βραβευμένα διηγήματα: Οι πεταλούδες της Ελπίδας

 Συνεχίζουμε τη δημοσίευση βραβευμένων διηγημάτων από τους πρόσφατους διαγωνισμούς του eyelands. Σειρά έχει το διήγημα -Οι πεταλούδες της Ελπίδας– της Σοφίας Νικολιδάκη – που πήρε βραβείο στον 7ο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος (διεθνές τμήμα) με θέμα »Παράξενοι Έρωτες».

Θα ακολουθήσουν και τα πρώτα βραβεία του διεθνούς και του ελληνικού τμήματος αλλά και το μεγάλο βραβείο από τον 1ο διεθνή διαγωνισμό σύντομου διηγήματος (αγγλόφωνες συμμετοχές μόνο) μεταφρασμένο στα ελληνικά.

7ος διεθνής διαγωνισμός διηγήματος

ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
(ελληνικό τμήμα)

                                          Σοφία Νικολιδάκη – Οι πεταλούδες της Ελπίδας

 αφισα διαγωνισμούΤην Ελπίδα; Τη θυμάμαι. Σαραντάρα κοντά, δεν είμαι και σίγουρη αλλά κάπου εκεί έδειχνε. Μαλλί βαμμένο ξανθό πορτοκαλί με τη ρίζα άσπρη. Πρόσωπο μακρόστενο με μια κρεατοελιά στο κούτελο σαν βούλα ινδής παντρεμένης. Ατσούμπαλο σώμα, ψηλή μεν με κιλά που κάθονταν όπου τους έκανε κέφι και όχι απαραίτητα σε σημεία όπως κοιλιά, περιφέρεια ή μπούτια. Την θυμάμαι με τη μάνα της, να κεντούν σε τελάρα πεταλούδες στην αυλή της θειας μου της Ευθύμαινας και από το σαλόνι να παίζει στην τηλεόραση κάποια ελληνική ταινία. Εγώ ήμουν 12 χρονών. Κεντούσαν ωραίες πεταλούδες. Τόσο όμορφες, τόσο ζωντανές. Μια φορά η Ελπίδα μου είχε πει, έτσι είχε λέει ακούσει ότι κάποιες πεταλούδες ζουν μόνο μια μέρα  μα στα κεντήματά της θα ζούσαν για πάντα.

Μου είχαν κάνει εντύπωση μάνα και κόρη. Κομματάκι αλλόκοτες μου φαίνονταν. Μοναχοκόρη η Ελπίδα. Ο πατέρας της  πέθανε νωρίς αλλά τους άφησε ελιές μπόλικες, ένα διώροφο, τηλεόραση- την πρώτη που ήρθε στο χωριό- και ένα καλό κομπόδεμα στην τράπεζα για προίκα.  Στο σπίτι της θειας μου, Ελπίδα, Ευρυδίκη -η μάνα της Ελπίδας-και θεια Μαρίκα η Ευθύμαινα συζητούσαν το μόνιμο θέμα. Το γαμπρό της Ελπίδας. Το γαμπρό που έψαχνε από τα γεννοφάσκια της. Δηλαδή η μάνα τον έψαχνε για την Ελπίδα και θα έπρεπε να είναι όμορφος, ψηλός, υγιής, πλούσιος και κοντοχωριανός γιατί οι ξενομπάτηδες δε ξέρουμε από πού κρατεί η σκούφια τους. Ιδίως το τελευταίο καθιστούσε την αναζήτηση γαμπρού για την Ελπίδα ανέλπιδη γιατί κανείς από τα γύρω χωριά δεν πληρούσε τα κριτήρια.

