Το eyelands δημοσιεύει για πρώτη φορά κείμενο από το βιβλίο της Γεωργίας Δάρτση «Εσείς πόσα πορτοκάλια φάγατε σήμερα;» που θα κυκλοφορήσει στις αρχές του Δεκέμβρη από τις Παράξενες Μέρες
Πορτοκάλι του Βασίλη
Στο χωριό μου παλιά όταν έμενα εκεί, ζούσαμε καμιά πεντακοσαριά άνθρωποι και ο Βασίλης. Ο Βασίλης ήταν η θάλασσα που δεν είχα δει ποτέ παρά μόνο την φανταζόμουν, χάρη σε όσα είχα διαβάσει γι’ αυτήν. Πρέπει να είναι πολύ όμορφη σκεφτόμουν όποτε συναντούσα με το βλέμμα μου τα μάτια του Βασίλη. Το βλέμμα του δεν το συνάντησα ποτέ. Νομίζω και κανένας μας. Ούτε η μάνα του. Ένα πλάσμα αλλιώτικο, περνούσε αέρινα ανάμεσα μας και το μόνο που άφηνε πίσω του ήταν η ομορφιά του και μια γαλάζια γραμμή να τον ακολουθεί. Την φωνή του δεν την είχαμε ακούσει ούτε όταν ήταν μωρό και έπρεπε να κλαίει όπως όλα τα μωρά. Μια φορά θυμάμαι που έπεσε από το μπαλκόνι του σπιτιού του και το μόνο που ακούστηκε ήταν ένας ξερός κρότος από κάτι που σπάει και μετά ησυχία. Έτρεξα κοντά του και το μόνο που έκανε ήταν να κουνάει όλο το χτυπημένο του κορμί μπρος πίσω ξανά και ξανά, ενώ τα γόνατα του και το μέτωπο του ήταν γεμάτο αίματα και το χέρι του είχε μια περίεργη θέση που μου φάνηκε αφύσικη και γι’ αυτό έβαλα τις φωνές. Όσο εγώ φώναζα τόσο εκείνος κουνιόταν πιο έντονα και μάλλον θα πονούσε και περισσότερο.
Γείτονες καλοί η οικογένεια του και τους αγαπούσα πολύ. Ένας βασικός λόγος που τους ήθελα στην ζωή μου ήταν γιατί μου άρεσε που ήταν πολύ νέοι. Οι δικοί μου γονείς ήταν πολύ μεγαλύτεροι, μιας κι εγώ ήμουν το στερνοπούλι τους μετά από μια μεγάλη σειρά αδελφών. Είχαν έρθει από άλλον τόπο στο χωριό μας, επειδή ο μπαμπάς της οικογένειας είχε διοριστεί δάσκαλος στο σχολείο μας, αλλά δυστυχώς όχι στην τάξη μου. Τον Βασίλη τον γέννησε η μαμά του στο νοσοκομείο του διπλανού χωριού και όταν επέστρεψαν και τους περιμέναμε όλη η γειτονιά να ευχηθούμε και να δούμε το μωρό, ήταν λυπημένοι και απόμακροι για αρκετό καιρό. Κι επειδή τα σπίτια στο χωριό δεν είχαν και σπουδαία μόνωση, ακούγαμε τις νύχτες εκείνο το διάστημα πολύ συχνά κλάματα, φωνές και καυγάδες. Μετά σιγά σιγά σταμάτησαν. Λίγο αργότερα άρχισαν να βγαίνουν με το μωρό, στην αρχή μόνο η μαμά και μετά όλοι μαζί. Ήταν τόσο όμορφο το μωρό που θυμάμαι την μαμά μου να λέει, όχι σε μένα φυσικά, πως το ζήλεψαν οι μοίρες για αυτή του την ομορφιά γι’ αυτό το έκαναν έτσι. Εκεί σταμάτησε. Κι εγώ έμεινα με την απορία του «έτσι». Αυτό το μωρό στα δικά μου όρια, τα είχε όλα. Όταν άνοιγε τα μάτια του και κοίταζε, αλλά πού κοίταζε δεν ήξερα ποτέ, έλιωνες. Το καλοκαίρι έφυγαν για το δικό τους το χωριό, μακριά κάπου σε ένα νησί του Αιγαίου μου είπε ο δάσκαλος και εγώ για μέρες πάσχιζα να βρω στο χάρτη την ασήμαντη κουκκίδα. «Έ βέβαια» αναφώνησα μόλις την ανακάλυψα στο κατάσπαρτο μπλε κάμπο, «Γι’ αυτό το παιδί τους έχει τέτοια μάτια, τα κληρονόμησε από την θάλασσα τους» και όλοι έσκασαν στα γέλια.
