Eyelands Book Awards -Τα βραβευμένα κείμενα!

Τα Eyelands Book Awards ο μοναδικός διεθνής διαγωνισμός βιβλίων με έδρα την Ελλάδα κερδίζει κάθε χρόνο σε αναγνώριση και σεβασμό στο χώρο των λογοτεχνικών διαγωνισμών. Ο διαγωνισμός άνοιξε στις 20 Ιουνίου για ένατη συνεχόμενη χρονιά -και μάλιστα με ειδική προσφορά για τους συγγραφείς που μένουν στην Ελλάδα. Εδώ όπως κάθε χρόνο δημοσιεύουμε μεταφρασμένα στα ελληνικά αποσπάσματα -που διάλεξαν οι ίδιοι οι βραβευμένοι συγγραφείς από τον διαγωνισμό του 2025.

Τα κείμενα έχουν ήδη δημοσιευθεί στα αγγλικά στην ιστοσελίδα του διαγωνισμού (www.eyelandsawards.com)

Κάθε Σάββατο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο θα σας κρατάμε συντροφιά με ένα καινούργιο κείμενο από τα βραβευμένα! Είναι μια ευκαιρία να γνωρίσετε τη γραφή αυτών των εξαιρετικών συγγραφέων! Σημειώνουμε ακόμη ότι κάθε χρόνο κυκλοφορεί από τις παράξενες μέρες ένα τουλάχιστον βιβλίο στα ελληνικά από το διαγωνισμό -είναι το μεγάλο βραβείο για την κατηγορία των unpublished. Πέρυσι ήταν οι «Παγόδες του Ήλιου» του καναδού Γκρέιαμ Άρνολντ και φέτος είναι η «Αποικία Γκάντι» του Ινδού συγγραφέα Βίκραμ Καπούρ που θα είναι έτοιμη τον Οκτώβριο!

EYELANDS BOOK AWARDS 2025

CHILDREN’S Published

Pandora’s Choice   Subtitle: The Oracle Must Be Obeyed – E.A. Dickinson/U.S.A

Η Επιλογή της Πανδώρας:  Πρέπει να Υπακούμε στον Χρησμό

μετάφραση: Γρηγόρης Παπαδογιάννης

Ήταν τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. και οι κάτοικοι στα νησιά του Αιγαίου έβγαιναν από τους Σκοτεινούς Χρόνους και έστελναν αποίκους στα πέρατα του Αρχαίου Κόσμου…

Η Πανδώρα έβλεπε, στο μυαλό της, κάθε ζωντανή λεπτομέρεια της συνάντησης του Έλληνα με το Μαντείο. Η φωνή της Πυθίας ήταν σαν τον ήχο των βράχων και των μετάλλων που τρίβονταν μεταξύ τους, είχε πει ο πατέρας της. Τα μοιραία λόγια που ξεστόμιζαν από το σάπιο στόμα του μάντη εντυπώθηκαν στις αναμνήσεις του πατέρα της και της μοναχοκόρης του, για πάντα. «Πρώτα να κάνετε μια προσφορά στον Ήφαιστο. Αυτός χρησιμοποιεί φωτιά και λιωμένο μέταλλο, που ζωντανεύει το αίμα του σιδηρουργού και του αρχιτέκτονα. Η αποικία σας θα ευημερήσει για πολύ αν αντέξετε τον ιδρώτα και τη ζέστη της σφυρηλάτησης του νέου από το παλιό. Να είστε σωστοί στις συναλλαγές σας. Μην δίνετε υποσχέσεις που δεν θα μπορείτε να τηρήσετε».

Κεφάλαιο 1 – Η Άκανθος καλεί

Η Πανδώρα στάθηκε πάνω στο δροσερό ψηφιδωτό δάπεδο και κοίταξε ευθεία πάνω. Από την ηλιόλουστη αυλή της οικογένειάς της, μπορούσε να δει μόνο ένα κομμάτι ουρανού, έναν ουρανό δίχως τέλος που περιβαλλόταν από το τετράγωνο πλαίσιο των τοίχων της αυλής τους. Πάνω από αυτήν, όλα είχαν το χρώμα ενός γαλαζοπράσινου πολύτιμου λίθου. Ο κρυστάλλινος, λαμπερός γαλάζιος θόλος αντανακλούσε τα κοσμήματα του Αιγαίου Πελάγους. Βυθισμένη σε αυτή τη γη της θάλασσας, της πέτρας και του ουρανού, η ανάσα της Πανδώρας και το μελαγχολικό της πνεύμα φαινόταν τώρα να ανεβοκατεβαίνουν με κάθε αλμυρό κύμα που έγλειφε την ακτή λίγο πιο κάτω από τα πόδια της.