Εγώ έτρωγα γλυκό κεράσι με λίγη κανέλλα  που το έκανε μούρλια η συγχωρεμένη πια θεια μου. Εκείνες γλυκό συκαλάκι. Κάθε μπουκιά και ένας φανταστικός ή πραγματικός υποψήφιος γαμπρός που είχε ή δεν είχε έρθει να ζητήσει το χέρι της Ελπίδας. Αλλά αυτή, βράχος. Τους έκανε να πάρουν πόδι. Το δικό τους, όχι της Ελπίδας! «Σιγά που θα πάρω αυτό τον κοντοστούπη», και «τι  γεροξούρης είναι τούτος…»,  ή «απαπα… φοράει γυαλιά, να λένε περνάει  η γυναίκα του στραβού;». Σιγόνταρε και η μάνα που η Ελπίδα της ήταν τυχερή και δεν είχε κακοπέσει όπως οι άλλες χωριανές. Ψηλολέλεκας ο άντρας της Ροδούλας, του Δημοτικού ο άντρας της Καλλιόπης και εκείνος της  Ελένης κοιλαράς και φαλακρός. Πήρανε όλες τους ελαττωματικούς οπότε δεν έμενε παρά να εμφανιστεί ο Μπάρκουλης  να τον τυλίξει  η Ελπίδα.  «Θα με κοιτούν με τον καλό μου οι άλλες και θα σκάνε από τη ζήλεια τους», έλεγε η Ελπίδα έκλεινε τα μάτια της και ονειρευόταν τη μαγική αυτή στιγμή. Το καλό πράγμα  όμως αργούσε να έρθει… και η Ελπίδα συνέχιζε να κεντάει πεταλούδες.

Δε θυμάμαι αν ήταν καλοκαίρι του ’90 ή του ’91, νομίζω ήταν ένα χρόνο πριν τις πανελλήνιες  που τα έφτιαξα με τον Αντώνη της κυρά Φρόσως και μας είδε ένα απόγευμα η Ελπίδα να φιλιόμαστε πίσω από την αυλή της. Κόκκινη έγινε. Μπορεί να ανέβασε και πίεση. «Τα ύστατα του κόσμου», μουρμούρισε σαν με είδε μα δεν είπε τίποτα εκείνο το απόγευμα που ήρθε με τη μάνα της στης θειας μου για το καθιερωμένο κέντημα συνοδευόμενο από γλυκό συκαλάκι. Μόνο κάτι μάσησε για κάτι κοριτσάκια που ακόμα δε βγήκαν από το αυγό και έχουν έρωτες στο μυαλό τους.

«Είναι κάτι μοντέρνες… που μόνο τα σαλιαρίσματα και τα μάτσα μούτσα σκέφτονται…» έλεγε η μάνα της Ελπίδας και ταυτόχρονα έκανε ένα κόμπο στην κλωστή της. «Της Καλλιρόης η εγγονή…» συνέχισε συνωμοτικά, «να δεις πώς καθόταν τις προάλλες  στα μπεντένια… φαινόταν το βρακί της». «Την καλοκοιτάζει ο Αποστόλης της Δήμαινας…» είπε η θεια μου για να συμμετέχει στο κουτσομπολιό και να δώσει λαβή στην Ευρυδίκη ότι η κοπελιά πρέπει να προσέχει μην ξεπαρθενευτεί, γιατί η τιμή τιμή δεν έχει και χαράς του που την έχει. Η Ελπίδα χαμογέλασε με περηφάνια και  συνέχισε να κεντάει πεταλούδες ενώ η Ευρυδίκη αράδιαζε όλες τις  αποπλανημένες του ελληνικού σινεμά. «Και του λόγου σου μικρή», μου πέταξε μια φορά, «να φυλάγεσαι από έρωτες και κουραφέξαλα. Να μεγαλώσεις. Να βρεις έναν καλό γαμπρό να νοικοκυρευτείς. Μα πρώτα να βρούμε στην Ελπίδα μας…», είπε η Ευρυδίκη και  σταυροκοπήθηκε συγκινημένη να έρθει  η άγια τούτη στιγμή που ο καλός γαμπρός θα διάβαινε το κατώφλι της Ελπίδας.