Λίγο πριν ξεκινήσει το Φθινόπωρο να μας μαγεύει με τα χρώματα του, επέστρεψε ο Βασίλης μαζί με την οικογένεια του. Είχε μαυρίσει, είχε στρουμπουλέψει κι άλλο και ήταν ακόμη πιο όμορφος. Μόλις άνοιξαν τα παντζούρια τους έτρεξα ενθουσιασμένη να τους καλωσορίσω και να παίξω με το μωρό. Με υποδέχτηκαν χαρούμενοι και με άφησαν μαζί του μέχρι να τακτοποιηθούν. Κουνούσε τα χεράκια του συνεχώς με τον ίδιο τρόπο και εγώ νομίζοντας ότι είναι κάποιο παιχνίδι προσπάθησα να το επαναλάβω όσο πιο πανομοιότυπα μπορούσα. Εκείνη τη στιγμή μπήκε η μαμά του και βλέποντας με σκοτείνιασαν τα μάτια της και γέμισαν δάκρυα. Νομίζοντας πως έκανα κάτι κακό αμέσως σηκώθηκα ζήτησα μια θολή συγνώμη και με το κεφάλι σκυμμένο έφυγα τρέχοντας Έκανα μέρες να περάσω μπροστά από την αυλή τους επειδή ντρεπόμουν. Δεν ήξερα ακριβώς το λάθος μου αλλά για να κάνω την μαμά του μωρού να κλάψει, θα ήταν μεγάλο. Μια βδομάδα αργότερα ήρθαν επίσκεψη στο σπίτι μας όλοι μαζί. Η κυρία Άννα, η μαμά του Βασίλη μου έφερε δώρο ένα τεράστιο κοχύλι και μου είπε, όποτε είμαι στεναχωρημένη να το βάζω στο αυτί μου και να ακούω τον ήχο του βυθού της θάλασσας και αμέσως θα νιώθω καλύτερα. Κοίταξα την μαμά μου διστακτικά να δω αν μου επέτρεπε να το πάρω, εκείνη κούνησε το κεφάλι της με ένα ελαφρύ χαμόγελο στα μάτια περισσότερο παρά στα χείλη και ευχαριστώντας την το έβαλα στο αυτί μου. Ήταν η συγνώμη μας. Το κατάλαβε και με πήρε αγκαλιά. Οι δικοί μου δεν ήξεραν τίποτα και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι γίνεται αλλά δεν χρειαζόταν κιόλας σκέφτηκα και χαμογελώντας έτρεξα να ακουμπήσω σε κάποιο ασφαλές σημείο τον καινούριο μου θησαυρό.
Άρχισα μετά από αυτό να ξαναπηγαίνω στο μωρό και να παίζω μαζί του. Τουλάχιστον να προσπαθώ, γιατί όσο μεγάλωνε καταλάβαινα όλο και καλύτερα ότι το συγκεκριμένο παιδί ήταν διαφορετικό από όλα όσα ήξερα, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω ακόμη αυτή τη διαφορά. Αλλά ούτε και με ένοιαζε κιόλας τόσο. Εγώ τον Βασίλη τον αγαπούσα πολύ. Του τραγουδούσα τον γαργαλούσα ελπίζοντας να γελάσει και του έλεγα πολλά παραμύθια. Έτσι περνούσε ο καιρός και τα χρόνια και εγώ μεγάλωνα μαζί με τον Βασίλη. Ήταν το δεύτερο σπίτι μου και εκείνος, ο αδελφός που δεν είχα. Μάθαμε μαζί να περπατάει και να μασάει το φαγητό του χωρίς να πνίγεται. Έμαθε να τον παίρνω αγκαλιά και να μην αρχίζει κάθε φορά να κουνάει το σώμα του και τα χέρια του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ατέλειωτες φορές. Όταν το έκανε αυτό εγώ ήθελα μόνο να κλαίω. Έφευγα τότε και πήγαινα στο σπίτι μου να ακούσω λίγο την θάλασσα και να ξεχαστώ στα κύματα της. Πέρασαν τα χρόνια και ο Βασίλης πήγε σχολείο. Εκείνος Δημοτικό κι εγώ Γυμνάσιο. Αυτός με τον μπαμπά του κι εγώ με τις καινούριες φίλες, τα ολοκαίνουρια μοσχομυριστά βιβλία και μια εφηβεία που έριχνε ένα ένα τα κάστρα της παιδικότητας μου μπροστά σε μια τρομακτική εσωτερική ορμή που δεν περιγράφεται με λέξεις. Όταν όμως πήγαινα στον Βασίλη όλα αυτά περνούσαν. Ένα Σάββατο πολύ χαρούμενη πήγα να τον δω και του περιέγραφα με κάθε λεπτομέρεια το καινούριο άλογο που αγόρασε ο μπαμπάς μου για τις δουλειές του μιας και το προηγούμενο είχε γεράσει πια και δεν μπορούσε να προσφέρει το πολύτιμο έργο του. «Ένα ζώο Βασίλη που όμοιο του δεν έχεις ξαναδεί. Είναι κατάμαυρο και λαμπερό. Τα μάτια του σε χαϊδεύουν όποτε σε κοιτούν και το τρίχωμα του λάμπει στον ήλιο. Πολύ ψηλά πόδια και δυνατό σώμα. Θα πάμε μια βόλτα μαζί μόλις μας γνωρίσει καλά». Με την υπόσχεση αυτή έφευγα πια κάθε φορά και δεν τολμούσα να την κάνω πράξη. Φοβόμουν για την αντίδραση του. Σε οτιδήποτε καινούριο αντιδρούσε τόσο έντονα χωρίς να κλαίει, ούτε να γελάει ούτε και να βγάλει οποιαδήποτε φωνή. Μόνο με τις κινήσεις του σώματος του έκανε αντιληπτή την τεράστια φόρτιση του και δημιουργούσε έναν πανικό στους γύρω του και περισσότερο σε μένα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Ήθελα να φύγω τρέχοντας και ταυτόχρονα να τον αγκαλιάσω τόσο σφιχτά που να πάρω από μέσα του όλο αυτό το φορτίο που ένιωθα ότι σήκωνε και δεν ήξερε τι να το κάνει. Να ημερέψουν οι θάλασσες των ματιών του και μαζί τους κι εγώ. Μια από τις πολλές φορές που του μιλούσα για τον Ιππότη, εγώ το διάλεξα το όνομα του, μας άκουσε ο κύριος Γιάννης ο μπαμπάς του Βασίλη και κοντοστάθηκε να ακούσει καλύτερα. Άρχισε να με ρωτάει διάφορα για το άλογο και παίρνοντας τον Βασίλη από το χέρι μου πρότεινε να πάμε όλοι μαζί στον στάβλο εκείνη τη στιγμή, να το δούμε. Εγώ ενθουσιάστηκα γιατί μόνη μου δεν θα το τολμούσα ίσως ποτέ και πετάχτηκα αμέσως για να φύγουμε. Ήσυχη πια με τον μπαμπά του να έχει αναλάβει την ευθύνη, προχωρούσα μπροστά όλο βιάση και περιέργεια για την αντίδραση και των δυο. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, από την αρχή που έφερε ο μπαμπάς μου αυτό το ζώο, σκέφτηκα τον Βασίλη μαζί του. Άνοιξα προσεκτικά την πόρτα και είδα τον Ιππότη να λάμπει στον ήλιο που έπεφτε από το παράθυρο πάνω στο γυαλιστερό και πεντακάθαρο τρίχωμα της ράχης του. Το ζώο τεντώθηκε λίγο σαν να μύρισε τους επισκέπτες και μετά έμεινε ακίνητο και καμαρωτό. Ο Βασίλης στεκόταν δίπλα στον μπαμπά του απαθής όπως συνήθως και πολύ ήσυχος. Εγώ πλησίασα το άλογο και άρχισα να το χαϊδεύω στο κεφάλι και στην κοιλιά. Σε λίγο άρχισε να κάνει το ίδιο και ο κύριος Γιάννης. Ανάμεσα μας ο Βασίλης στεκόταν σχεδόν αγγίζοντας τον Ιππότη και ήταν απόλυτα ήρεμος. Κάτι από αρχαία μυστήρια μου ήρθε στο μυαλό χωρίς να ξέρω γιατί. Ένιωσα όμως μια ενέργεια αλλιώτικη και ανεξήγητη. Κανείς μας δεν ήθελε να φύγει από εκεί που βρισκόταν. Ούτε καν το άλογο. Συνέχιζε να στέκεται ακίνητο και παραδομένο θαρρείς σε μια άπιαστη δύναμη που μας έδενε νοερά με μια σχέση μοναδική. Μετά από αρκετή ώρα αποφασίσαμε να φύγουμε και μόλις βγήκαμε ανόρεχτα από τον στάβλο επιτέλους μετακινήθηκε και ο Ιππότης και χλιμίντρισε ελαφρά. Στον ήχο αυτόν γύρισε το κεφάλι του ο Βασίλης για μια στιγμή μόνο. Το προσέξαμε και οι δυο αλλά αποφύγαμε να το σχολιάσουμε. Εμένα η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γρηγορότερα και νομίζω το ίδιο και του μπαμπά του. Εφόσον έγινε η αρχή και μάλιστα με τόσο θετικές εντυπώσεις αρχίσαμε να το επαναλαμβάνουμε. Στην αρχή κάθε εβδομάδα και σιγά σιγά κάθε μέρα. Άλλοτε με την μαμά και άλλοτε με τον μπαμπά του. Ποτέ μόνη. Ο Βασίλης δεν ακολουθούσε απλά πρόθυμα αλλά θα μπορούσα να πω και λίγο ανυπόμονα. Συζητούσαμε πια τις παρατηρήσεις μας μεταξύ μας χωρίς ενδοιασμούς. Χωρίς να έχουμε μιλήσει ανοιχτά για την διαφορετικότητα του παιδιού, σαν να είχαμε κάνει μια άτυπη συμφωνία, μοιραζόμασταν τις σκέψεις και τις επιθυμίες μας γι αυτόν με άνεση και φυσικότητα. Ξέραμε όλοι για όλους την αγάπη που νιώθαμε γι εκείνον και αυτό μας είχε ενώσει άρρηκτα. Την ερχόμενη άνοιξη ο Βασίλης σχεδόν οχτώ κι εγώ σχεδόν δεκατεσσάρων κάναμε την πρώτη βόλτα μας με τον Ιππότη έξω από τον στάβλο του και μόνο οι τρεις μας. Ήμασταν απόλυτα εναρμονισμένοι σαν να το κάναμε κάθε μέρα. Ο Βασίλης ήταν ακόμη πιο όμορφος έξω στο φως του ήλιου και ο Ιππότης ακόμη πιο γυαλιστερός. Όταν επιστρέψαμε, πήρα την ξύστρα του να τον χτενίσω και για αρκετή ώρα ο Βασίλης στεκόταν απλά δίπλα μου. Σε μια στιγμή πήρε την ξύστρα από τα χέρια μου και συνέχισε να κάνει ότι έκανα κι εγώ. Έχασα την μιλιά μου. Πνίγηκα στις κραυγές ενθουσιασμού που σιωπηλά ευτυχώς, έβγαζα μέσα μου. Τραβήχτηκα στην άκρη και τους κοιτούσα χαμογελώντας. Ήθελα τόσο πολύ να φωνάξω τους γονείς του, αλλά φοβήθηκα να τους αφήσω μόνους Σε λίγο άφησε την ξύστρα να πέσει από τα χέρια του και άρχισε να τον χαϊδεύει με το χέρι του. Μετά και με το άλλο. Ήταν μαγικό. Ο Ιππότης καθόταν ακίνητος, σχεδόν χωρίς ανάσα. Μια εντελώς δική τους επικοινωνία. Μια απόλυτα προσωπική σχέση. Τις επόμενες μέρες μετά τα χάδια τον αγκάλιασε κιόλας. Έγιναν αχώριστοι. Ο Βασίλης άλλαζε κάθε μέρα. Σχεδόν σταμάτησε αυτές τις αγχώδεις κινήσεις που επαναλαμβάνονταν ατελείωτα και μέσα στον επόμενο χρόνο άρχισε νομίζω να μας βλέπει και λίγο. Στιγμές μόνο αλλά ήταν εκεί. Ήταν μαζί μας ,Μαζί με τον αγαπημένο του φίλο. Αλλά και ο Ιππότης μας το τίμησε το όνομα του. Όταν ερχόταν ο Βασίλης ήταν εντελώς διαφορετικός. Καθόταν εκεί ακίνητος και περήφανος όση ώρα κι αν χρειαζόταν προκειμένου ο φίλος του να ξαναφτιάξει μέσα του τις κοινές τους εικόνες , να συνδεθεί και συναισθηματικά από την αρχή σχεδόν και μετά να απολαύσει ο ένας την συντροφιά του άλλου. Το αποκορύφωμα αυτής της μυστηριακής σχέσης ήρθε όταν ο Βασίλης έκατσε στην σέλα του Ιππότη και εκείνος σαν να μετέφερε ότι πιο πολύτιμο, κινούνταν αργά και ανάλαφρα σαν αεράκι που απλά χαϊδεύει το πρόσωπο σου χωρίς ούτε τα μαλλιά να ανακατεύει. Άλογο και παιδί είχαν γίνει ένα. Ο ένας προέκταση του άλλου. Μετά από λίγη ώρα μάλιστα που ο Βασίλης χαλάρωσε αρκετά και σήκωσε το βλέμμα του στον ορίζοντα του, ο Ιππότης βρήκε τον ρυθμό που τους ταίριαζε και διέσχισαν σχεδόν όλη την γειτονιά οι δυο τους, με μένα να τρέχω από δίπλα σαν αγριοκάτσικο που χοροπηδά χαζοχαρούμενα, αλλά γεμάτη περηφάνια μαζί με ένα άσκοπο άγχος να με πιέζει. Στην αρχή τουλάχιστον, γιατί όσο προχωρούσαν και έβγαιναν όλοι στα μπαλκόνια και στα παράθυρα να τους δουν, γέμισε με χαμόγελα ο αέρας και μια ευφορία ράντισε την ατμόσφαιρα. Εκείνη την ημέρα πάνω από δέκα άνθρωποι ορκίζονταν πως είδαν τον Βασίλη να χαμογελάει. «Είναι πολλοί δέκα άνθρωποι» έλεγα στον μπαμπά μου το απόγευμα που του περιέγραφα το περιστατικό. «Δεν μπορεί να έκαναν όλοι λάθος» σκεφτόμουν το βράδυ πριν κοιμηθώ και γέμισε ο ύπνος μου με πολύχρωμα χαμογελαστά όνειρα. Τώρα πια και η βόλτα έγινε καθημερινότητα. Την περίμεναν και οι δυο τους με την ίδια προσμονή. Και ναι, αδιαμφισβήτητα πια ο Βασίλης χαμογελούσε.
Οι γονείς του Βασίλη πολύ χαρούμενοι, ζήτησαν από τον μπαμπά μου να τους πουλήσει το άλογο. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Θέλησε να το σκεφτεί. Το βράδυ τους άκουσα να κουβεντιάζουν με την μαμά μου. Χαμογελώντας πάλι με πήρε ο ύπνος. Την άλλη μέρα πρωί πρωί ο μπαμπάς μου χτυπούσε την πόρτα του δασκάλου. Σάββατο πρωί ήταν και έτσι τους βρήκε όλους στο σπίτι. Στον καφέ πάνω του λέει: «Δάσκαλε ήρθα να σε βοηθήσω να φτιάξεις την αποθήκη σου στάβλο, για να βάλεις μέσα το νέο σας μέλος . Εμείς χρήματα δεν θέλουμε. Είναι το δώρο της κόρης μου στον αγαπημένο της μικρό φίλο που την κάνει να λάμπει. Αυτή είναι η καλύτερη πληρωμή και για μένα και για σένα. Να βλέπεις τον γιο σου να μεγαλώνει με μια αγάπη που θα τον ακολουθεί παντού και δεν θα τον προδώσει ποτέ.
ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Η Γεωργία Δάρτση γεννήθηκε στην Καστανερή του νομού Κιλκίς. Σπούδασε στη Σχολή Νηπιαγωγών Καρδίτσας και συμπλήρωσε τις σπουδές της στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.Στη συνέχεια έκανε μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή του Παιδαγωγικού Τμήματος του Α.Π.Θ. Τα τελευταία 26 χρόνια εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση, έχοντας διδάξει σε αρκετά νηπιαγωγεία της χώρας. Έχει εκδώσει δύο βιβλία της από τις εκδόσεις Ελκυστής. Εδώ και έξι χρόνια ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο. Έχει γράψει και επενδύσει μουσικά πολλές παιδικές παραστάσεις στο σχολείο. Ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει δύο παιδιά.
