Αυτές τις μέρες που οι κραυγές για δικαιοσύνη απλώνονται σε όλη τη χώρα και παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι που διαμαρτύρονται για το έγκλημα στα Τέμπη και την συγκάλυψή του, ανεβάζουμε ένα ακόμη εξαιρετικό χρονογράφημα της Δέσποινας Μουζουράκη. Είναι ο καλύτερος τρόπος που έχουμε για να υψώσουμε και τη δική μας φωνή μέσα από την ιαματική γλυκόπικρη γραφή της συγγραφέως.
Ανάπτυξη, εξέλιξη ή όλα τσιμέντο
από την Δέσποινα Μουζουράκη
Ακολούθησα τα φθινοπωρινά του μάτια και με οδήγησαν στο μικρό χωριό, με τα πετρόκτιστα σπίτια, τα πλακόστρωτα στενά δρομάκια και την πλατεία με τον πλάτανο. Ξύλινα τραπεζάκια, καρέκλες καφενείου (λίγο άβολες) έπρεπε να παραγγείλω καφέ. Διπλό ελληνικό με ολίγη, είπα (ταιριάζει) για την ώρα αντί για διπλή τσικουδιά. Μου σύστησαν τον πλάτανο και μου είπαν την ιστορία του. Ζούσα από την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, των Γερμανών, τον πασοκατζήδων, των αριστερών, των νεοδημοκρατών, των αγανακτισμένων και λοιπών ερωτευμένων ενηλίκων και παιδιών. Κυκλικοί χοροί σε γάμους βαφτίσια και γλέντια. Πέρναγαν από την πλατεία μηχανάκια με χαλασμένες εξατμίσεις, αγροτικά με άχυρα για τα αρνάκια, ξύλα για τη σόμπα, καρπούζες, πατάτες και λοιπά αγαθά. Άλλαξαν τώρα οι καρέκλες πολλές άσπρες πλαστικές (ήταν πιο άνετες και μεταφέρονταν στοιβαγμένες στις καρότσες των αγροτικών). Μια μέρα με πληροφόρησαν ότι κιτρίνισαν αρκετά φύλλα του πλατάνου κι αναρωτιόντουσαν γιατί άραγε. Μπορεί να έφταιγαν τα αποπλίδια του καφέ, που πέταγε η καφετζού, μπορεί ο Κωστάκης που έκανε ποταμάκι στη ρίζα του δέντρου, μπορεί τα απορρυπαντικά… τέλος συζητώντας οι χωριανοί είπαν να φέρουν το γιο της Παναγιώταινας από το διπλανό χωριό που είχε τελειώσει γεωπόνος. Ίσως να φταίνε, είπανε κάποιοι, τα μπι εν μπι, τα πέτρινα σπιτάκια γίνανε μπι εν μπι, άλλα αγοράστηκαν από ξένους για διακοπές ή για μόνιμη κατοικία (ήταν ωραίο το χωριό). Πουλήθηκαν ωστόσο και οικόπεδα και χτίστηκαν καινούργια σπίτια με τσιμέντο. Αυξήθηκε ο κόσμος, βελτιώθηκαν τα οικονομικά τους, εξελίχθηκαν οι άνθρωποι, έμαθαν να ζουν με τους ξένους και να μιλούν ξένες γλώσσες. Ο Γεωπόνος διέγνωσε τελικά ότι για τα κίτρινα φύλλα του πλατάνου έφταιγε η αλλαγή των παλιών πέτρινων πλακών που είχαν μετακινηθεί όσο μεγάλωναν οι ρίζες και έτσι οι σοφοί άλλαξαν τις πλάκες και για καλύτερα έριξαν τσιμέντο. Όλα τσιμέντο λοιπόν, όλα είχαν μια δικαιολογία και οι ρίζες έπαψαν να αναπνέουν και ξεράθηκε ο πλάτανος. Τα καλύπτει όλα το τσιμέντο -ακόμα και τα Τέμπη.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Δέσποινα Μουζουράκη ζει στα Χανιά. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης. Άρθρα της έχουν δημοσιευθεί στον τοπικό τύπο. Διηγήματα και ποιήματα της έχουν βραβευτεί σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς ενώ με το κείμενό της «Σκλήρυνση κατά πλάκας σε πρώτο πρόσωπο» που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Eyelands ήταν ανάμεσα στα επτά υποψήφια για το καλύτερο Άρθρο του 2011 στην πρώτη διοργάνωση για τα ελληνικά βραβεία στο διαδίκτυο (e-awards). Εδώ και αρκετά χρόνια δραστηριοποιείται στην Ομάδα Αυτοβοήθειας για την Σκλήρυνση κατά Πλάκας Νομού Χανίων. Έχει εργαστεί για μικρά χρονικά διαστήματα ως ζωγράφος, υπάλληλος γραφείου, βοηθός χημικού, εργάτρια σε βιοτεχνία κ.α. Το πρώτο της βιβλίο «Γιορτές και Σκόλες» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ταξιδευτής το 2008.Το δεύτερο ήταν «Τον καιρό της Νοτιάς» και κυκλοφόρησε το 2014 από τις Παράξενες Μέρες.
Η συγγραφέας έχει συνδεθεί με το eyelands.gr (αλλά και με το λογοτεχνικό έντυπο «Φορτέτζα» που προηγήθηκε) και βέβαια με τις Παράξενες Μέρες, αφού το βιβλίο της «Τον καιρό της νοτιάς» ήταν από τις πρώτες μας εκδόσεις το 2014. Πάνω από όλα έχει συνδέσει το όνομά της και το μοναδικό της ταλέντο με την αύρα που αγκάλιασε τις προσπάθειές μας για ένα λογοτεχνικό νησί, σε δύσκολους καιρούς και αφιλόξενους τόπους. Η Δέσποινα Μουζουράκη με την ευαισθησία, το χιούμορ, την τη δύναμη γραφής (και ζωής) που την χαρακτηρίζει ήταν από τους ανθρώπους που μας έδειξαν το δρόμο. Να προσπαθούμε, να επιμένουμε, να αντέχουμε και να συνεχίζουμε χαμογελώντας.
*Η φωτογραφία είναι από τον πλάτανο στο χωριό Κράσι του Ηρακλείου αγαπημένος τόπος διακοπών του Νίκου Καζαντζάκη. Ο πλάτανος έχει ανακηρυχθεί διατηρητέο μνημείο της φύσης, με περίμετρο περίπου 24 μέτρων και ιστορία που ξεκινά 2.400 χρόνια