Και ήρθε τελικά δυο ή τρία χρόνια μετά. Ο εφημέριος  έφερε ένα γαμπρό, αληθινό όχι στη φαντασία κανενός, για να τον προξενέψει στην Ελπίδα. Μανώλη τον λέγανε. Η μάνα μου τον ήξερε και προσπάθησε μάταια να μου εξηγήσει ότι ήταν μπατζανάκης της γυναίκας του θείου της κολλητής μου της Μαρίνας στο χωριό. «Καλός είναι», κατέληξε η μαμά, «για την Ελπίδα τέλειος». Από τον Πλατανέ, σεμνός, όχι  κανένας φιγουρατζής.  Είχε ένα σπιτάκι, τις ελιές του και ένα καφενείο. Η  θεια που μιλούσε με τη μάνα μου στο τηλέφωνο για να μη χάνουμε τα νέα του χωριού εκεί στην Αθήνα έλεγε πώς  άρεσε και της Ελπίδας ο Μανώλης και  ότι της χαμογέλασε λέει του Χριστού στην εκκλησία και πέρασε δυο τρεις φορές από τη γειτονιά της, τυχαία δήθεν.

Πήγε ο φουκαράς  ο Μανώλης μαζί με τον εφημέριο να ζητήσουν την Ελπίδα μα η μάνα της τους έκλεισε τη πόρτα κατάμουτρα. Είπε η θεια μου πως έγινε μέγας μαλιχουλές στο χωριό και ότι  στόλισε η Ευρυδίκη για τα καλά τον εφημέριο που έφερε έναν ζαβό για την κόρη της. Από τα ράσα του βγήκε ο παπά Χαράλαμπος και κατέβασε καντήλια. Γριά δαιμονισμένη την ανέβαζε, γριά ξεμωραμένη την κατέβαζε που έπαιρνε στο λαιμό της το έρμο το ορφανό.  «Και τι δηλαδή;  Τύχη βουνό ο Μανώλης, για την  Ελπίδα. Πως κουτσαίνει λίγο; Χαράς το πράγμα», έλεγε η θεια και συμφωνούσε και η μάνα μου. Εγώ πάλι άφηνα τη μάνα μου και τη θεια απορροφημένες στον έρωτα της Ελπίδας και έβγαινα  χωρίς πολλές εξηγήσεις. Ήταν η εποχή που τα είχα φτιάξει με τον Γρηγόρη για να ξεχάσω το Δημήτρη. Δευτεροετής στη Γεωπονική αυτός στην ΑΣΟΕΕ εγώ.

Μια εβδομάδα μετά, στα τηλεφωνικά νέα του χωριού η Ελπίδα ζουμόπινε  στο κλάμα και τσακώθηκε λέει με τη μάνα της και  «καλός είναι μάνα ο Μανώλης… με θέλει… μεγαλώνω κιόλας, δε βγαίνω», άκουγα από το τηλέφωνο τη θεια να μεταφέρει αυτούσια τα λόγια της Ελπίδας όπως  τα άκουσε. Εγώ πάλι αναρωτιόμουν  γιατί η Ελπίδα δεν έκανε έστω και αργά την επανάστασή της. Να το έσκαγε με το Μανώλη και να παρατούσε  τη μάνα της να μουρμουρίζει μόνη της  για τις πεταλούδες της νύχτας  και όλες εκείνες του ελληνικού κινηματογράφου που σαν άφησαν το σπιτικό τους για χάρη ενός έρωτα κατέληγαν στα κόκκινα φανάρια… «Και η Ελπίδα; Πώς είναι;» ρώταγε η μάνα μου γεμάτη οίκτο. «Αμίλητη…» απαντούσε η θεια μου. «Κεντάει πεταλούδες… Όλο πεταλούδες…».