Κάτω από το νέο της σπίτι, αν κάποιος ακολουθούσε το μακρύ, απότομο, πετρώδες μονοπάτι προς την ακτή, απλωνόταν το θορυβώδες λιμάνι της Ακάνθου. Ήταν ένα χάος όλη αυτή η φασαρία με το γκάρισμα των γαϊδουριών, το πριόνισμα και το σφυροκόπημα από τις δουλειές του λιμανιού. Η Πανδώρα μπορούσε να ακούσει τους πνιχτούς ήχους της αναγέννησης ακόμη και στο μαρμάρινο ιερό της. Αυτή η νέα αποικία ήταν ο τελικός προορισμός· το λαμπρό μέλλον που είχαν σχεδιάσει οι γονείς της. Η Άκανθος ήταν η βόρεια αποικία για τις άλλες ελληνικές οικογένειες με τις οποίες είχε ταξιδέψει εκεί, αλλά η Πανδώρα δεν την ένιωθε ακόμα σαν ένα «σπίτι μακριά από το σπίτι».

Το μυαλό της Πανδώρας περιπλανιόταν άσκοπα, βυθισμένο σε συναισθηματικές σκέψεις για το παρελθόν της, την ειδυλλιακή παιδική της ηλικία και τους φίλους της, που άφησε πίσω της στο νησί της Άνδρου. Πίσω από τα μάτια της, οι σκηνές άλλαζαν πολύ γρήγορα, σαν το μυαλό της να προσπαθούσε να αφομοιώσει τις πολλές αλλαγές που είχε περάσει για να φτάσει εδώ και να τις κατανοήσει καλύτερα. Το πέρασμα από το Αιγαίο Πέλαγος και η είσοδος στο βόρειο Θρακικό Πέλαγος είχε τους δικούς του κινδύνους και συγκινήσεις.

Το πρώτο της παθιασμένο φιλί με τον Ωρίωνα επέστρεφε πολύ συχνά και ορμητικά στη μνήμη μέσα στη μοναξιά της. Η αισθησιακή ανάμνηση από τις αλμυρές μαύρες μπούκλες του που χάιδευαν το πρόσωπό της έκανε ακόμα το σώμα της να τρέμει. Κοίταξε κάτω με μια γλυκιά θλίψη τον αριστερό της καρπό και είδε το πλεγμένο και στολισμένο με χάντρες βραχιόλι από τρίχες αλόγου. Είχε αρχίσει να το φοράει ξανά. Ίσως αυτό να έκανε τον Ωρίωνα να ζηλέψει. Ήταν ένα ενθύμιο που φορούσε από τον πρώτο της θαυμαστή, ένα ανόητο, άστατο αγόρι από το νησί της Άνδρου. Ο Ωρίων ήξερε ότι της το είχε χαρίσει ο Αίμος. Φορούσε επίσης το δώρο του Ωρίωνα, το χρυσό περιβραχιόνιο στολισμένο με κρυστάλλους κιτρίνης* και αμέθυστου από το μεγάλο καμίνι της Ηφαιστίας.

Η Πανδώρα αναρωτήθηκε αν ήξερε κι αυτός πόσο συγκινημένη ήταν που είχε δεχτεί ένα τέτοιο δώρο που σε έκανε να ξεχάσεις την άσχημη ουλή και το κραυγαλέο κενό σε εκείνο το χέρι. Πόσο τυχερή που το λειψό κομμάτι του τέταρτου δακτύλου της μπορούσε σχεδόν να κρυφτεί αν έκλεινε σφιχτά τη γροθιά της, έλεγε μέσα της. Το ερωτευμένο ζευγάρι ήταν μαζί την απαίσια μέρα που είχε κόψει το δάχτυλό της. Μοιράζονταν τον πόνο και την απώλειά της σαν να είχε συμβεί και στους δύο.

