Το χέρι του Θεού, ένα διήγημα από την Επιλογή eyelands

Το eyelands συνεχίζει τις δημοσιεύσεις των διηγημάτων που διακρίθηκαν με την «επιλογή eyelands» στον 5ο διεθνή διαγωνισμό.

Θα υπάρχει μια ανάρτηση διηγήματος από την επιλογή κάθε δυο εβδομάδες. Οι δημοσιεύσεις. Θα ολοκληρωθούν τον Ιούλιο όταν θα έχει κλείσει και ο 6ος διαγωνισμός.//

επιλογή

Το διήγημα που έχει σειρά:

«Το χέρι του Θεού»,του  Αναστάσιου Μπογιάρη

Ο ήλιος δεν είχε ξεπροβάλει στον ορίζοντα και η νύχτα σκληρή. Άπονη. Δεν έλεγε με τίποτα να παραδώσει τα κλειδιά της στην ημέρα. Τα κρατούσε σφιχτά στην χούφτα της σαν να ήταν πολύτιμα πετράδια και δεν ήθελε με τίποτα να τα χάσει.
Το ξυπνητήρι χτυπούσε ανελέητα, κάθε 5 λεπτά από τις 6:30. Κάθε πρωί ο Γιάννης έκανε τα ίδια πράγματα. Έτσι και σήμερα σηκώθηκε. Πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και να ετοιμαστεί για την δουλειά. Έριξε κρύο νερό στο πρόσωπο του για να ξυπνήσει παρόλο που ήταν Δεκέμβρης μήνας και είχε τσουχτερό κρύο. Με νωχελικές κινήσεις άνοιξε το ντουλάπι όπως κάθε μέρα την ίδια πάντα ώρα και πήρε την οδοντόβουρτσα του για να πλύνει τα δόντια του. Κάθε φορά ασυναίσθητα μετρούσε πόσες φορές κινεί την οδοντόβουρτσα ανάμεσα στα δόντια, έτσι και σήμερα. Είκοσι πέντε φορές πάνω κάτω και δεξιά αριστερά για ένα ολόκληρο λεπτό. Πάντα με τον ίδιο ρυθμό. Πάντα με τις ίδιες κινήσεις. Πέντε βήματα από το μπάνιο ως την κουζίνα και δυο μεγάλα βήματα από το τραπέζι ως το ψυγείο. Με γρήγορες κινήσεις το ανοίγει. Πιάνει το βούτυρο και το βαζάκι με την μαρμελάδα φράουλα. Ανέκαθεν του άρεσε η φράουλα. Αρχίζει να τα αλείφει στις δυο φρυγανιές και με τρεις δαγκωματιές τελειώνει την πρώτη φρυγανιά και γρήγορα ξεκινάει για την δεύτερη. Κάθε φορά μασάει την φρυγανιά 30 φορές, όχι για κάποιο ιδιαίτερο λόγο αλλά επειδή άκουσε κάπου στην τηλεόραση πως μασώντας την τροφή πολλές φορές ξεγελάς την πείνα σου. Τον εαυτό του ξεγελούσε μόνο όλα αυτά τα χρόνια αλλά δεν ήθελε να το συνειδητοποιήσει.
Ο ουρανός μαύρος. Η παγωμένη βροχή που πέφτει θερίζει τις στέγες των σπιτιών και ο δυνατός αέρας δεν αφήνει περιθώρια στις ομπρέλες που ανοίγουν η μία μετά την άλλη. Σαν πολύχρωμα μανιτάρια σε δάσος. Οι βροντές και οι αστραπές που πέφτουν συμπληρώνουν το σκηνικό και όλοι τρέχουν να προλάβουν κάτι. Βρεγμένα παπούτσια, μουσκεμένα ρούχα, μαλλιά και καθόλου υπομονή. Όλοι τους βιαστικοί, χωρίς χαμόγελο και το κυριότερο χωρίς ελπίδα.
Ο Γιάννης έχοντας κάνει 253 βήματα από το σπίτι ως τον σταθμό του ηλεκτρικού στον Άγιο Ελευθέριο κατάφερε να στριμωχτεί με δεκάδες άλλους βρεγμένους επιβάτες. Όλοι είχαν την ίδια έκφραση στο πρόσωπο τους. Όλοι έμοιαζαν με βρεγμένες σαρδέλες που μόλις κάποιος τις είχε αλιεύσει. Μάτια κόκκινα και μαύρες σακούλες διαγράφονται κάτω από τα μάτια τους. Σημάδια που μαρτυρούν την κούραση, την καθημερινή πίεση και το άγχος. Οι πόρτες ανοίγουν-κλείνουν και οι άνθρωποι σαν προγραμματισμένα ρομποτάκια αποβιβάζονται στον προορισμό τους.