Την ξανάδα την Ελπίδα κάμποσα χρόνια μετά ντυμένη στα μαύρα με το τελάρο της  στην αυλή της . Κεντούσε ακόμα πεταλούδες πολύχρωμες. Δε με αναγνώρισε.  Έσπρωξα λίγο την πόρτα, μπήκα μέσα. Με ακολούθησε και ο Στάθης. «Ελπίδα;», φώναξα. Με κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. «Το Λενιώ της Κατερίνας είμαι. Ανιψιά της Ευθύμαινας». «Το Λενιώ!», θαύμασε. Σηκώθηκε με αγκάλιασε και πόσα χρόνια έχει να με δει και μοιάζω της μάνας μου και άλλα τέτοια.  «Από εδώ ο Στάθης», της είπα, χαιρετίστηκαν, κατέβασε το κεφάλι κάτω, ντροπαλή ακόμα η Ελπίδα με ρώτησε «άντρας σου;». «Φίλος», της απάντησα και άρχισε κείνη να μουρμουράει πως η γυναίκα πρέπει να στεφανώνεται νωρίς γιατί μετά σαν μεγαλώσει… Αναστέναξε και έκανε μια ακόμη βελονιά στο τελάρο της τελειώνοντας την πεταλούδα. Ο Στάθης μου έκανε νόημα ότι θα πήγαινε στο καφενείο του χωριού. Εγώ του έγνεψα ότι θα καθόμουν λίγο με την Ελπίδα. «Και πότε θα παντρευτείτε;», με ρώτησε σαν βεβαιώθηκε ότι κανείς δε μας άκουγε. «Τι περιμένεις; Να σιτέψεις σαν εμένα; Αν τότε η μάνα μου η συγχωρεμένη…», είπε και κατέβασε το τελάρο στην ποδιά της. Μια πεταλούδα ξεκόλλησε από το πανί της και πέταξε πέρα κατά τον Πλατανέ. «Μου φεύγουν Λενιώ», μουρμούρισε η Ελπίδα , «μόλις τις κεντήσω ξεκολλάνε και πετούν. Οι πεταλούδες, τα νιάτα που φεύγουν…», αναστέναξε. «Ο έρωτας λένε…», κόμπιασε «είναι να νιώθεις  πεταλούδες… Τόσες  και τόσες κέντησα…  Ο έρωτας; Υπάρχει έρωτας  μωρέ Λενιώ;», με ρώτησε και εγώ ήθελα να της πω ότι υπάρχει και σκέφτηκα τα μπράτσα του Στάθη αλλά τελικά δεν είπα τίποτα. «Παντρέψου Λενιώ, για από έρωτα για από συνοικέσιο… παντρέψου μην το μετανιώσεις», μου είπε καθώς έκλεινα την πόρτα για να πάω κατά το καφενείο.

Την άκουσα την Ελπίδα και πήγα παντρεύτηκα τον Στάθη.  Κουβαλήθηκα στο Ρέθυμνο. Ερωτικός μετανάστης έγινα για χάρη του! Μου τα φόρεσε δύο χρόνια μετά με την Μαρία τη γειτόνισσα και όταν τον συγχώρεσα μου τα ξαναφόρεσε με την κομμώτρια την Μικαέλλα. Το κηδειόσημο το είδα σε έναν πίνακα ανακοινώσεων δίπλα στην πολυκατοικία του Νίκου του δικηγόρου που είχε αναλάβει τα του διαζυγίου μου. Ελπίδα Μαρκατσάκη και δίπλα μια φωτογραφία  της ασπρόμαυρη που τα μαλλιά φαίνονταν γκρίζα και όχι  πορτοκαλί με άσπρες ρίζες. Ετών 67. Τελείται η κηδεία το Σάββατο 20/07/2000, ώρα 14.30 στον Ιερό Ναό του Αγίου Στεφάνου στο χωριό. Από κάτω ένα ξερό «οι λοιποί συγγενείς». Ούτε γονείς, ούτε αδέρφια, ούτε σύζυγος, ούτε παιδιά, ούτε εγγόνια, ούτε έρωτες… Έμεινε μόνη  η Ελπίδα μέχρι που πέθανε. Τελευταία!

Στην κηδεία είχε καμιά σαρανταριά ανθρώπους. Οι συνηθισμένοι που πάνε στην εκκλησία του χωριού και κάτι ξαδέρφια από την πλευρά του πατέρα της όπως είπε η μάνα μου. Ήταν και ο Αντώνης της κυρά Φρόσως! Είχε κατέβει για διακοπές. Του έλειπαν τα πυκνά μαύρα μαλλιά που χάιδευα κάμποσους αιώνες πριν. Τώρα είχε φαλακρίτσα, μπυροκοιλιά και μια χοντρή δίπλα του με δυο πιτσιρίκια. Έκανα να του γνέψω «γεια», μα τελικά  προσποιήθηκα ότι δεν τον είδα.  Αν ήθελε ας μου μιλούσε εκείνος μετά.

