Μπλε τετράδια από τη Λάρισα

Δύο κείμενα από το βιβλίο του Γιώργου Αγγελόπουλου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες.

Σύγχρονη γραφή, δυνατή, αιρετική, άλλοτε οργισμένη άλλοτε τρυφερή, συχνά καυστική και σε πολλά σημεία σπαρακτική με ένα επίχρισμα εντελώς ιδιαίτερου χιούμορ, τα «Μπλε τετράδια» περικλείουν όχι μόνο τη Λάρισα αλλά ολόκληρη την επικράτεια όχι μόνο την σουρεαλιστική καθημερινότητα αλλά και την επίγνωση από τη βιωμένη εμπειρία ενός οδυνηρού παρελθόντος.

Από το προσωπικό βίωμα στη πανοραμική θέα μιας δυστοπικής χώρας που εκδικείται αδιάκοπα τα παιδιά της τα «Μπλε τετράδια» περιέχουν τις μικρές μας ιστορίες αλλά και τη μεγάλη οδυνηρή ιστορία των τελευταίων ετών.

Τα «Μπλε τετράδια από τη Λάρισα» είναι τα δικά μας τετράδια είναι το καθρέφτισμα της ζωής μας την οποία καταγράφει ο συγγραφέας δίχως φόβο αλλά με μεγάλο πάθος.

Ο Έρωτας δεν ζει στην γραμμή παραγωγής

Σε ένα απάνθρωπο συσκευαστήριο,

ανάμεσα σε ποταμούς κονσέρβας

που γυάλιζαν, κάτω απ’ το κρύο φως

μιας γυμνής λάμπας, την ερωτεύτηκα.

Καθώς τα άψυχα κουτιά περνούσαν μανιασμένα από μπροστά μας,

στην ασταμάτητη γραμμή παραγωγής,

την έβλεπα να ιδρώνει, να ξεφυσά

και να βαριανασαίνει —

κοιτάζοντάς με λυπημένη, σαστισμένη.

Ήμασταν και οι δυο είκοσι τριών χρόνων,

μα εκείνη έμοιαζε μεγαλύτερη — όπως όλοι μας.

Κι όμως, ήταν πιο όμορφη απ’ όλες.

Τα μαύρα της μαλλιά πάσχιζαν απ’ τον ιδρώτα να υπάρχουν, κολλώντας στο χλωμό της δέρμα. Μια μικρή ελιά στον λαιμό της, την έκανε να μοιάζει ακόμα πιο ανθρώπινη. Εύθραυστη.

Μέσα στους ατμούς της παστερίωσης

και την αγωνία για το νοίκι και το ρεύμα,

φτωχοί, σιωπηλοί και πειθήνιοι εργάτες.

Αύγουστος. Οι συνομήλικοι θα ήταν τώρα μακριά,

σε κάποια γαλάζια θάλασσα, μπροστά απ’ τη φωτιά. Σε μια άλλη νύχτα, όχι στην δική μας.

Οι πυρωμένες λαμαρίνες της σκεπής

έκαναν τον αγώνα μας πιο δύσκολο.

Τις ψυχές μας λυπημένες.

Και οι φτωχοδιάβολοι του τομέα συσκευασίας,

δεν επιτρέπεται να μιλούν στις εργάτριες της παραγωγής.

Θυμάμαι ένα δύσκολο βράδυ με ατελείωτη δουλειά.

Μάτωσε το λευκό, λεπτό της χέρι σε μια λαμαρίνα.

Το αίμα της έτρεξε για λίγο στο βρώμικο

τσιμέντο του δαπέδου. Εγώ τόλμησα και της πρόσφερα το παλιό, βρεγμένο μου μαντήλι.

Φάνηκε η σκιά του επιστάτη και η παραγωγή συνέχισε…

Η γραμμή δε σταματά ούτε για λίγο αίμα,

ή — αλίμονο — για ένα βλέμμα…

Η σειρήνα για διάλειμμα μας χώριζε σε ομάδες —

πάντα κάποιος θα δουλεύει,

στη θέση αυτών που πήγαιναν

για δέκα λεπτά ανύπαρκτης ανάσας.

Κι όταν το αδέκαστο ρολόι της βάρδιας

μας ψιθύριζε — επιτέλους — μηχανικά

άλλη μια χαμένη μέρα,

ήταν πια αργά.

Κι εμείς, πολύ κουρασμένοι,

για να είμαστε άνθρωποι.

Τρεις μήνες, δεν της μίλησα ποτέ.

Ο Αύγουστος έφυγε χωρίς ποτέ να έρθει.

Δεν την ξαναείδα από τότε.

Κι όσο περνούν τα χρόνια, το πρόσωπο της ξεθωριάζει. Σαν το αίμα της

στο πάτωμα, σαν τα νιάτα μας.

Ήταν, στ’ αλήθεια, καλοκαίρι;

Βλέπουν εφιάλτες οι κεραμιδόγατοι;

Με ξύπνησε ένα χτύπημα στη σκουριασμένη πόρτα μου. Το φτωχικό μου ήταν ψηλά, στον μικρό οικισμό. Πάντα ήμουν δύσκολος στον ύπνο και ξυπνάω με το παραμικρό. Τι βάσανο… Γύρω σκοτάδι. Σηκώθηκα και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Τίποτα. Κανείς. Η μοναξιά μου θα μπορούσε να γκρεμίσει και τοίχο.

Γύρισα να ξαπλώσω. Ξανά τα ίδια. Άναψα τον φακό μου. Τα δυνατά φώτα με ενοχλούσαν. Τότε τον είδα. Ήταν ο γάτος μου. Ένα συνηθισμένο γκρίζο ζωάκι που διάλεξε εμένα. Μια πολύ βροχερή νύχτα με αέρα.

Κοιμόταν στο παλιό, φαγωμένο χαλάκι της εισόδου. Χαμηλά ξαπλωμένος, κάτω από τρία σκαλοπάτια. Εκεί είχε περισσότερη ζέστη και ένιωθε ασφάλεια. Μέσα στο καλύβι μου δεν έμενε. Μόνο εγώ άντεχα φαίνεται…

Έμεινα να τον ακούω. Στριφογύριζε και ρουθούνιζε. Έντονα. Ασυνήθιστα. Ο ύπνος του ήταν ανήσυχος. Έμοιαζε με βρέφος — που δεν γνώρισε ακόμα τη ζωή — με πυρετό. Ή μάλλον με κουρασμένο γεράκο, που τον βάρυναν τα ατελείωτα χτυπήματα, λίγο πριν το τέλος του αγώνα.

Γίνεται να βλέπει εφιάλτες; σκέφτηκα. Και τι βλέπει ένας αλητόγατος όταν κοιμάται; Ένα πελώριο ποντίκι. Παίζει μαζί του το παιχνίδι του θανάτου, πριν τον φάει.

Τη Χιονόμπαλα, την πανέμορφη λευκή Αγκύρας του γείτονα. Τον απέρριψε για έναν πεντακάθαρο γάτο ράτσας. Σκυλιά που αλυχτούν, δείχνοντας τα κίτρινα δόντια τους.

Κάποιον άλλο αλητόγατο, με ένα μάτι και κομμένο αυτί — παράσημο από μάχες της νύχτας — να διεκδικεί χώρο που δεν του ανήκει.

Μήπως ότι έχω πεθάνει και δεν θα τον ταΐζω πια; Τα ζώα τα καταλαβαίνουν αυτά. Δεν νομίζω πως νοιάζεται…

Ξεκλείδωσα και άνοιξα. Στριφογυρνούσε. Είχε μαζέψει το πατάκι σαν κουβάρι. Η παλιά, κόκκινη κουρτίνα — μπλεγμένη στα νύχια του. Τον κοίταξα ξανά. Μια αδέσποτη ψυχή που βρήκε απλά τη δική του γωνιά στον κόσμο.

Πήρα λίγη κροκέτα. Μόνο αυτή είχα να προσφέρω… Την άδειασα στο ταλαιπωρημένο γυάλινο πιάτο του, δίπλα. Ο γνώριμος ήχος τον ξύπνησε. Πετάχτηκε πάνω και με κοίταξε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα ζωή. Πιο πολύ απ’ τα δικά μου. Πριν φάει, τρίφτηκε στα πόδια μου. Με εμπιστοσύνη.

Καθώς με παρατηρούσε,

νόμισα πως είδα τον πρώτο μου γάτο.

Έναν όμορφο καφέ με λευκές ρίγες, που γεννήθηκε σε μια πλαστική λεκάνη. Στην παλιά μου αποθήκη. Του έδωσα ανθρώπινο όνομα. Νώντας. Έζησε δύο χρόνια κοντά μου.

Έλειψα για μέρες. Όταν γύρισα το σπίτι ήταν άδειο. Πάλι.

Δεν έμαθα ποτέ τι έγινε.

Η αμφιβολία είναι χειρότερη από τη βεβαιότητα.

Έκανα πως δεν με πείραξε. Όμως οι νύχτες έγιναν πιο δύσκολες…

Οι άνθρωποι μάλλον δεν καταλαβαίνουν πόσο σπουδαία συντροφιά είναι ένα ζώο…

Αυτήν τη φορά, δεν τόλμησα να τον βαφτίσω. Ήταν απλά “γάτος” ο γάτος…

Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά ένιωσα μια συγκίνηση. Εγώ, ο σκληρός μοναχικός. Σαν να ήμουν άνθρωπος και πάλι. Για λίγο. Τον χάιδεψα. Ανέβηκε τα σκαλιά και άρχισε να μασουλάει με θόρυβο.

Πήγα στο κουζινάκι μου. Τα μπουκάλια ήταν πάντα εκεί. Με κοίταζαν. Το σκέφτηκα για μια στιγμή. Ήμουν κουρασμένος. Δεν έβρισκα κανένα νόημα…

Το χέρι μου πήγε μηχανικά προς το μπουκάλι. Ξαφνικά σταμάτησε. Όχι από δύναμη. Από αδιαφορία. Ήξερα τι με περιμένει αν ξεκινούσα.

Έβαλα ένα μεγάλο ποτήρι νερό και βγήκα. Κάθισα σε μια παλιά, ψάθινη καρέκλα που έτριξε. Ο μοναδικός μου φίλος ξάπλωσε δίπλα μου. Ένα ήρεμο αεράκι φυσούσε, χωρίς υγρασία.

Κοίταξα τον ουρανό. Ένα αεροπλάνο. Άκουσα τον θόρυβο και είδα τα φωτάκια του να αναβοσβήνουν. Κάποιοι ταξίδευαν, τουλάχιστον.

Κάτω, στην Εθνική οδό, λίγα φώτα. Τα  αυτοκίνητα τραβούσαν τον δρόμο τους.

Όλοι πηγαίνουν κάπου. Εγώ, εδώ. Κάθε βράδυ, η ίδια πτήση πάνω απ’ το καλύβι. Το ίδιο πέρασμα στην εθνική. Δεν με προσπερνούν. Με αφήνουν πίσω — ευγενικά. Ήρεμα.

Στο απέναντι χωριό, μερικά τακτοποιημένα, ήρεμα σπίτια. Μακρινές, λαμπερές κουκίδες.

Είχε ησυχία.

— Δεν είναι όμορφα; Του είπα.

Δεν απάντησε. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε;

Εγώ δεν κοιμόμουν, κι αυτός είχε εφιάλτες. Ήμασταν καλή παρέα.

Ο μοναχικός και ο κεραμιδόγατος.

Κόντευε 3:30 το βράδυ. Τέλος Οκτώβρη.

Ούτε φθινόπωρο πια. Ούτε νύχτα. Μονάχα ένα ενδιάμεσο σκοτάδι, λίγο πριν αρχίσει ξανά ο κόσμος.

Με όλα τα όνειρα και τους εφιάλτες του.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Γιώργος Αγγελόπουλος ζει στη Λάρισα και δουλεύει ως ιδιωτικός υπάλληλος — κάτι που του προσφέρει μια εύθραυστη σταθερότητα, αλλά κυρίως άφθονο υλικό για γκρίνια, άγχος και ιστορίες.

Γράφει χωρίς καμία επίσημη κατάρτιση· στην πραγματικότητα, η μοναδική του τεχνική είναι να γεμίζει ένα μπλε σχολικό τετράδιο με ό,τι περνάει από το μυαλό του, ελπίζοντας πως αργά ή γρήγορα όλα αυτά θα αποφασίσουν να βγάλουν κάποιο νόημα.

Προτιμά τις παραλίες τον χειμώνα και τα βουνά το καλοκαίρι (ναι, το κάνει ανάποδα, επίτηδες), και ονειρεύεται πως κάποια μέρα θα μάθει να ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά — χωρίς να σκοντάφτει κάθε τρεις και λίγο σε σπασμένα πεζοδρόμια και ξεχασμένες σακούλες σκουπιδιών.

Το πρώτο του βιβλίο είναι το αποτέλεσμα αυτής της ειλικρινούς, πεισματάρικης και ελαφρώς ανορθόδοξης προσπάθειας.