Ύστερα από 5 λεπτά και 43 δευτερόλεπτα ο Γιάννης φτάνει στην Ομόνοια και μόλις οι πόρτες ανοίγουν τρέχει προς την έξοδο. Σε 6 λεπτά θα πρέπει να χτυπήσει την κάρτα του στην εταιρεία που δουλεύει και όπως υπολογίζει αν δεν σταματήσει σε κάποιο φανάρι θα είναι εκεί σε 5 λεπτά και 32 δευτερόλεπτα. Όλα τα έχει υπολογίσει, όλα τα υπολόγιζε χρόνια τώρα σαν κάποιος να τον είχε προγραμματίσει από την στιγμή της γέννησης του να μετράει και να ξανά μετράει το κάθε του βήμα, το κάθε του λεπτό.
Βρεγμένος από την κορυφή ως τα νύχια μπαίνει στο γραφείο του και με γρήγορες κινήσεις αφήνει το παλτό και την τσάντα του πάνω στην καρέκλα και ανοίγει τον υπολογιστή. Στρώνεται αμέσως στην δουλειά χωρίς δεύτερη σκέψη. Η εταιρεία του, ανέλαβε πρόσφατα ένα καινούργιο project και ο διευθυντής του, του ανέθεσε να βοηθήσει τους υπαλλήλους στο σάρωμα διαγραμμάτων. Πρέπει καθημερινά να σαρώνει 200 διαγράμματα προκειμένου να παραδοθεί το project στον απαιτούμενο χρόνο. Συνεπώς ο Γιάννης υπολόγιζε πως αν σάρωνε κάθε 2 λεπτά μέσα σε 8 ώρες θα είχε βγάλει 240 σαρωμένα διαγράμματα, αλλά αν υπολογίσεις και το διάλειμμα του και τις απρόβλεπτες καταστάσεις έβγαινε εκτός στόχου.
Όλη του η ζωή ήταν αριθμοί. Αν το ήξερε πως έτσι θα ήταν η ζωή του όταν θα μεγάλωνε θα δήλωνε στο μηχανογραφικό του το τμήμα Μαθηματικών ή κάποιο τμήμα λογιστικής. Ένιωθε να χαραμίζετε 4 ολόκληρα χρόνια σε αυτή την εταιρεία, αλλά είχε εισχωρήσει και σε αυτόν αυτό το επικίνδυνο, δηλητηριώδες αέριο που κυκλοφορεί παντού στον κόσμο. Η ΡΟΥΤΙΝΑ. Το αντίδοτο για αυτήν την ύπουλη αρρώστια υπάρχει αλλά είναι δύσκολο να ξεφύγει κάποιος αν τυχόν και πέσει στα χέρια αυτής της λησταρχίνας, της ρουτίνας, που σαν ληστής έρχεται και σου κλέβει την ζωή, τις στιγμές. Κάποιοι την ονόμασαν σαν το νούμερο ένα ναρκωτικό του 21ου αιώνα που πολλοί άνθρωποι έχασαν και θα χάσουν την ζωή τους από αυτό το καινούργιο είδος ναρκωτικού.
Το γραφείο του είναι μικρό. Σκοτεινό με ένα μόνο μικρό παράθυρο που βλέπει σε τοίχο. Σιωπηλό σαν τάφος. Ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι ο ήχος από το μηχάνημα του σαρώματος και ο ήχος του χαρτιού όταν το διπλώνει. Στον τοίχο είναι κρεμασμένος ο «ρουφιάνος» του γραφείου, το ρολόι. Ο πιο στυγερός εγκληματίας της ζωής. Σου παίρνει την ζωή και μετά σου δείχνει πόσο χρόνο έχασες, πόσα χρόνια έχασες από την ζωή σου και στα δείχνει όλα με ακρίβεια. Ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα, κλάσματα του δευτερολέπτου, όλα είναι εκεί στους καταραμένους λεπτούς δείκτες. «Καταραμένη η στιγμή που κάποιος έκανε αυτή την ανακάλυψη», είπε από μέσα του ο Γιάννης καθώς με το ένα χέρι έπινε τον καφέ του και με το άλλο πατούσε το start για να ξεκινήσει το σάρωμα του χαρτιού.
Διαγράμματα, χάρτες, και έγγραφα με ένα σωρό υποθέσεις που απαιτούσαν άμεσες λύσεις, απλώνονταν σε όλο το γραφείο και σε κάθε ελεύθερη γωνιά. Όλα ένα τεράστιο κουβάρι μες στο μυαλό του Γιάννη και ο μίτος της Αριάδνης δεν υπήρχε πουθενά. Έψαχνε μάταια μια άκρη να πιαστεί γερά για να βγει από τον λαβύρινθο που άθελα του είχε μπει. Τίποτα όμως. Πουθενά ο μίτος. Πουθενά και η Αριάδνη.
Φίλοι ελάχιστοι. Συνάδελφοι ανύπαρκτοι. Άνθρωποι πουθενά. «Μα που πήγαν όλοι;» σκέφτονταν, όμως απάντηση καμία. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον, να του πει τι αισθάνεται. Έψαχνε να βρει ένα χέρι πονετικό να τον κρατήσει, να του δείξει τον δρόμο. Τίποτα. Κανείς. Είχε πιάσει πάτο.
Μόνος τα τελευταία χρόνια. Προσπαθούσε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που βγήκε για καφέ με φίλους, που πήγε για ποτό το βράδυ ή βγήκε κάποιο ραντεβού με κοπέλα. Μόνη συντροφιά όλα αυτά τα χρόνια τα βιβλία του. Διάβαζε συνέχεια βιβλία ψυχολογίας και φιλοσοφίας. Ήθελε να μάθει για τους ανθρώπους, για το πώς σκέφτονται και πως αντιδρούν. Τελευταίο απόκτημα της βιβλιοθήκης του ήταν το βιβλίο του Άλαν Πις για την γλώσσα του σώματος. Το διάβασε σε μια εβδομάδα και στην συνέχεια παρατηρούσε τις κινήσεις των ανθρώπων σε κάθε του ευκαιρία. Τώρα όλα αυτά του φαίνονται χαζά, χάσιμο χρόνου. «Μα καλά πως άφησα τον χρόνο να χαθεί έτσι μέσα από τα χέρια μου», σκέφτονταν και μελαγχολούσε περισσότερο.
Η επιστροφή από την δουλειά στο σπίτι το ίδιο επώδυνη. Κατηφορίζει την Πειραιώς και παρατηρεί τους ανθρώπους που τον προσπερνούν. Τρέχουν πάντα σκυφτοί και βιαστικοί. Θέλει να χαθεί μέσα στο πλήθος, μέσα στην βουή της πόλης που ο καθένας είναι μόνος του. Η μοναξιά τον τυλίγει. Τον πνίγει. Με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα στο κενό συνεχίζει να περπατά ώσπου φτάνει Πειραιώς και Μενάνδρου. Περιμένοντας το φανάρι να ανάψει πράσινο το βλέμμα του πέφτει στο graffiti που είναι στον απέναντι τοίχο. Ένα τεράστιο χέρι στον τοίχο μια πολυκατοικίας. Το χέρι που αναζητούσε. Που λαχταρούσε να βρει για να πιαστεί και βγει από τον λαβύρινθο της ζωής που τον έριξε εκεί η ίδια η ζωή. «Το χέρι του Θεού», σκέφτεται από μέσα του. Κάθεται και το χαζεύει. Αφαιρείται για λίγο. Οι κόρνες των αυτοκινήτων τον επαναφέρουν στην τάξη. Τον βγάζουν από την αδράνεια αυτή και συνεχίζει τον δρόμο του. Όχι όμως προς το σπίτι του. Είναι Παρασκευή και θέλει να κάνει κάτι διαφορετικό. Αλλάζει πορεία και αντί προς το μετρό τα βήματα του τον οδηγούν στο Ψυρρή. Το παλιό αγαπημένο στέκι του για χρόνια. Χάνεται στα στενά σοκάκια και στις μυρωδιές από τα μαγαζιά που υπάρχουν σε κάθε γωνιά και πλημυρίζουν κόσμο που τρώει και γλεντάει.
Κάθεται στην καφετέρια απέναντι από την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων και ψάχνει να βρει μια γωνιά. Μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων. Δεν θέλει να τον βλέπει κανείς. Τελικά βρίσκει. Δίνει την παραγγελία του στον σερβιτόρο και περιμένει τον freddo cappuccino χαζεύοντας έξω από το παράθυρο. Ο ουρανός ξανά μαύρος και οι πρώτες δειλές ψιχάλες δίνουν την θέση τους σε μια δυνατή νεροποντή.
Για μια στιγμή κλείνει τα μάτια. Πόσες φορές ονειρεύτηκε τον εαυτό του σαν τον Πήτερ Παν. Να μπορεί να πετάει. Να μην μεγαλώνει ποτέ και να ζει μαζί με τους φίλους του στην χώρα του ποτέ. Ανέμελος. Σε αυτή την χώρα που πάντα θα ήταν ευτυχισμένος και που πάντα το καλό θα ήταν ο τελικός νικητής. Θα υπήρχε μόνο φως και καθόλου σκοτάδι. Πουθενά σκοτάδι. Ούτε καν στις ψυχές των ανθρώπων. Ο ίδιος θα ήταν ο ήρωας της κάθε ιστορίας.
Ο καφές τελείωσε. Τελείωσε και ο χρόνος του στην καφετέρια. Σηκώνεται και βγαίνει έξω στην βροχή. Δεν τον νοιάζει τίποτα πια. Ούτε η βροχή που του έχει μουσκέψει το κορμί και την ψυχή, αλλά ούτε και τα βλέμματα των περαστικών που τον κοιτούν καθώς περπατά. Με αργά και σταθερά βήματα αλλά πάντα μετρώντας τα φτάνει στην Ακρόπολη. Η Ακρόπολη άδεια. Κόσμος πουθενά. Ησυχία. Μόνο ο ήχος της δυνατής βροχής που πέφτει ακούγεται. Φτάνει στην άκρη ενός ψηλού σημείου και κοιτάει κάτω τον γκρεμό. Βρεγμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Σηκώνει το βλέμμα του στον ουρανό και ψάχνει να βρει το χέρι του Θεού που θα τον σώσει, έστω και την τελευταία στιγμή. Το μυαλό του θολό. Χάνεται στο παρελθόν. Σε στιγμές που χάθηκαν. Ευκαιρίες που άλλες τις άφησε να φύγουν και άλλες που του γλίστρησαν μέσα από τα χέρια. Συνειδητοποιεί για πρώτη φορά πως τόσα χρόνια ήταν εγκλωβισμένος μέσα σε μια γυάλα. Παγιδευμένος ανάμεσα στα πρέπει και στα θέλω του.
Τώρα ήταν στα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου. Τρία βήματα τον χώριζαν μόνο από την ζωή. Τρία μικρά μόνο βήματα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έκλεισε τα μάτια του και ξεκίνησε για τελευταία φορά να μετράει τα βήματα του. Ο δυνατός αέρας που φυσούσε έκανε τα μαλλιά του να χορεύουν σαν τρελά στον ρυθμό αυτόν. Του έδινε δύναμη και κουράγιο να συνεχίσει τα βήματα. «Τρία μόνο βήματα και μετά τέρμα το κρυφτό, η άθλια και άχρωμη ζωή μου», έλεγε συνέχεια στον εαυτό του. Στην καινούργια του ζωή θα ξεκινούσε από την αρχή, χωρίς αριθμούς, χωρίς όρια και κυρίως χωρίς πρέπει. Έκλεισε τα μάτια και ξεκίνησε το μέτρημα.
Αισθάνεται ελεύθερος καθώς πέφτει. Απόλυτη ελευθερία και χαρά, αλλά μόλις το σώμα του έρχεται σε επαφή με το χώμα νιώθει τον πόνο. Δυνατός. Ανελέητος. Στα αυτιά του φτάνει ο ήχος από τα κόκκαλα του που σπάνε. Είναι σαν να ακούει τις χαλασμένες χορδές ενός πιάνου σε συνδυασμό με τύμπανα. Ο θόρυβος είναι τόσο εκκωφαντικός. Νιώθει τα μάτια του να πετάγονται έξω και την καρδιά του να σπάει σε χίλια κομμάτια. Φωνάζει δυνατά. Απελπισμένα. Ουρλιάζει σαν ζώο. Σαν λύκος που αλυχτάει, σαν σκυλί που πονάει. Νιώθει και αισθάνεται τα πάντα. Φοβάται. Αίματα παντού. Στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια και στο χώμα γύρω του. Εύχεται να σταματήσει το μαρτύριο αυτό.
Ξυπνάει μούσκεμα στον ιδρώτα και συνειδητοποιεί πως ήταν ένας εφιάλτης. Από το κρεβάτι του νιώθει ακόμα τον πόνο σε όλο του το κορμί. Παίρνει βαθιές και αργές ανάσες. Μόλις ηρεμεί σκέφτεται τι έγινε. Χθες, μετά τον καφέ στην καφετέρια, έφυγε γρήγορα τρέχοντας προς το μετρό για να γλιτώσει από την βροχή. Έφτασε λαχανιασμένος και μούσκεμα στο σπίτι του. Γδύθηκε και έπεσε κομμάτια στο κρεβάτι του.
Κοιτάζει γύρω του. Μια ηλιαχτίδα έχει καταφέρει να τρυπώσει μέσα από το παντζούρι του. Σηκώνεται και πηγαίνει στο μπάνιο χωρίς να μετρήσει. Ρίχνει ζεστό νερό στο πρόσωπο του για να συνέλθει. Δεν πλένει τα δόντια του και δεν πηγαίνει στην κουζίνα μετρώντας τα βήματα του. Κατευθύνεται προς το δωμάτιο του και ανοίγει την ντουλάπα του. Ψάχνει να βρει ανάμεσα στα ρούχα του εκείνα τα φωτεινά χρώματα που τα είχε καταχωνιάσει κάτω-κάτω πριν ξεκινήσει να φοράει μαύρα και γκρι. Βρίσκει ένα μπλε πουλόβερ και ένα σκισμένο τζιν στο γόνατο, δώρο μιας παλιάς φίλης. Ντύνεται γρήγορα. Παίρνει πορτοφόλι, κλειδιά και κλείνει την πόρτα του σπιτιού του.
Είναι Σάββατο και ο ήλιος λάμπει στον ουρανό. Η χθεσινή μπόρα έχει σταματήσει, φαίνεται ο ήλιος πήρε ξανά τα κλειδιά από την βροχή και τώρα λάμπει νικητής στον απέραντο γαλάζιο ουρανό. Ο ήλιος, ο κλειδοκράτορας του ουρανού χαμογελά σε όλους. Ο Γιάννης φοράει τα γυαλιά ηλίου και σηκώνει το βλέμμα του ψηλά. Δεν βλέπει το χέρι του Θεού, αλλά ξέρει πως υπάρχει. Το ξέρει γιατί χθες το βράδυ τον τράβηξε πίσω. Τον κράτησε στην ζωή.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Μπογιάρης Αναστάσιος γεννήθηκε τον Μάιο του 1988 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αθήνα στην σχολή Τεχνολογίας Τροφίμων και Διατροφής στο τμήμα Οινολογίας & Τεχνολογίας Ποτών. Από μικρή ηλικία είχε το μικρόβιο της συγγραφής. Ασχολείται χρόνια με την συγγραφή διηγημάτων και μυθιστορημάτων σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ. Τον Δεκέμβριο του 2014 πήρε το Α΄ Βραβείο κοινού στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος του Diavasame. gr με το διήγημα του «Το ρολόι χτυπάει πάντα στις 8». Το διήγημα του κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Momentum με τίτλο δείπνο για δώδεκα και περιλαμβάνει τα διηγήματα όλων των διακριθέντων.

Τα διηγήματα αυτά, μαζί με τα πρώτα βραβεία από το ελληνικό και το διεθνές τμήμα που θα δημοσιευθούν στο τέλος είναι τα μόνα από το διαγωνισμό που θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα.

Τα διηγήματα της μικρής λίστας μπορείτε να τα βρείτε στη συλλογή «Ιστορίες στα όρια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες-

Η  σειρά ανάρτησης των επόμενων ιστοριών:

 

Αστικά Φαράγγια – Εμμανουήλ Πάσουλας

Συνάντηση στα όρια δύο κόσμων – Ισίδωρος Μαυρογεώργης

Η Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης – Χριστίνα Δεμερτζίδου

Λούκουλος – Κωνσταντίνος Αυγερινάκης

Μηνύμα τα: S.O.S! – Νατάσσα Θάνου

Asphyxia -Γεωργία Μαμά

Φαύλος κύκλος – Άννα Καρακατσάνη

Υπάρχει τρόπος – Φώτης Πάλλης

Advertisements