Τα είπε γρήγορα ο παπάς και  εκεί που έψαλε το «Αιωνία η μνήμη» η μάνα μου λύθηκε στο κλάμα. Γύρισα και την κοίταξα παραξενεμένη.  «Δεύτερες ξαδέρφες ήμασταν με την Ελπίδα…», ψιθύρισε  και έμαθα μια πρώτη φορά ότι η Ελπίδα ήταν τρίτη θεια μου! «Ας κλάψει κάποιος για την Ελπίδα…» σταυροκοπήθηκε η μαμά μου καθώς ο παπάς μας λιβάνιζε με το θυμιατό.

Δεν ξέρω αν ήταν τα λιβάνια, τα κεριά, η αϋπνία της προηγούμενης μέρας,  ο επικείμενος χωρισμός ή ο πρώτος μου έρωτας που μπαγιάτεψε μα ορκίζομαι  ότι τις είδα να μπαίνουν από το παράθυρο της εκκλησίας. Μια δυο στην αρχή διστακτικά μετά όλες μαζί πετάρισαν. Πεταλούδες  πολύχρωμες, κεντητές τόσο όμορφες, τόσο ζωντανές. Όλες οι πεταλούδες που είχε κεντήσει η Ελπίδα μια ολόκληρη ζωή ήρθαν και τη σκέπασαν. Έμεινα να τις κοιτάζω με μάτια ορθάνοιχτα. Σκούντησα τη μάνα μου. «Τι;» ψιθύρισε εκείνη. «Οι πεταλούδες της Ελπίδας…» είπα μα σαν γύρισα  να τις ξαναδώ είχαν όλες χαθεί… Μαζί τους και η Ελπίδα. Βγήκα έξω από την εκκλησία χωρίς να δώσω τελευταίο ασπασμό.


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Σοφία Νικολιδάκη κατάγεται από την Κρήτη. Σπούδασε παιδαγωγικά και φιλοσοφία σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο στο Πανεπιστήμιο Κρήτης με υποτροφία του ΙΚΥ. Ολοκλήρωσε το διδακτορικό της πάνω στη φιλοσοφία με παιδιά (φιλοσοφία της εκπαίδευσης) στο πανεπιστήμιο της Ουαλίας ως υπότροφη της Ακαδημίας Αθηνών. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός, διδάσκει κατά καιρούς φιλοσοφία, φιλοσοφία της εκπαίδευσης, φιλοσοφία με παιδιά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και γράφει ιστορίες για μικρούς και μεγάλους καθώς και σενάρια για θεατρικά έργα. Εργασίες της έχουν παρουσιαστεί σε συνέδρια και δημοσιευτεί σε περιοδικά καθώς και συλλογικούς τόμους βιβλίων. Παιδικές ιστορίες της έχουν βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους από τις εκδόσεις bythebook και τις εκδόσεις Παράξενες μέρες. Μικρο-διηγήματα της (flash stories) έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε ιστοσελίδες λογοτεχνικού χαρακτήρα. Έχει γράψει και εικονογραφήσει το πρώτο της παιδικό βιβλίο με τίτλο «Γράμματα στον Άγιο Βασίλη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίτανος.

—–

Παράξενοι Έρωτες

 

Εξώφυλλο: Πίνακας της Αντριάνας Μίνου

Επιμέλεια: Γρηγόρης Παπαδογιάννης

Σχεδιασμός έκδοσης: strangeland

Σειρά: Παράξενες Μέρες συλλογές – 15

Πρώτη έκδοση: Νοέμβριος 2017, δεύτερη: Απρίλιος 2018

ISBN: 978-618-5278-09-0

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements