bach, Vivaldi, Handel, Wagner, Berlioz, Ravel, Satie, Stravinsky, Rachmaninoff και Schoenberg, μέχρι Doors, Led Zeppelin, Metallica και Scorpions. Αυτό που λέω συχνά στους φοιτητές μου είναι ότι δεν υπάρχει “κακό” είδος μουσικής, όσο υπάρχουν άνθρωποι που το αφήνουν να τους αγγίξει.
Έχετε σκεφτεί την εκδοχή του βιβλίου σας ως βιντεοπαιχνίδι;
Ναι. Όλη η σειρά έχει χτιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε, αν κάποτε μεταφερθεί σε διαδραστική μορφή, κάθε βιβλίο να μπορεί να λειτουργεί σαν μια αυτοτελής “αποστολή”, με δική της αρχή, ένταση και λύση, ενώ ταυτόχρονα να κουμπώνει σε ένα μεγαλύτερο αφηγηματικό τόξο που ξεδιπλώνεται σταδιακά.
Η ιδέα δεν είναι απλώς να “παίζεις” την ιστορία, αλλά να ανακαλύπτεις κομμάτια της — να αφήνονται ίχνη από το ένα επίπεδο στο άλλο, όπως συμβαίνει και στα βιβλία. Με αυτή την έννοια, το παιχνίδι δεν θα ήταν απλώς μεταφορά της πλοκής, αλλά ένας άλλος τρόπος ανάγνωσης του ίδιου κόσμου.
Πείτε μου πράγματα που σας γοητεύουν και πράγματα που σας στενοχωρούν όταν έρχεστε στην Ελλάδα.
Με γοητεύει η αίσθηση της ζωής που δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Η καθημερινότητα στην Ελλάδα έχει ένταση, χρώμα, φωνή. Οι συζητήσεις δεν μένουν στην επιφάνεια, οι σχέσεις δεν είναι απλώς “τυπικές”. Υπάρχει μια εγγύτητα — άλλοτε φωτεινή, άλλοτε κουραστική — που όμως σε κάνει να νιώθεις παρών.
Με στενοχωρεί, όταν το συναντώ, μια εύκολη εξοικείωση με το “λίγο”: μια αίσθηση ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν, άρα δεν αξίζει να τα διεκδικήσεις. Κι αυτό με πονά, γιατί ξέρω πόση δημιουργικότητα και ικανότητα υπάρχει. Η Ελλάδα δεν στερείται δυνατοτήτων· συχνά στερείται μόνο την πίστη ότι μπορούν να γίνουν πράξη.
Το φθινόπωρο με πολλή χαρά θα σας υποδεχτούμε στην Ελλάδα για την απονομή του βραβείου. Υπάρχει μέσα σας η σκέψη να γυρίσετε κάποτε εδώ;
Νομίζω πως οι Έλληνες, όπου κι αν ζουν, κουβαλούν πάντα μια ιδέα επιστροφής — ακόμη κι όταν η ζωή τους έχει απλωθεί αλλού. Στη δική μου περίπτωση, δεν το σκέφτομαι ως μια απόλυτη επιλογή, “εδώ ή εκεί”.
Το σκέφτομαι περισσότερο ως μια ισορροπία χρόνου και παρουσίας. Να μπορώ να κινούμαι ανάμεσα στους δύο κόσμους που με έχουν διαμορφώσει, χωρίς να αισθάνομαι ότι εγκαταλείπω τον έναν για να τιμήσω τον άλλον. Γιατί, στο τέλος, ο τόπος δεν είναι μόνο γεωγραφία. Είναι γλώσσα, μνήμη, άνθρωποι — και η δυνατότητα να επιστρέφεις, όχι σαν επισκέπτης, αλλά σαν κάποιος που ανήκει.