Από την ημέρα που η λαβυρινθώδης μετανάστευση της οικογένειάς της από το νησί της Άνδρου τελείωσε επιτέλους, η Πανδώρα ένιωθε ακυβέρνητη. Ακόμα και τα γερά θεμέλια αυτού του νέου σπιτιού· οι τοίχοι από τούβλα και πέτρα, τα μαρμάρινα δάπεδα, η συκιά που είχε φυτέψει ο πατέρας της στην αυλή τους, όλα έμοιαζαν φαινόταν να ταλαντεύονται και να παραδέρνουν άτακτα. Ίσως η ανάμνηση από εκείνο το πλοίο που πήγαινε πέρα δώθε σαν κουνιστό αλογάκι για ένα ολόκληρο καλοκαίρι να έκανε ακόμα το αλμυρό αίμα στις φλέβες της να πηγαίνει πέρα ​​δώθε.

Όλα στην Άκανθο εξακολουθούσαν να μοιάζουν ξένα σχεδόν ένα χρόνο μετά την άφιξή τους. Ο ρυθμός της ζωής της οικογένειάς της είχε αλλάξει, με τη μητέρα της να είναι πολύ πιο απασχολημένη προσπαθώντας να υφάνει περισσότερο ύφασμα για να πουλήσει στους εμπόρους στο νέο λιμάνι. Τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια της στην Άνδρο, όπου έζησε μαθαίνοντας όλα τα έθιμα, τα πρόσωπα και τις μυρωδιές του τόπου γέννησής της, ένιωθε σαν να της  τα είχαν κλέψει.

Η λευκή σελίδα της νέας της ζωής, κοντά στα μακεδονικά χώματα του ως τότε γνωστού ελληνικού κόσμου, προσκαλούσε μια θαμπή ερημιά που σερνόταν στην καρδιά της. Πώς θα μπορούσε να αρχίσει να συνθέτει το επόμενο κεφάλαιο της ζωής της στην Άκανθο, όταν ήταν κρυμμένη σε μια τόσο θλιβερή απομόνωση στο σπίτι των γονιών της; Ακόμα και ο Ωρίων, το πλοίο και η αδελφή ψυχή της, ήταν πολύ απασχολημένος στις αποβάθρες για να μπλέξει σε νέες περιπέτειες μαζί της.

«Τι ήρθα να κάνω εδώ, σε αυτή τη γη των λιονταριών και των βαρβάρων; Πού ταιριάζω εδωπέρα;» είπε σχεδόν δυνατά. Δεν υπερέβαλε. Ανθρωποφάγα λιοντάρια τριγυρνούσαν στις κορυφές και μερικές φορές έφταναν κοντά στα χωράφια με το κριθάρι και τους αμπελώνες της της Άκανθου.

Με ένα αθέλητο ρίγος, η Πανδώρα έστρεψε το βλέμμα της από τα χέρια της και κοίταξε βορειοανατολικά από την Άκανθο. Ο πατέρας της, ο Γραικός, της είχε μιλήσει για τις φυλές της Θράκης, ζούσαν σε σπίτια σκαρφαλωμένα στις μακρινές κορυφογραμμές που έμοιαζαν με μαχαίρια και στα κρησφύγετα των ψηλών βουνών. Θα ήθελε να μην τους είχε περιγράψει τόσο έντονα. Αυτοί οι αιμοδιψείς βάρβαροι ήταν φοβεροί ακοντιστές και ιππείς. Μια άγρια ​​φυλή από τέρατα με τατουάζ που έτρωγαν βρέφη, έτσι της είχαν πει τουλάχιστον, που μπορούσε να έρθει και να τους κυκλώσει από τη Θράκη χωρίς προειδοποίηση. Τέτοιες τρομακτικές εικόνες την έκαναν ακόμη πιο φοβισμένη να βγει μόνη της από το σπίτι τους. Κάτι που δεν είχε φοβηθεί ποτέ να κάνει στο νησί της Άνδρου.

Η Πανδώρα ήταν κάποτε πολύ γενναία ίσως και γεμάτη θράσος, είχε φτάσει να τρέμει και μόνο στη σκέψη μιας συνάντησης με άγριες βαρβαρικές φυλές ή με τα άγρια ​​σαγόνια ενός λιονταριού που διψούσαν για σάρκα. Τα βουνά του Άθω με τα βαθιά, άγρια ​​και αδιαπέραστα δάση τους που έβλεπε προς το Νότο όταν στεκόταν στην πλαγιά του λόφου, επίσης, δεν της πρόσφεραν μεγάλη παρηγοριά. Η Πανδώρα ένιωθε παγιδευμένη ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία του ορίζοντα στο καινούργιο σπίτι της. Είπε στον εαυτό της ότι θα έπρεπε να ξαναβρεί το θάρρος της και να ακολουθήσει το μονοπάτι που οδηγούσε από το σπίτι της ως τις μεγάλες χαμηλές παραλίες της Ακάνθου. Πρέπει να βρει έναν λόγο να κατεβαίνει στο λιμάνι πιο συχνά.

Ο Γραικός, που οι άποικοι είχαν ορίσει αρχηγό της αποικίας τους, δεν έμενε πολύ μαζί της στην αυλή για να ηρεμήσει τους φόβους της. Ήταν απαραίτητος στην ανακατασκευή του λιμανιού. Άκουγε τα θαλασσοπούλια να κρώζουν και να κυκλώνουν τους εργάτες και τα αλιευτικά σκάφη εκεί κάτω. Η μυρωδιά των πρωινών πυρκαγιών από πεύκα που ανέβαιναν τον λόφο αναμεμειγμένη με την αλμυρή μυρωδιά των φυκιών που ξεραίνονταν στην παραλία την μετέφερε στην πρώτη τους μέρα που πάτησαν στην Άκανθο.

Η οικογένεια της Πανδώρας είχε διακινδυνεύσει τη ζωή της καθώς προσέγγιζαν επικίνδυνα το νότιο άκρο μιας από τις τρεις χερσονήσους της Χαλκιδικής. Εκεί, απειλητικά από πάνω τους, υψώνονταν οι απόκρημνοι βράχοι του Άθω που υψώνονταν πάνω από το μικροσκοπικό τους πλοίο. Η Πανδώρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ ένα τόσο ψηλό και πυκνό καταπράσινο δάσος στην κορυφή ενός βουνού. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ανατριχιάσει στη σκέψη των μυστικοπαθών πλασμάτων και των κακότροπων κατώτερων θεών που μπορεί να κατοικούσαν εκεί. Για να προσθέσουν στο άγχος τους, οι θάλασσες στους πυθμένες των απόκρημνων βράχων του Άθω γίνονταν εύκολα απρόσιτες και επικίνδυνες. Πολλοί έμποροι είχαν χάσει τους κωπηλάτες και τα εμπορεύματά τους όταν παγιδεύτηκαν στις δίνες και τις παλίρροιες. Η οικογένεια της Πανδώρας προσπάθησε να είναι προετοιμασμένη για αυτό. Η ιστορία της προέλευσης του Άθω είχε μεταδοθεί στόμα με στόμα  από τα πιο μακρινά βάθη του χρόνου.

Ο θρύλος έλεγε ότι το όρος Άθως ήταν κάποτε ένας τεράστιος βράχος που έριξε ένας από τους Γίγαντες, κατά τη διάρκεια του πολέμου τους με τον Ποσειδώνα και τους Ολύμπιους θεούς. Ο αρχαίος μύθος περιέγραφε έναν τεράστιο βράχο που εκσφενδονίστηκε από τον Τιτάνα στη θάλασσα, αστοχώντας παρά τρίχα να πετύχει τον υπέρτατο θεό της θάλασσας με την τρίαινα. Αυτός ο θρυλικός μεγαλίθος μεταμορφώθηκε όταν προσγειώθηκε στο κέντρο ενός πυκνά δασωμένου βουνού. Κάποιοι λένε ότι ήταν η κόρη του Ποσειδώνα, η Ειρήνη, που έκανε τον παραλίγο θανατηφόρο βράχο να γίνει αυτό το άγριο ακρωτήριο. Ήταν άλλωστε θεά της φύσης, της άνοιξης και της ειρήνης. Πλέοντας ανάμεσα στα τεράστια κύματα, η οικογένεια της Πανδώρας προσευχήθηκε στην Ειρήνη για ένα ειρηνικό τέλος στο ταξίδι τους.

Η Πανδώρα έσφιξε κρυφά το χέρι του Ωρίωνα καθώς αυτός καθόταν δίπλα της στο κατάστρωμα. Μπορούσε να νιώσει το μυώδες χέρι του – το χέρι που μάθαινε να κόβει και να μεταμορφώνει τα ξύλα σε βάρκες – να πιέζει σταθερά και σίγουρα το δικό της. Βλέποντας την εικόνα του Άθω να τρέμει, η Πανδώρα φαντάστηκε τον Γίγαντα με τα πόδια του φιδιού, τυλιγμένο στα χρυσά πορτοκαλί δέρματα πάνθηρα, να προσπαθεί να συντρίψει τη μικροσκοπική της οικογένεια εκτοξεύοντας θανατηφόρους βράχους προς το μέρος τους. Ευτυχώς, μόνο ένας ελαφρύς άνεμος από την ανοιχτή θάλασσα σφύριζε μέσα από τα δέντρα των πυκνά δασωμένων πλαγιών από πάνω τους, καθώς έστριβαν μέσα από τους απόκρημνους βράχους της θάλασσας.

Πλέοντας γύρω από αυτό το τελευταίο κέρας των οροπεδίων στην φιλόξενη αγκαλιά ενός ήσυχου γαλαζοπράσινου όρμου, η μεγάλη ικανότητα του καπετάνιου να κατευθύνει τους κωπηλάτες είχε μεταφέρει την πολύτιμη οικογένειά της σε ασφαλές μέρος. Η ανακούφιση διαπέρασε τις τάξεις του πληρώματος του στολίσκου και κάθε εξαντλημένου αποίκου. Η άξια ανταμοιβή τους για την αποφυγή μιας συνάντησης με τον Ποσειδώνα στον πυθμένα της θάλασσας που ήταν έτοιμη να τους καταπιεί, ήταν να γλιστρήσουν στην αστραφτερή ηρεμία του όρμου της Ακάνθου και να προσγειωθούν απαλά στην κατάλευκη σαν γάλα παραλία του. Ήταν σχεδόν το τέλος του πιο πολυτάραχου καλοκαιριού της ζωής της. Το θαλάσσιο ταξίδι είχε τελειώσει, αλλά η πιο δύσκολη περιπέτεια της μόνιμης εγκατάστασης σε μια ξένη ακτή μόλις ξεκινούσε.

Οι πρώτοι μήνες ήταν ζεστοί και ήπιοι καθώς η οικογένεια έχτιζε την κατοικία της στην κορυφή του λόφου, αλλά σύντομα μπορούσαν να νιώσουν τον ερχομό του χειμώνα με θυελλώδεις ανέμους να χτυπούν τους τοίχους τους τη νύχτα. Η ανάγκη να κλείσουν την πέτρινη αυλή της γινόταν όλο και πιο απαραίτητη. Ο χειμώνας ήταν πολύ πιο υγρός από αυτούς που είχαν συνηθίσει στην Άνδρο. Η Πανδώρα έπρεπε να συνηθίσει να ζει σκαρφαλωμένη σε αυτό το οζώδες «δάχτυλο» γης. Η Άκανθος βρισκόταν στη μέση της ανατολικότερης χερσονήσου στον μυχό του κόλπου της Χαλκιδικής. Κάθε μέρα που περνούσε η Πανδώρα πάλευε με την απροσδόκητη απομόνωση με τον μόνο τρόπο που ήξερε, την ανεξάντλητη φαντασία της. Μπορεί να έπρεπε να εγκαταλείψει τους φίλους της στην Άνδρο και το καλοκαίρι της ελευθερίας της στο μεταναστευτικό πλοίο με τον Ωρίωνα, αλλά το δημιουργικό της μυαλό συνέχιζε ακόμη να βγάζει φωτιές.

Ο πατέρας της Πανδώρας προσπάθησε να της ανεβάσει το ηθικό ζωγραφίζοντας μια φανταστική και αισιόδοξη εικόνα της Χαλιδικής. Ο Γραικός έλεγε ότι αυτή η παλάμη γης με τα τρία δάχτυλα ήταν τώρα πια αυτό που θα αποκαλούσαν σπίτι τους. Μπορεί κάποια μέρα να έχει όλα τα κοσμοπολίτικα νησιά στα χέρια της και να γίνει η πλουσιότερη γυναίκα σε όλη την Ελλάδα. Μακάρι τέτοιες φαντασιώσεις να γίνονταν πραγματικότητα και να έρχονταν στον δρόμο της πραγματικά πλούτη, ήταν σίγουρη ότι ο Ωρίωνας θα ήταν δικός της για πάντα. Θα μπορούσε να κατασκευάσει το ωραιότερο πλοίο του γι’ αυτούς και θα επισκέπτονταν ξανά τα θαυμαστά μέρη και τους ανθρώπους που είχαν συναντήσει στο δρόμο τους από την Άνδρο στην Άκανθο.

Προσευχήθηκε σιωπηλά καθώς κοίταζε τον ουρανό. «Κάπου στην κορυφή της ψηλότερης όχθης των νεφών και δυτικά από εκεί που στέκομαι, υψώνεται ο Όλυμπος, η πατρίδα των θεών. Ω Δία, υπέρτατε κυρίαρχε του ουρανού και της γης, φέρε στην οικογένειά μου καλή τύχη, ω Αφροδίτη, μην αφήσεις τη φλόγα του πόθου για μένα να σβήσει από την καρδιά του Ωρίωνα».

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Οι οικογενειακές μου «ρίζες» βρίσκονται βαθιά στις βρετανικές, γαλλικές, ιρλανδικές και σκανδιναβικές γραμμές αίματος – όλοι επιζώντες της, συχνά επικίνδυνης, μετανάστευσής τους στην Αμερική από το 1620 έως το 1920. Η έρευνά μου για τις ιστορίες τους ξεκινούσε πάντα από το ερώτημα τι τους παρακίνησε -ή τους ανάγκασε- να εγκαταλείψουν το γνωστό για το άγνωστο, και αυτή η αναζήτηση με οδήγησε στο να φτιάξω μια μελέτη σχετικά με τα ιστορικά γεγονότα που τους ώθησαν στις μεγάλες αυτές περιπέτειες.

Η νέα μου συγγραφική ζωή αντανακλά την επίμονη περιέργειά μου – όπως ακριβώς η ζωή μου ως δασκάλα χορού, τεχνικός εργαστηρίου DNA και καθηγήτρια φυσικών επιστημών στο γυμνάσιο με έκανε να βάλω ως στόχο να εμπνεύσω τους μαθητές μου να συλλέξουν γνώσεις και αισθητηριακές εμπειρίες για να τροφοδοτήσουν τη φαντασία τους και να διερευνήσουν την «προέλευση των πάντων».

Ως Αμερικανίδα, σε μια εποχή πραγματικών απειλών για τις θεμελιώδεις δημοκρατικές μας αρχές, νοιάζομαι ιδιαίτερα βαθιά για τον τρόπο που τα νεαρά μυαλά θα έχουν την ευκαιρία να διαβάσουν την παγκόσμια ιστορία σε ένα πλαίσιο που μπορεί να επιβεβαιωθεί, αλλά και να συνδεθεί συναισθηματικά μαζί τους. Το πρώτο μου ιστορικό μυθιστόρημα για νέους προσφέρει πάνω από σαράντα εικονογραφήσεις μουσειακών αντικειμένων παράλληλα με την ιστορία μετανάστευσης ενός Έλληνα εφήβου το 650 π.Χ. Όπως η Πανδώρα, θέλω να έχουν ελπίδα και πίστη στη δύναμη της γραφής, στην ελευθερία του λόγου και της θρησκείας, και συμπόνια για πολιτισμούς πέρα ​​από τον δικό τους σε χώρο και χρόνο.

//*κίτρινη ποικιλία χαλαζία

//Σημείωση της συγγραφέως: Η Επιλογή της Πανδώρας μια αυτοέκδοση ιστορικής μυθοπλασίας για νέους διαθέσιμη στη διεύθυνση https://www.blurb.com/b/12530055-pandora-s-choice

//